Είναι τα χέρια σου
που αγγίζουν
και αποκτάει
αποτύπωμα η επιθυμία
Κι αν κρύβεσαι
στις ρωγμές των ημερών
η οσμή της πράξης
πάντα θα σε προδίδει
Και θα λυσσάνε
τα κυνηγόσκυλα
των λέξεων
να σε κατασπαράξουν
Κι ούτε πυρά
να εξιλεώσει
ούτε άνεμος
να κρύψει τα σημάδια σου
Μόνο στη θάλασσα
θα επιτρέψω
τα ίχνη σου
να σβήσει
Την πάνσεπτη
της λήθης
Με την αρμύρα των δακρύων της.











Ιδιοφωνία δεν θα το έλεγα.
Ποιητική φωνή, όμως, ναι.
“Είναι τα χέρια σου
που αγγίζουν
και αποκτάει
αποτύπωμα η επιθυμία”
Κέντρο. Καρδιάς και ποίησης.
http://www.tvxs.gr/v25011
…Παρόλο που δεν αναφέρομαι ούτε στον ποιητή ούτε στα τρία σχόλια, έχει ιδιαίτερη-κατά τη γνώμη μου- σημασία η συγκεκριμμένη πράξη.
ΥΓ
‘πεδία στίχων’, ‘προσήλωση σε συγκεκριμένα σημαίνοντα και σημαινόμενα’…
Οι αμήχανοι νεολογισμοί και οι εννοιολογικές ‘γυμναστικές επιδείξεις’ δεν φανερώνουν βάθος σκέψης…
Όχι πάντα κύριε Πατιέ. Οι νεολογισμοί και οι εννοιολογικές ‘γυμναστικές επιδείξεις είναι ένα όπλο που εξαρτάται -όπως όλα τα όπλα- από τον κατοχό του.
Στην περίπτωση του Μουζάκη, έχει αποδειχθεί, νομίζω, πως δεν βερμπαλίζει, αλλά διαθέτει οπλοστάσιο.
Δεν υπερασπίζομαι, καταθέτω άποψη.
Δεκτή η άποψή σας κύριε Αραβανή. Ελπίζω να μου επιτρέπετε να διατηρώ ακέραια τη δική μου…
Η γλώσσα και η σκέψη είναι άτιμα θηλυκά πάντως, μας αφήνουν να πιστεύουμε ότι τις έχουμε κατακτήσει και αυτές μας περιφέρουν γυμνούς προς άγραν γελώτων τε σχολίων…
Μου λείπει όλο και πιο πολύ ο Βιζυηνός…
Τα αυγά τα ρίχνουνε οι κότες. Διαφωνώ σε πολλά μαζί της.
Αλλά για το ότι έγραψε -και για αυτό της ρίξανε αυγά- πως η παρουσία της αστυνομίας στα Εξάρχεια δεν την ενοχλεί αλλά την αντιμετωπίζει με ουδέτερο τρόπο -δεν περνάει έγραψε στο απέναντι πεζοδρόμιο όταν βλέπει αστυνομικούς απλά συνεχίζει το δρόμο της και κανείς δεν την έχει ενοχλήσει- την παραδέχομαι. Θέλει κότσια να πεις μερικά απλά πραματάκια που όλοι τα σκέφτονται αλλά λίγοι τα τολμούν.
Κύριε Πατιέ, τα πονηρά αυτά θηλυκά, όταν “κάνουν” πεζοδρόμιο, δεν ξεχωρίζουν πελάτες. Γραφιάδες και αναγνώστες, είναι για αυτές το ίδιο. Με άλλα λόγια γυμνός είναι ο αναγνώστης όσο και ο δημιουργός…
Μάτα την Τριανταφύλου τη θεωρώ ατάλαντη και ‘ψωνάρα’. αλλά δεν μπορώ να διανοηθώ τέτοιες αντιδράσεις. Πέντε μαντράχαλοι εναντίον μιας γυναίκας 45 κιλά…
Κύριε Αραβανή υπάρχουν γύμνιες και γύμνιες…
Εξακολουθώ πάντως να ξεχωρίζω γραφιάδες από ποιητές και στοχαστές. Το βάθος σκέψης, η ένταση της ποιητικής εικόνας και η άνετη εκδίπλωση επιχειρημάτων ξεχωρίζουν τους αμνούς από τα ερίφια…
Δεν μπορώ να κάθομαι να εξηγώ και τη σημασία του (κάθε) υστερόγραφου…
Όποιοι δεν μπορούν να το κάνουν (ούτε αυτό καν…) καλύτερα θα ήταν να ξαναπήγαιναν Δημοτικό…
🙂
Ένα ποιήμα με μια συμπαθητική αρχική ιδέα, μια σειρά απο μεγαλοστομίες και αστοχίες κι ένα μελοδραματικό φινάλε που τελικά όμως δεν έχει τίποτα να πει (κυριολεκτικά και μεταφορικά).
“Κι ούτε πυρά
να εξιλεώσει”
Η πυρά είναι κακός δέκτης του οτιδήποτε, δεν μπορείς να της μεταφέρεις τίποτα και άρα δεν μπορεί να εξιλεώσει. Να καθάρει, ίσως. Είπαμε, δεν υπάρχει κανενός είδους ποιητική άδεια!
“Μόνο στη θάλασσα
θα επιτρέψω
τα ίχνη σου
να σβήσει”
Και ποιοί μπορεί να είμαστε εμείς που θα επιτρέψουμε ή θα απογορέψουμε στη θάλασσα το οτιδήποτε; Αυτή η έπαρση απέναντι στα στοιχεία της φύσης -τόχω ξαναπεί- είναι απράδεκτη.
Κι αυτό πάλι το
“…η οσμή της πράξης
πάντα θα σε προδίδει” τι είναι;
Πόσες πράξεις γνωρίζετε αλήθεια εσείς η οσμή των οποίων μπορεί να μας προδίδει; Δεν ξέρω αν έγινα κατανοητός…
Το ποιειν είναι ένας από τους διασκεδαστικότερους ιστότοπους. Μου αρέσει βρε παιδί μου που οι διενέξεις έχουν ευγενή τόνο.Μ’ αρέσει επίσης το ποιητικό χιουμοράκι , οι εξυπνακίστικες ατάκες και γενικά η καλλιέργεια που διαθέτουν τα μέλη-φίλοι ,την οποία (βεβαιως-βεβαιως) προσπαθούν να κρύψουν επιδεικνύοντας την(αυτό είναι πράγματι αξιοθαύμαστο). Μ αρέσουν οι ακαταλαβίστικες αναλύσεις των ποιημάτων και απολαμβάνω τον αυτοσκοπο της διαφωνιας. Αλλα πιο πολυ μου αρεσει η άρνηση των περισσοτερων να παραιτηθουν αφηνοντας μας στην ησυχια μας. Τα σεβη μου. Ελπίζω να μην πεσει και αυτο το μηνυμα μου θυμα της λογοκρισιας . Σ ενα αντιστοιχο ποιημα θα κανω μια αναλυση για τις ιδιοφωνιες και τις αιδιοκραυγες μπας και με παρει κανει σοβαρος στα σοβαρα. Καληνυχτα .
Μάταλινι, ίσως αυτό το βίντεο θα ήρεμο πνεύμα σας; :]
http://www.youtube.com/watch?v=-eCZyvczZaM
ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΑΞΗ
Στον Ανδρέα Μυλωνά
Λίγο πριν φύγω θ’ ανακρίνω όλους τους στίχους μου
και άτεγκτος μαζί τους θα φανώ.
Χρόνια υποψιάζομαι πως μου’ κρυψαν
ολόκληρο ουρανό.
Θα τους χωρίσω τον έναν απ’ τον άλλονε
ακόμα και τους τίτλους θ’ ανακρίνω
κι όποιον βρίσκω πως η γλώσσα του διχάλωνε
χωρίς φεγγάρι και νερό θα τον αφήνω.
Κι όταν εντοπιστούν οι ύποπτοι,
σε συλλαβές, σε γράμματα, σε λέξεις
θα τους τεμαχίσω.
Στα υπόγεια του νου μου πατώντας και συνθλίβοντας
ό,τι μου πήραν θα το πάρω πίσω.
Και μονάχα την ύστατη στιγμή,
καθώς θα χάνεται, λόγος, ρυθμός και βήμα,
με το δικό μου θ’ ανακατέψω αυτά τα πτώματα
μήπως και βγει κανένα ποίημα.
ΤΑΣΟΣ ΖΕΡΒΟΣ
Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη διάθεση του χρόνου σας
και τα σχόλιά σας.
Σας χαρίζω ένα απόσπασμα αισθήσεων
ΑΝΑΚΩΧΗΣ ΕΠΙΤΙΜΙΟ http://monody-monody.blogspot.com/2009/11/blog-post.html
Με εκτίμηση
Γιάννης Τόλιας
Περιηγητή, νομίζω πως αδικείς το ποίημα. Η φωτιά καίει, προσφέρει και θυσιάζει, εξευμενίζει αλλά και αποκαθαίρει. Η χρήση της λέξης δεν έχει να κάνει σε τίποτα με ποιητική αδεία -είναι απλώς σωστή. Και να μην ήταν, θα την υποστήριζα από την στιγμή που η λέξη ως κομμάτι σάρκας του ποιήματος δημιουργεί μουσικότητα, ρυθμό, βάθος. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα χρήσης ανύπαρκτων λέξεων που συστήνουν και ολάκερο ποίημα είναι τούτο: http://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/baogaodao.html
Έπειτα σχολιάζεις «ποιοι μπορεί να είμαστε εμείς που θα επιτρέψουμε..». Εμείς, εγώ κι εσύ, μπορεί να είμαστε ένα τίποτα, όπως και ο καθένας. Το ότι διαβιούμε κατά αυτόν τον τρόπο στις κοινωνίες που δημιουργήσαμε, διαιωνίσαμε, αποδεχτήκαμε, βολευτήκαμε, το ότι το εγώ παραμορφωμένο και εξουσιαστικό διαφεντεύει πάνω από τα όνειρα του πρωινού, το ότι θέλει και θέλει περισσότερο, το ότι κατασπαράζει με δόντια άσπρα κι ας βλέπουν οι άλλοι μόνο τη λευκότητα (μια ηθικότητα που δεν έχει ρίζες μα πάντα περιορίζεται στην εικόνα της όπως ο διάσημος στα φωτογραφικά φλας), σε έναν αγώνα προς κυριαρχία, εξουσία, λαγνεία, αυτό είναι απαράδεκτο και εξοργιστικό -αν και κάποιοι χεγκελιανοί, μάλλον, ελπίζουν πως είναι μόνο ένα στάδιο στην πορεία αυτοπραγμάτωσης του πνεύματος. Ένας ποιητής όμως είναι και δημιουργός του κόσμου του. Εκεί όλα επιτρέπονται. Αυτός φτειάχνει φύση, και μάλιστα με τα υλικά που αναβλύζουν από τις πηγές του. Κάποτε μπορεί να διαφεντεύει και άλλοτε να υποτάσσεται, μπορει να συνομιλεί και μπορεί να υβρίζει. Να γεννάει κόσμους και έπειτα να υποφέρει στη μοναξιά τους, να πεθαίνει στη γέννα τους, να τους παρατάει για άλλους νέους.
«Η οσμή της πράξης πάντα θα σε προδίδει». Βρίσκω πολύ πετυχημένη την έκφραση. Η σύλληψη ή υποψία, η επίγνωση και η προδοσία, των πράξεων με τις αισθήσεις, η υλικότητα, το βάρος, η μυρωδιά, το άγγιγμα, όλο αυτό το πλησίασμα που δεν γίνεται με τον νου, αλλά με το σώμα, το σώμα όπως συμμετέχει στην πράξη, το σώμα όπως (την) πράττει και (την) ποιεί. Η κάθε μας πράξη φέρει κάτι από μας. Υπάρχουν εύοσμες και δύσοσμες πράξεις, όπως και σκέψεις, όπως και κορμιά.
Φιλικά
περιηγητές και λοιποί διαβάτες του συγκεκριμένου ιστότοπου Ποίησης
Αν δεν μπορείτε να κατανοήσετε ένα ποίημα, αν δεν “μιλάει” μέσα σας, τουλάχιστον αφήστε το ήσυχο
Είναι άδικο το Ποιείν να έχει γίνει ένας τόπος όπου εμφανίζονται αναρτήσεις με ποιήματα και δημιουργούς, μόνον για να τύχουν της κακεντρέχειας των υπολοίπων.
Ποιητική αρένα για να μονομαχήσουν, ποιοι; Με ποιους; Και γιατί;;;
Και να πρέπει οι καίσαρες της κριτικής στα αδύναμα ποιήματα να τείνουν τον αντίχειρα εξόντωσης πάντα προς τα κάτω.
Για να θάβονται οι αισθήσεις και οι ευαισθησίες…
Από πρόθεση δηλαδή, για να εκτοξεύσει την κακία του ο καθένας που είτε γράφει διαφορετικά, είτε δεν είναι καν σε θέση να γράψει (αλλά ούτε να διαβάσει)
Στον καιρό που παρακολουθούσα ανελλιπώς ετούτο τον ιστότοπο και σχολίαζα συχνά, είχα την τύχη να διαβάσω εδώ θαυμάσια πράγματα, καθώς και αδιάφορα, όπως επίσης και κακά (εννοώ κατ’ εμέ κακής γραφής)
Όσα μου άρεσαν, τα σχολίασα με τον δικό μου τρόπο, τον ενθουσιώδη, όσα όχι, σιώπησα. Αν κάποια μου δημιουργούσαν διττές εντυπώσεις, εκεί, στα σημεία που δεν μου άρεσαν πιστεύω ότι τα έκρινα ευγενικά, με καλή προαίρεση, κι όχι πικρόχολα, με κακία ή φθόνο.
Αυτός ήταν ο τρόπος μου.
Αν δεν μου αρέσει ένα βιβλίο, το κλείνω και δεν διαβάζω πάρα κάτω.
Δεν το ενοχλώ και ούτε με ενοχλεί.
Και κυρίως, δεν εμποδίζω τον δρόμο του σπιλώνοντάς το.
Η Ποίηση αξιότιμοι κύριοι είναι για ευγενείς ανθρώπους (δεν μιλώ στον τρόπο τους, μα στην ψυχή)
Την αντέχετε;
(προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το σχόλιο δεν αφορά τόσο το ποίημα του κ. Τόλια το οποίο με το που το είδα να εκτίθεται χθες εδώ, ήξερα το τι θα του τύχει στην συνέχεια! Και ας υπήρξε στο μεταξύ η ευγενική στάση των κυρίων Μουζάκη και Αραβανή. Κι ακόμα πιο πολύ η ευαισθησία, η διορατικότητα και η οξύνοια του κ. Γεωργίου. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι θα εγερθούν πάλι οι συνήθεις ειρωνείες και τα ανώνυμα που ατυχώς συνοδεύουν τους τελευταίους μήνες εδώ παρουσιαζόμενους. Το σχόλιό μου λοιπόν αφορά τις νεόδμητες πρακτικές των σχολιαστών του Ποιείν)
Ευχής έργον ετούτο εδώ το δικό μου να μην πυροδοτήσει νέο πικρόχολο κύμα. Χίλιες φορές καλύτερα να καταποντιστεί αύτανδρο…
Κάτι ακόμα:
Έχω κατανοήσει ότι ο κ. Γιάννης Τόλιας είναι αντίθετος στην ανάλυση
(“η ανάλυση είναι η ανίατη ασθένεια του ποιήματος”)
εγώ όμως θα τολμήσω να μιλήσω για το ποίημα όπως μου “μιλάει” εμένα σαν αναγνώστη:
Η θάλασσα εν προκειμένω παίζει τον ρόλο της λήθης μια και αναλαμβάνει την φύλαξη της μνήμης
Τα ίχνη αυτά, η πυρά του έρωτα πάνω στο σώμα, δεν πρέπει να βεβηλωθούν με το να αφεθούν σε άλλο τρόπο απέκδυσης
Είναι ιερά
Τα παραδίδω στην θάλασσα για να τα πάρει εκείνη
Σαν να τα φορώ ένδυμα καθαγιασμένο πάνω στην σάρκα μου, αποτύπωμα της λατρείας μου, μα κάπου πρέπει να το αποθέσω. Το καταθέτω εκεί που άσπιλο θα μείνει από βέβηλα χέρια. Το βγάζω από το σώμα μου έτσι για να μην το μιάνουν επιπρόσθετα αγγίγματα.
Μην μιανθεί η μνήμη. Μην συληθεί.
Λες και είναι η τέφρα νεκρού πλέον σώματος που σκορπίζεται στην υδάτινη επιφάνεια να ενωθεί μαζί της στο λίκνισμα της λήθης.
Τα δάκρυα της θάλασσας είναι τα δικά μου για τον αποχωρισμό (ναι, εκεί είναι η Μνήμη, ο συνολικός πόνος που εκφέρουν τα δάκρυα και την ανανεώνουν) κι όσο προστίθενται τόσο εκείνη, η φύλακας, πληθαίνει.
Ένα ποίημα που πάλλεται από έννοια
από τον σπαραγμό του τέλους της ερωτικής πράξης, προϊόντος άκρατης επιθυμίας
Ο καθένας κουβαλάει τα παιδικά του όνειρα, τις εφηβικές του επαναστάσεις και τα ώριμα συμπεράσματά του. Το αν αυτά θα γίνουν γόνιμη ύλη δημιουργίας ή απελπισμένη κραυγή παραφωνίας εξαρτάται τόσο από τις περιστάσεις όσο -κυρίως- από τις προσωπικές του αντοχές.
Υπάρχουν μέταλα που λιώνουν στη φωτιά χωρίς καμμία δυνατότητα επιστροφής σε πρότερες μνήμες και υπάρχουν κράματα που η θερμοκρασία και η τήξη τα κάνει καλύτερα και ομορφότερα.
Προσωπικά θεωρώ ως τους μεγαλύτερους ποιητές που έχουν γράψει στα ελληνικά τον Αρχίλοχο και τον Αριστοφάνη (ο Όμηρος δεν είναι ποιητής,΄ΕΙΝΑΙ η ΠΟΙΗΣΗ στα ελληνικά…).
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο είναι η οξεία κριτική, η σάτυρα και η έντονη διάθεση για -δημιουργική- αντιπαλότητα.
Όταν ξεκίνησα να παρακολουθώ το ΄ποιείν’, αυτό μου με αιφνιδίασε θετικά ήταν η πολυχρωμία και η πολυτονικότητά του.
Όσοι επιθυμούν δημόσιες σχέσεις ή όσοι -και όσες- μπερδεύουν την α-νοησία και την μετριότητά τους με τις κουβεντούλες της παρέας τους στα cafe της ‘μόδας’ με αφήνουν αδιάφορο, εκτός κι αν δίπλα στον τσίγκινο καθωσπρεπισμό τους μοστράρουν και το φθηνό λούστρο της σύννομης ανυπαρξίας τους όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τον μηδαμινό παραινετικό τους λόγο.
Τον κ. Τόλια τον διαβάζω πάντοτε με την κρυφή λαχτάρα του εφήβου πριν από το πρώτο του ερωτικό του ραντεβού. Αν και από καιρό τώρα λόγω ιδιοσυγκρασίας έχω απομακρυνθεί από την έντονα χρωματισμένη ερωτική ποίηση γιατί θεωρώ πως οι ορίζοντές μου μικραίνουν με το να ξύνω συνέχεια τις πληγές του ΄θέλω’ μου, ο κ. Τόλιας εξακολουθεί να ανακινεί εντός μου συναισθήματα χρωματιστά και γεμάτα χυμό απριλιάτικων λεμονιών, κομμένων παράνομα από μποστάνι γείτονα. Τον ευχαριστώ για αυτό.
Δυστυχώς δεν μπορώ να ευχαριστήσω το ίδιο την εννοιακή αβελτηρία που προσπαθεί φορώντας την προβιά νεολογισμών να μοιάσει της νοημοσύνης.
Ακόμη κι αν τύχει να διαφωνώ με κάποιες απόψεις, μου είναι εξαιρετικά ευχάριστο να διαβάζω δομημένες σκέψεις, εύστοχες παρατηρήσεις και ευφυή όνειρα.
Το σχόλιο του περιηγητή με βρίσκει εν μέρει αντίθετο, όπως και το σχόλιο του κ. Γεωργίου. Δεν μπορώ όμως παρά να θελήσω να βλέπω τέτοιο ‘αντίλογο’ μεταξύ των αναγνωστών. Υπάρχουν αναφορές στο ποιητικό κείμενο και υπάρχδει προσπάθεια λεκτικής καταγραφής προσωπικών αντιδράσεων σε αυτό.
Όλα τα άλλα είναι τουλάχιστον -κατά τη γνώμη μου πάντα βέβαια- ανούσια και ενδεικτικά της νοητικής ένδειας των συγγραφέων τους.
Ευτυχώς δεν ζω στην Ελλάδα και έλπίζω και στο μέλλον να καταφέρω να μείνω μακριά από αυτή. Αν ο Σεφέρης πληγωνόταν από αυτή, εγώ ‘πληγώνομαι’ από τις κραυγές της μίζερης μετριότητας όσων συνήθως κυριαρχούν εν μέσω κραυγών και αναπαράγουν την μετριότητά τους μέσα από τις παρέες και τις κλίκες τους.
Καλημέρα σας
μα όταν λέει ο τόλιας ότι θα επιτρέψει μόνο στη θάλασσα να σβήσει το αποτύπωμα, δεν εννοεί -βεβαίως- ότι το κάνει από συμπάθεια προς αυτήν,ή ότι θα της κάνει κάποια χάρη σαν παντοδύναμος που είναι, αλλά από αδυναμία να το αποτρέψει.συνεπώς το σχόλιο του περιηγητή πάνω στο στίχο είναι εκτός τόπου και χρόνου.όσο για την ερώτηση του (του περιηγητή εννοώ) σχετικά με το ποιας πράξης η οσμή μπορεί να μας προδώσει, νομίζω πως η απάντηση είναι προφανής.προσπαθούμε στίχο-στίχο να χλευάσουμε ένα ποίημα εν έτει 2009.ήμαρτον.
@16
“Ένας ποιητής όμως είναι και δημιουργός του κόσμου του. Εκεί όλα επιτρέπονται. Αυτός φτειάχνει φύση…”
Η ουσιαστική διαφωνία μας κ.Γεωργίου συνοψίζεται ιδανικά στα παραπάνω λόγια σας.
Βλέπετε εγώ πιστεύω ότι Ποίηση είναι αυτό που μας περιβάλλει (όχι απραίτητα με τη βιβλική έννοια) και ποιητής αυτός που μπορεί μέσα εκεί να δει/ανακαλύψει αυτά που δεν μπορούν οι υπόλοιποι ή να θυμηθεί κάτι που εμείς έχουμε ξεχάσει. Τέτοιος είναι λοιπόν κατα την άποψή μου ο κόσμος του ποιητή. Δεν φτιάχνει φύση!
Αλλά και να έφτιαχνε, η θάλασσα είναι θάλασσα και δεν εξουσιάζεται. Γιατί αν εξουσιάζεται δεν είναι θάλασσα! Ας βρει λοιπόν ο ποιητής ένα άλλο, τελείως δικό του στοιχιό στο δικό του “κόσμο”. Εδώ διαφέρει και το ποιήμα του Λαπαθιώτη!
…Στις ωκεάνιες
στροφές των επιθυμιών
εκτρέπεται
περνώντας στο αντίθετο ρεύμα
των ονείρων…
🙂
Συμπάσχω…
Αν το είναι ‘διακατέχεται’ από την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, το κενό από τι διακατέχεται άραγε?
ΥΓ
Ελπίζω το σχόλιο να μην ‘σβηστεί’, δεν είναι προσβλητικό, χιουμοριστικό είναι. Δεν υπάρχει περίπτωση άλλωστε η αντίδρασή μου να υπερβεί τα εσκαμένα του απλού σκώματος.
Τους ανθρώπους με τους οποίους ‘συνομιλώ’ πραγματικά τους διαλέγω προσεκτικά.
Την ευγενική μου καλησπέρα
Τελικά το βρήκα, το κενό χαρακτηρίζεται από άπειρη γελοιότητα!
Πριν μπορέσουμε να μιλήσουμε για ανάλυση ταινιών με έντονες αναφορές στον Καλβινισμό καλό θα ήταν να γνωρίζαμε και κάτι για τη συγκεκριμμένη θρησκεία αλλά και τις ενδεδειγμένες συνέπειες της κοσμοθεωρίας που απορρέει από αυτόν…
Το κουβαδάκι μου το έχω πάρει εδώ και καιρό από εκεί που βρίσκεται η αχαλίνωτη μηδαμινότητα.Το περιφέρω μεταξύ Λονδίνου, Μάνσεστερ, Λίβερπουλ, Οξφόρδης και Καίμπριτζ…
@ 16 Κύριε Γεωργίου
Το ποίημα, η ουσία και το ύφος του δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αναλωθούν στη λέξη,τη μια και μοναδική λέξη που συστήνει το νόημα και κατευθύνει τις ”διαγνώσεις” .Απομονώνεται τη λέξη ήλιος και με μια σειρά ρημάτων προσπαθείται να μας πείσετε οτι το ποίημα έχει βάθος ,μιας και ο ήλιος καίει εξευμενίζει κλπ. Ωστόσο το ποίημα δεν προκαλεί , δεν διεγείρει και φυσικά το αισθητικό του αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό. Εμμένει στην αισθητοποίηση αφηρημένων και μη εννοιών μιμούμενο σύγχρονους λογοτέχνες ,δεν θα ονοματίσω, οι οποίοι μετέρχονται την άγνοια του κινδύνου και αλλοιώνουν την φαντασία μας, τις καθαρές εικόνες , το ρίγος του παραληρύματος και μας οδηγούν σε μια επίπεδη (για τους πολλούς καινοτόμα) αίσθηση. Η οσμή της πράξης η πάνσεπτη λήθη κλπ ενώ διέπονται από μια δραματικότητα που θα μπορούσε να ολοκληρωθεί αφ’ εαυτού της (και πάλι κατά τους πολλούς) χάνουν ως εικόνες το βηματισμό τους και ολισθαίνουν. Είναι η αδυναμία μας και κυρίως η ουδετερότητα μας.
Επίσης ,πράγματι ο ποιητής δεν φτιάχνει δικούς του κόσμους . Το μέσο του ποιητή για να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση είναι το βίωμα . Αποδεσμευμένος από τις ευνουχισμένες εικόνες και αποκαθαίροντας τις λικνιάσεις των πραγμάτων ,ο ποιητής είναι ο καταλύτης της καταστροφής. Τα πιο απεχθή ποιήματα είναι τα μέτρια ,αυτά που τελειώνουν χωρίς να εκρήγνυνται, χωρίς να σε μαυρίζουν στο ξύλο , αυτά που αναμετρώνται με την κίνηση του αλόγου και παίρνουν τον πούλο.
Και κλείνοντας , ο ποιητής κύριε Γεωργίου είναι ένα βαμπίρ. Δαγκώνει τις εξοχές του κώλου του χωρίς να τις αναμασά. Δεν ατενίζει ποτέ το πέλαγος και δεν θεωρεί τους μαστούς του μέρος της ποιητικής ώρα. Η ποιητική ώρα είναι η ολόκληρη ώρα. Η αμείωτη και επιταχυνόμενη ώρα.Η επανάσταση. Τέλος ,ο ποιητής μετα τις δώδεκα το βράδυ(αυτή είναι η ποιητική ώρα) κοιμάται γιατί πολύ απλά έχει ήδη ξεχάσει οτι είναι ποιητής.
κ.Πατιέ
Δεν ξέρω απο τι υλικό είναι φτιαγμένο αυτό που λένε “ρίζες”, αλλά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι πολύ ανθεκτικό και ευλύγιστο. Έτσι, καθώς απομακρύνεται κανείς, αυτό τεντώνεται μα δεν σπάει ποτέ. Κι όσο πιο μακριά πας, τόσο πιο πιο μεγάλη η ελκτική δύναμη που ασκεί πάνω σου και τόσο πιο πολύ πονάει. Κι ο πόνος γίνεται όλο και πιο ανυπόφορος με την πάροδο του χρόνου. Σας εύχομαι πάντως η απόσταση με τη Γηραιά Αλβιώνα να είναι τέτοια που όλα αυτά να παραμείνουν υποφερτά. Ξέρετε κι εκεί (οπουδήποτε “εκεί”) σαν ξένο μ’ έχουν (αρκεί να έχω λίγο διαφορετική προφορά) κι εδώ σαν ξένο με κοιτούν (αρκεί να έχω λίγο διαφορετικό λόγο). Η διαφορά είναι ότι δώ μπορώ να “συνομιλώ” με 5-10 ανθρώπους που με την συμβατική αριθμητική είναι ελάχιστοι, με τη δική μου όμως πολύ περισσότεροι απ’ όλους τους άλλους.
Η μετριότητα είναι παγκόσμιο φαινόμενο στις μέρες μας και δεν άπτεται μόνο των λογοτεχνικών ή καλλιτεχνικών λεγόμενων κύκλων. “Πάμε” φώναζε ο Γιωργάκης πριν μερικές μέρες, ΠΑΜΕ ίδρυσε η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, “Πάμε” φωνάζουν κι οι διάφοροι ατάλαντοι απο σκηνής που βαρούν δυο ακόρτντα στην κιθάρα και διεκδικούν τη δική τους εξουσία πάνω στο “πόπολο”, πεπεισμένοι (απο μόνοι τους, δεν τους τόπε κανείς) ότι είναι απόγονοι/διάδοχοι του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι ή του Dylan. Π-Α-Μ-Ε, Παγκόσμια Α(στερητικό, βάλτε όποια λέξη νομίζετε μετά) Μετρίων Εποχή!
κ.Πατιέ (αλλά και οι άλλοι)
Σήμερα πληροφορήθηκα πως κάποιοι “πατριώτες” κατέλαβαν μια παιδική χαρά κάπου στην Αθήνα λέει, έδιωξαν τους ξένους (κάτι δύστυχους μετανάστες δηλαδή) και ύψωσαν την ελληνική σημαία (είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς υπερθεμάτιζαν την απόφαση του Σημίτη το ’96 να την κατεβάσει απ’ τα Ίμια). Προχτές ένας άλλος μετανάστης κατέληξε απο τα βασανιστήρια (πνευμονικό οίδημα είπαν). Σήμερα πάλι κάτι… καλόπαιδα της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ (οι αυριανοί ευνοούμενοι του συστήματος δηλαδή) τα έκαναν λαμπόγυαλο στην ΑΣΟΕΕ και η σύγκλητος αποφάσισε να κλείσει τη σχολή. Γιατί; Ποιός ξέρεις ίσως ζήλεψαν τους Ολυμπιακούς και τους Παναθηναικούς οπαδούς. Απ’ την άλλη είναι κι εκείνη η συζήτηση για την άρση του Πανεπιστημιακού Ασύλου (Βρε λες να…). Κι αυτά είναι λίγα μόνο απ’ όσα πολλά συμβαίνουν γύρω μας, στην Ελλάδα μόνο. Κι έχουν συμβεί πάρα πολλά και κοσμοιστορικά απ’ τη δεκαεττία του ’70 μέχρι σήμερα.
Κι οι ποιητές των νεώτερων γενεών; Αυτοί μου θυμίζουν το συγχωρεμένο αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο που έλεγε ότι δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι υπήρχε δικτατορία στην Ελλάδα, ότι υπήρχαν συλλήψεις, φυλακίσεις και εξορίες, γιατί ήταν φοιτητής και διάβαζε! Όταν λοιπόν κι οι ποιητές δεν έχουν πια “λόγο”, όταν στρουθοκαμηλίζουν τότε αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει ελπίδα (για τη γενιά μας ή τις γενιές μας τουλάχιστον). Εξαιρέσεις υπάρχουν ευτυχώς αλλά επιβεβαιώνουν -όπως πάντα- τον κανόνα δυστυχώς!
Γιατί αν είχαν “λόγο” δεν θα είχα κι εγώ λόγο να ασχολούμαι με τις “θάλασσες” και τις “πυρές”. Ειλικρινά σας λέω λίγο θα μ’ ενδιέφεραν αυτά!
Ο Πικάσο ήταν πολύ μεγάλος ζωγράφος και θα ήταν ίσως και χωρίς τη Γκουέρνικα. Ο Μούνχ δεν ήταν ισάξιος αλλά μας άφησε την “Κραυγή”. Ο Σοστακόβιτς δεν ήταν ποτέ Μπαχ ή Μπετόβεν αλλά ήταν ο συνθέτης της Συμφωνίας που έμεινε γνωστή σαν “1905”.
Να είστε όλοι καλά!
Αγαπητέ περιηγητή,
Δυστυχώς και στη γηραιά Αλβιώνα τα πράγματα δεν πάνε καλύτερα. Το φασιστικό εθνικό μέτωπο κερδίζει συνεχώς ψήφους εν μέσω οικονομικής κρίσης και αποτυχίας των εργατικών να προσφέρουν μία βιώσιμη πολιτικά λύση.
Προσωπικά ζώντας μέσα στην Ακαδημαική κοινότητα δεν έχω προβλήματα γιατί η δομή των αγγλικών πανεπιστημίων εξασφαλίζει την (και εθνική) πολυφωνία. Μόλις όμως βγω παραέξω γνωρίζω πως υπάρχουν δρόμοι που είναι ‘απαγορευμένοι’ σε όσους δεν έχουν τη ντόπια προφορά. Αν και το Λίβερπουλ είναι παραδοσιακά η πιο ‘αριστερή’ από τις αγγλικές μεγαλουπόλεις, υπάρχει έντονη στον αέρα μια ‘απέχθεια’ για κάθε τι προσανατολισμένο σε πολυφωνία. Ακόμη και το Λονδίνο, η κατεξοχή μητρόπολη κάθε φυλής και έθνους, κλείνει τις πόρτες της σε κάθε τι ‘ανανεωτικό’.
Ο Πίντερ δυστυχώς δεν υπάρχει πια και η λογική του Big Brother κυριαρχεί στις τηλεοράσεις.
Το μόνο καλό είναι πως εδώ τα φύκια δεν τα βαφτίζουν μεταξωτές κορδέλες, και όσο για τους ποιητές, εδώ να δελιτε διενέξεις και καυγάδες!
Υπάρχουν όμως συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης τόσο του ποιητικού λόγου όσο και της κριτικής σε αυτό, κάτι που η Ελλάδα ποτέ δεν είχε…Ακόμη και τον Καβάφη, πρώτη η Αγγλική κριτική τον ανακάυψε, τη στιγμή που ο Παλαμάς τον έθαβε…Ακόμη και ο Σεφέρης έθαψε στην κυριολεξία τον Σικελιανό στη μοναδική του νουβέλα…
Η ποίηση όμως έτσι κι αλλιώς είναι αδύνατον να εκφράσει ακέραιο πολιτικό λόγο, γιατί μέσα στις επιδιώξεις της είναι ο ‘υπερκερασμός’ της καθημερινότητάς μας. Σας θυμίζω την κατάληξη του Μαγιακόφσκι και της Αχμάτοβα…
Να είστε καλά. Χαίρομαι πάντοτε να συνομιλώ μαζί σας, ακόμη και είναι να διαφωνήσω. Εδώ τουλάχιστον νιώθω πως υπάρχει Λόγος και λόγος να το κάνω.
Κλείνω με μία ευχή-παραίνεση προς το ποιείν: δημιουργείστε τις συνθήκες για διάλογο με επιχειρήματα και περιθωριοποιείστε τις κραυγές ανούσιας ‘αυτοεπιβεβαίωσης’ κάποιων σχολιαστών-αναγνωστών-συνεργαστών σας. Η διαφωνία πρέπει να υπάρχει ως εκκίνηση και όχι ως άρνηση αναγνώρισης του αντιθέτου…
Καληνύχτα σας
Δεν κοιμάμαι. Αυτό και μόνο σημαίνει πως δεν είμαι ποιητής; ή είναι ποιητική η αϋπνία;
Αναγκάζομαι να γράψω όχι για να έχω την τελευταία λέξη αλλά γιατί πρώτον με θλίβει η παραποίηση αυτών που έγραψα και δεύτερον αδυνατώ να κατανοήσω τη θέση σου. Αναφέρομαι σε σένα Αναστασία (ο ενικός μου δεν είναι από αγένεια σε καμία περίπτωση. Είναι που αυτός ο πληθυντικός προς ενα πρόσωπο περιέχει βία όσο και υποκρισία -για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις όσα γράφω είναι η άποψή μου. Δεν εκπροσωπώ καμιά αλήθεια έξω μου ή μέσα μου, απλώς είμαι ή γίνομαι).
Δεν έγραψα πουθενά για ήλιο ούτε προσπάθησα να πείσω κανέναν για το βάθος ή όχι του ποιήματος. Απευθύνθηκα πολύ φιλικά στον περιηγητή, τον οποίο και παρακολουθώ μέσω του ποιείν με ενδιαφέρον, λέγοντας, «νομίζω πως αδικείς το ποίημα».
Κι εσύ Αναστασία, όπως κι εγώ, απλώς καταθέτεις τη δική σου άποψη-θέση. Όμως φαίνεσαι θυμωμένη μιας και η άποψή μου είναι διαφορετική από τη δική σου. Θα έπρεπε να σου ζητήσω συγγνώμη; να μην ξανακάνω κάτι που σε ενοχλεί; Δεν υπάρχει μια μοναδική απάντηση στην ερώτηση τι είναι ο ποιητής και τι πρέπει να κάνει με τον κώλο του, όπως και ποια είναι η ποιητική ώρα, πότε ο ποιητής κοιμάται, προς τα που ατενίζει κ.α. Ο κάθε ποιητής, έγραψα, «είναι και δημιουργός του κόσμου του», δεν είπα ότι φτειάχνει δικούς του κόσμους κατά τον τρόπο που πχ. φτειάχνει κανείς σαρμαδάκια ή πύργους από άμμο στην παραλία. Είναι ποιητής, δηλαδή δημιουργός, και δημιουργεί τον κόσμο του -τι άλλο; διαφορετικά δεν είναι ποιητής. Αυτό που φτειάχνει είναι φύση, εννοώ, μια αφθονία χρωμάτων, ήχων, σχημάτων, αισθημάτων, σκέψεων, «και μάλιστα με τα υλικά που αναβλύζουν από τις πηγές του» (του ποιητή), την γλώσσα του, την εκφραστικότητά του.
«Το μέσο του ποιητή για να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση είναι το βίωμα», λες. Δεν καταλαβαίνω. Το βίωμα είναι το μέσο του ποιητή μόνον; οι υπόλοιποι που δεν είναι ποιητές δεν έχουν βιώματα ή η αυτοπραγμάτωση ανήκει μόνο στους ποιητές; και ποιοι είναι οι ποιητές; αυτοί που εσύ κατονομάζεις, αυτοί που εκδίδουν βιβλία, οι άλλοι που το λένε, οι βραβευμένοι, εκείνοι που το πιστεύουν, αυτοί που γράφουν, οι άλλοι που γουστάρουν σαλόνια, ποιοι; και τι σημαίνει ακριβώς αυτοπραγμάτωση;
«..οι οποίοι μετέρχονται την άγνοια του κινδύνου και αλλοιώνουν την φαντασία μας, τις καθαρές εικόνες, το ρίγος του παραληρύματος και μας οδηγούν σε μια επίπεδη (για τους πολλούς καινοτόμα) αίσθηση». Πάλι δεν καταλαβαίνω. Η φαντασία σας (δεν ξέρω σε ποιους αναφέρεσαι με τον πληθυντικό «μας», όμως δηλώνω σαφώς ότι εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτή τη διάκριση σε «αυτοί» και «εμείς» όπως προκύπτει από τη φράση σου) αλλοιώνεται. Η φαντασία αυτή είναι δηλαδή παγιωμένη, συγκεκριμένη, και δεν επιδέχεται αλλοίωση; ούτε διεύρυνση; ή όταν επιδέχεται αυτή θα είναι πάντοτε αρνητικής σημασίας; Οι καθαρές εικόνες είναι σαν τους καθαρούς πολίτες; Το ρίγος του παραληρήματος τι είναι; Και όλη αυτή η αλλοίωση οδηγεί σε μια επίπεδη αίσθηση; Μπορεί φορές να μην έχει θετικό ή κάποιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα, αλλά σίγουρα η αλλοίωση δεν οδηγεί στην επιπεδότητα. Στην επιπεδότητα οδηγεί η παγίωση, η μονιμότητα. Ακόμα: πως μετέρχεται κανείς την άγνοια του κινδύνου; Όσο για τη μίμηση δεν γνωρίζω, πραγματικά. Αν τίθεται τέτοιο θέμα καλό είναι να γίνεις πιο συγκεκριμένη. Ίσως θα ήταν η πιο εποικοδομητική κριτική εδώ για τον ποιητή. Αλλιώς τέτοια κατηγορία έχει σκοπό μόνο να βλάψει το ποίημα.
Το «η οσμή της πράξης πάντα θα σε προδίδει» είναι η μόνη μου «κριτική» στο ποίημα αυτό, που φυσικά δεν είναι κριτική παρά η άποψή μου για τους συγκεριμένους στίχους, οι οποίοι μου άρεσαν και ήμουν αρκετά σαφής στο γιατί -αρκεί βεβαίως να μην είναι κανείς «καρτεσιανός»..
Υ.Γ. συμφωνώ πλήρως -ή μάλλον σχεδόν σε όλα..- με τα 28@ και 29@
καλό βράδυ σε όσους δεν κοιμήθηκαν ακόμη
Αρνουμαι ενα σχολιασμο περαν του ποιηματος του κυρ. Τολια..Μενω στις υπεροχες εννοιες που αποφερουν οι λεξεις του …..Αλλωστε η ποιηση δεν εχει συγκεκριμμενα καλουπια κατα την ταπεινη μου αποψη
Ποίημα αισθαντικό με φόντο την εσωτερική
προσέγγιση της αλήθειας του.
Κυριε Γεωργιου,
Πολυ σπάνια νευριάζω, αγανακτώ, επιτίθεμαι. Τα συναισθήματα μου όπως και οι λέξεις μου με υπηρετούν και θυσιάζονται για τη διατηρηση μου. Σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει το αντίστροφο. Προσπαθείτε να κατανοήσετε κάτι απολύτως ακατανόητο ,κατι που βιωνεται και φυσικα δεν αναλύεται . Σχετικα με το ποιον αφορα το βιωμα ,δεν ξερω να σας απαντησω. Σας μιλω μονο γι’ αυτά που ήδη ξερω. Τελος, ο δρομος για να φτασεις στην αποθεωση ειναι ενας και μοναδικος. Δυστυχως, οι δρομοι δεν ειναι πάντα δυο ,όπως μαθαιναμε απο τα παιδικά μας χρονια, αν και αυτος ειναι ενας πολυ καλος τροπος για να διασκεδαζεις την αναπηρια σου.
μου λέγανε στο σχολείο ότι ότι
η Τέχνη εξαγνίζει το γυναικείο κορμί
και τα αρχαία αγάλματα λευκά και λευκά
και να μην είμαι πονηρός
και οι ζωγραφιστές ολόγδυτες καλλονές
εκείνες της Αναγεννήσεως παρθένες κόρες αγνές
(αμάν δάσκαλε γιατί με θάβεις ζωντανό;)
η Τέχνη δε διεγείρει ταπεινάς ορέξεις – επιμένουν
παιδί μου ήθος ηθική ηθικότης – επιμένουν τα κνώδαλα
μα εγώ ο άθλιος διαβλέπω ερωτικήν διάθεση
και στο πως φουμάρει μια γυναίκα
…Η γραμματική των φιλιών εξίσου απαραίτητη
με τη γραμματική των λέξεων…
ηλίας πετρόπουλος
ποιήματα
Αθήνα 1980
ΝΕΦΕΛΗ
Υ.Γ.
…I don’t want to feel the glory
I don’t need to be a king
I just want to spend my feelings
Into a perfect night…
http://www.youtube.com/watch?v=aidD4ZhtOA8
Αν πάντως αυτό το μέτριο ποίημα είχε γραφεί από κάποιον άγνωστο ποιητή
ή κάποιον πρωτοεμφανιζόμενο
τα σχόλια των ”διαδικτυακών κριτικών”
θα έδιναν και θα έπαιρναν.
Γιατί δε μιλάτε;..
Τα ποιήματα του κ. Τόλια μου αρέσουν γιατί υποκύπτουν στο μεγαλείο των αισθήσεων. Η αφή, η όραση, η γεύση, η ακοή και η όσφρηση, νομίζω πως κυριαρχούν στα περισσότερα ποιήματά του.
Τι θα ήταν εξάλλου το ερωτικό ποίημα χωρίς την αίσθηση? Για ‘μένα η ερωτική ποίηση είναι «πετυχημένη» όταν εξυμνεί τις μανιώδεις επιθυμίες ενός διεγερμένου σώματος χωρίς να μπει στον λεκτικό πειρασμό να μιλήσει για τη ψυχική κατάσταση. Η μόνη παρέμβαση του έρωτα που επιτρέπεται στο πνεύμα είναι η μελαγχολία. Κατά τα άλλα, η μελάνη με την οποία γράφεται το ποίημα θα πρέπει να είναι «σάρκινη».
Αυτό φυσικά είναι προσωπική εκτίμηση και δεν σημαίνει πως απορρίπτεται ένα ποίημα το οποίο αγγίζει περισσότερο τον ψυχικό τομέα παρά τον σωματικό, απλώς ο πλατωνικός έρωτας δεν μου είναι προσφιλής και ως αναγνώστρια κάνω ανάλογες επιλογές.
Όσον αφορά τώρα συγκεκριμένα στα ποιήματα του κ. Τόλια, θεωρώ πως βρίσκονται στο πεδίο των ευχάριστων ημι-εξαιρέσεων, επειδή καταφέρνουν να εκφράζουν ψυχικές καταστάσεις με τον τρόπο που θα εξέφραζαν σωματικές, ή και το αντίστροφο. Όπως τα ποιήματα της Κ. Δημουλά ως ένα παράδειγμα τεχνικής. Λέξεις που ταιριάζουν στο πνεύμα χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν κινήσεις του σώματος είτε λέξεις που χρησιμοποιούνται καθαρά για μία «υλική» κατάσταση, μεταποιούνται νοηματικά με τρόπο τέτοιο ώστε να εκφράσουν μία «άυλη» κατάσταση. Τέτοια ποιητικά τεχνάσματα προσδίδουν στο έργο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ενώ με λίγη παραπάνω ευστοχία/ ευγλωττία από τον δημιουργό, η ωραιότητα ενισχύεται.
Τέλος, η προσήλωση ενός δημιουργού στην πάσης φύσεως ερωτική ποίηση θεωρείται εκφυλιστική εμμονή (χρησιμοποιώ τον όρο που ανέφερε ο κ. Μουζάκης) όταν ο αναγνώστης της -για έναν άγνωστο και αδιάφορο στον δημιουργό, λόγο- μάλλον έχει αποκτήσει ο ίδιος κάποιου είδους εμμονή ή σύνδρομο λόγω απουσίας συντρόφου είτε αδυναμίας στον σωματικό είτε ψυχικό έρωτα γενικά. Αλλιώς με ποιο τρόπο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αρνητικά η ερωτική ποίηση? Άνθρωποι χωρίς έρωτα θεωρούν τον έρωτα κακό. Φθονούμε τον γείτονα επειδή έχει αυτό που δεν έχουμε εμείς, διαχρονική παράδοση. Χωρίς να θέλω σε καμία περίπτωση να συγκρίνω τον κ. Τόλια, αλλά τι άποψη θα είχαν όσοι θεωρούν τα ποιήματα αυτού και του καθένα που είναι λάτρης του ερωτισμού, για κάποιον Μπουκόφσκι, Μπρυκνέρ, ή , στην ακραία μορφή του ερωτικού στοιχείου, για κάποιον ντε Σαντ?
Άλλο να μην μας αρέσουν τα έργα κάποιου, αυτό είναι αποδεκτό και οπωσδήποτε σεβαστό. Αυτό το οποίο δεν επιτρέπεται θεωρώ πως είναι το να «επιβάλλουμε» στους άλλους τις δικές μας απόψεις.
Κύριε Τόλια, καλή συνέχεια στη ποιητική σας σταδιοδρομία.
”Τέλος, η προσήλωση ενός δημιουργού στην πάσης φύσεως ερωτική ποίηση θεωρείται εκφυλιστική εμμονή (χρησιμοποιώ τον όρο που ανέφερε ο κ. Μουζάκης) όταν ο αναγνώστης της -για έναν άγνωστο και αδιάφορο στον δημιουργό, λόγο- μάλλον έχει αποκτήσει ο ίδιος κάποιου είδους εμμονή ή σύνδρομο λόγω απουσίας συντρόφου είτε αδυναμίας στον σωματικό είτε ψυχικό έρωτα γενικά. Αλλιώς με ποιο τρόπο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αρνητικά η ερωτική ποίηση?”
Σε αυτό που λέτε Αγγελική
έχετε δίκιο.
Αρκεί να το εννοείτε για κάθε ζήτημα στην ποίηση.
Δηλαδή: πως θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αρνητικά το οποιοδήποτε ποίημα;
Το οποιοδήποτε ποιήμα μπορεί να χαρακτηρισθεί αρνητικά, ακόμη και μέσω ενός απλού “δεν είναι ωραίο/είναι μέτριο/κακό/αδιάφορο/του λείπει αυτό/του λείπει εκείνο” . Πιστεύω όμως οτι συγκεκριμένα η ερωτική ποιήση μάλλον δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται καθόλου, ούτε αρνητικά ούτε θετικά. Αυτό γιατί τότε θα είναι σα να παρεμβαίνουμε στον έρωτα, και το ποια είναι η σχέση του καθενός με τον έρωτα, πως τον εκ-λαμβάνει, πως τον αντιμετωπίζει, είναι καθαρά κάτι προσωπικό. Δεν μπορούμε να παρέμβουμε στο πως νιώθει τον έρωτα κάποιος. Θα μου πείτε, αν το ποιήμα είναι τόσο αισχρό πια ως ποιήμα να το προσκυνήσουμε κιόλας? Φυσικά και όχι αν δεν μας αρέσει ο τρόπος που έχει γραφτεί. Αλλά καλύτερα σε αυτή τη περίπτωση να μην πούμε τίποτα. Είμαι της άποψης πως ακόμη και η φράση “τι χαμπάρια ρε” (τρόπος του λεγειν) είναι ποιήση, αρκεί γι’ αυτόν που την εκφράζει να σημαίνει κάτι βαθύ, κάτι σημαντικό και να είναι συνδεδεμένο με τη ψυχή και τη καρδιά του.
Εν πάση περιπτώσει… προβλήματα με τους χαρακτηρισμούς δεν θεωρώ πως υπάρχουν στον έρωτα για τους λόγους που προανέφερα. Τώρα όμως, όσον φορά στα πολιτικά ποιήματα για παράδειγμα, που τα υποκείμενα είναι πολλά και “θερμόαιμα”, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες. Θέλω να πω πως αν το ζήτημα που θίγει ένα ποιήμα αντιπροσωπεύει μία υποκειμενική ιδέα είναι αδύνατον να μην χαρακτηρισθεί αρνητικά απο εκείνον που έχει την ακριβώς αντίθετη ιδέα. Νόμος δράσης-αντίδρασης σα να λέμε…
Εξάλλου, ένα γραπτό μπορεί να είναι πιο επικίνδυνο από ένα Καλάσνικοφ, μη το ξεχνάμε αυτό. Αλλιώς δεν θα υπήρχε και λογοκρισία. Η λογοτεχνία είναι αρένα. Ο μονομάχος θέλει να σκοτώσει το λιοντάρι και το λιοντάρι τον μονομάχο. Οι αντίθετες απόψεις, τα αντίθετα θέλω ή πιστεύω θα υπάρχουν πάντα. Και ποιά είναι η αλήθεια μέσα σ’ όλα αυτά? Υπάρχει άραγε? Ας προσπαθήσουμε να πείσουμε τον μονομάχο πως δεν πρέπει να σκοτώσει το λιοντάρι, και το λιοντάρι πως δεν πρέπει να φάει τον μονομάχο, να δούμε αν θα βγάλουμε άκρη.
Μάλλον στον χώρο της λογοτεχνίας πρέπει να πάψει να υφίσταται η κάθε κριτική, ο κάθε χαρακτηρισμός. Γιατί νομίζω πως για όσα χρόνια τώρα οι άνθρωποι προσπαθούν να βάλουν κριτήρια για το πως ένα έργο χαρακτηρίζεται καλό/μέτριο/κακό, δεν έχουν κάνει κανένα βήμα πέρα από το χάος.
Να μην πάψει η κριτική,
Η λογοκρισία να πάψει.
επιτρέψτε μου εδώ να παραθέσω κάτι που άκουσα/διάβασα και μου άρεσε:
Όλα πλάι πλάι, το ένα διαπερνά το άλλο, σαν τεράστια σχέδια που αλλάζουν διαρκώς. Έτσι θα υπάρχουν και αμέτρητες αλήθειες, όχι μόνο αυτή που αντιλαμβανόμαστε τόσο αμυδρά. Αλήθειες σε αταξία. Υπερπηδούν η μία την άλλη. Τα όρια είναι δημιούργημα φόβου, ψεύτικης ηθικής. Δεν υπάρχουν όρια. Ούτε για τις σκέψεις, ούτε για τα αισθήματα.
(από τη Φθινοπωρινή σονάτα του Μπέργκμαν)
Ακριβώς, κύριε Γεωργίου.
Αλήθεια είναι αυτό που ισχύει
έως ότου καταργηθεί
για χάρη μιας νέας αλήθειας.
Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε πολύ
τί είναι αλήθεια και τι όχι.
Η θέληση για αλήθεια είναι τελείως ανεξήγητη,
είναι η ίδια ιδεοληψία που μεταμφιέζεται
σε κάθε εποχή.
Μίστερ Μουζάκης
έχουμε κοινούς αναγνώστες στα μπλογκ μας.
😉
Για το καφενείο εννοείς;
Σου χα στείλει νομίζω
καιρό πριν…
και μέ γραψες.
😉
Ίσως δεν σου στειλα.
Θα τα πούμε αναλυτικά!
Σχόλια 40 και 41.
Ο για μένα μεγαλύτερος σκηνοθέτης και σεναριογράφος του κινηματογράφου, Μπέργκμαν, μας προσέφερε, πριν είκοσι επτά και τριάντα ένα χρόνια, δυο αριστουργήματα: «Φθινοπωρινή Σονάτα» και «Φάνη και Αλέξανδρος» αντίστοιχα. Στις ταινίες αυτές τα αδιέξοδα από την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και τη δογματική εισβολή και επιβολή του Θεού, αναδεικνύονται με μοναδικό τρόπο. Η ρίζα όλων των «κακών» το αλάθητο, απροσπέλαστο και αδιαμφισβήτητο «ΕΓΩ».
Ο Μπέργκμαν όμως ήταν αισιόδοξος και πίστευε ότι δεν είναι και τόσο δύσκολο να σπάσει το ΕΓΩ(ΠΑΘΕΣ) και ο άνθρωπος να αλλάξει. Απλά παραπέμπω στο μονόλογο με τον οποίο κλείνει το Φάνη και Αλέξανδρος.
Όταν ο Ποιητής δημιουργεί το ποίημα, αποπειράται να μιμηθεί το θεό.
Αυτός προστάζει τη γένεση, αυτός εξουσιάζει και προδιαγράφει τη μοίρα
των λέξεων.
«τι δύναμη θα είχε ο Θεός χωρίς τους πιστούς του» (περιφραστικά, χωρίς να θυμάμαι που ακριβώς το έχω διαβάσει)
Έτσι λοιπόν ο δημιουργός αυτάρεσκα επιζητά το έργο του
να λατρευτεί σε μια ιδιότυπη θρησκεία συναισθησιών.
Ψεύδεται ο Ποιητής όταν ισχυρίζεται ότι γράφει για τον εαυτό του ή για να επικοινωνήσει
με τους άλλους.
Η εγωιστική ρίζα της γραφής είναι πολύ βαθιά και μόνο ο ίδιος ο ποιητής
μετά από μεγάλη προσπάθεια μπορεί να την ξεριζώσει.
Αυθεντικός δημιουργός θα μπορούσε να είναι μόνον εκείνος ο οποίος αποτυπώνει, αποκρύβει και στο τέλος καταστρέφει το έργο του.
Δηλαδή να παραμείνει για πάντα ανεπίσκεπτη, η γραφή του.
Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ερωτική διάθεση για τη ζωή.
Ενσαρκώνουν, μια πανσέληνο.
(…αμετανόητος ανταλλάσω την πανσέληνο με το κορμί σου), ή ένα ηλιοβασίλεμα. Μεταφράζουν μέσα τους τις εικόνες σε αισθήσεις και τις εκτινάσσουν στο απόλυτο της ταύτισης.
Γιατί να πρέπει να ρίξουμε λίθο αναθέματος σε εκείνον ο οποίος υπαινισσόμενος περιγράφει το βάδισμα ενός κοριτσιού στο δρόμο μετά από τη βροχή:
Η βροχή σώπασε
πάνω στη γκρίζα
βρεγμένη άσφαλτο
Μόνο ο ήλιος
γυμνός
ξαπλωμένος ανάσκελα
σπαρταρούσε
σε κάθε σου βήμα.
Μα είναι υγιές σύμπτωμα όταν ο αμαρτωλός της ανάγνωσης συνειρμικά
σκεφτεί πως το προνόμιο της θέασης των γυναικείων μηρών
στην υδάτινη αντανάκλαση της ασφάλτου, δεν γίνεται να το έχει μόνον ο ήλιος.
Η ερωτική ποίηση μπορεί να ενοχλεί μόνον εκείνους που κάλεσαν τον άνεμο της ζωής
να σκορπίσει από τη μνήμη τους τα αγγίγματα των άλλων.
Εκείνους που κατήγγειλαν την ίδια τους τη ζωή στις αρχές των αισθήσεων
κι έτσι ο Έρωτας άστοργα τους εξοστράκισε.
Στον έρωτα όμως δεν απαιτείς, επαιτείς.
Ικετεύεις τον χρόνο να σε ελεήσει με την επιμήκυνση της ελάχιστης ερωτικής παρουσίας .
Υ.Γ.
ΣΦΑΓΕΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ
Στο θαλάσσιο
σφαγείο του απογεύματος
θα σε βυθίσω
αργά μέσα μου
σαν κοφτερό
δαμασκηνό ατσάλι
Κι όπως το τεράστιο
ερπετό της μέρας
θα αλλάζει
το δέρμα του
Θα σε αιμορραγώ
με τα χρώματα της δύσης.
Κύριε Τόλια υπάρχει μία αναδυόμενη αντιφατικότητα στις λέξεις η οποία καταδικάζει κάθε προσπάθειά μας να περιγράψουμε βιώματα ή έστω να τα κοινοποιήσουμε μέσω της γραφής σε εμάς τους ίδιους ή στους άλλους. Χωρίς να το θεωρώ αναγκαστικά ‘κακό’ για την -κάθε- γραφή, θα ήθελα απλώς να επισημάνω το αυθυπόστατο γεγονός της ανυπαρξίας τετελεσμένου ορίζοντα ερμηνείας τόσο των προθέσεων του ποιητή όσο και των πιθανών ερμηνειών του ποιήματος.
Μπορώ να δεχθώ την προσπάθεια ποιητικής γραφής ως μια προσπάθεια-από χέρι χαμένη- να δημιουργήσουμε τον εαυτό μας.
Κι εδώ, κατ’εμέ, έγκειται το πρόβλημα των ποιητικών τρόπων γραφής κι ανάγνωσης.
Η ερωτική διάθεση μπορεί να αποτυπωθεί με χίλιους δύο τρόπους, το θέμα είναι να υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης. Όσο επιμένουμε να περπατάμε το ίδιο μονοπάτι το ποίημα παύει να είναι ανάγκη αυτοολοκλήρωσης και γίνεται μανιέρα. Αυτό είναι το πρόβλημά μου και με τα ποιήματα που παραθέσατε.
Ενώ υπάρχει η ερωτική διάθεση και είναι δεδομένη η ποιητική προσπάθεια, κάτι μέσα μου μου λέει:’αυτό ξαναγράφτηκε με αυτό τον τρόπο ένα εκατομύριο φορές, πάμε παρακάτω.
Τονίζω πως τα όσα γράφω δεν αποτελούν μομφή προσωπική εναντίον σας, ταπεινή συνεισφορά για την αρχή διαλόγου αποτελούν.
Πέρα απ’ το αν μας αρέσει ή όχι το ποίημα του Τόλια, έχει δίκιο όταν λέει πως “Όταν ο Ποιητής δημιουργεί το ποίημα, αποπειράται να μιμηθεί το θεό.” (ή τέλος πάντων-προσθέτω εγώ- συμβαίνει κι αυτό κάποιες φορές),κάτι που είναι αντίθετο με την άποψη του περιηγητή σε κάποιο αρχικό του σχόλιο.
Ο αυτόχειρας
Δε θα μείνει στη νύχτα ούτʼ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τʼ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.
Χ.Λ. Μπόρχες
δεν ξέρω που βρίσκει το θράσος αυτός ο ξιπασμένος αργεντινός, αλλά είμαι μαζί του.
Δεν είναι έτσι. Ο σολιψισμός υπάρχει σαν κατανόηση του εαυτού μας ως μοναδική εγγύηση της πραγματικότητας, μόνο που τότε δεν μπορούμε να το κοινοποιήσουμε σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό μας.
Ο Μπόρχες δεν ήταν ξιπασμένος, χιουμορίστας ήταν. Το ποίημα που παρέθεσες δες το σαν μία de facto αναγνώριση της ακυρότητας του σολιψισμού ως στάση ζωής.
Δηλωτικά άπειρα και καθώς φαίνεται αστείρευτα, μα οι εφαρμογές τους επί χάρτου ανήμπορες. Την “ποιητική” φιλολογία σχολιάζει κανείς ή το ποίημα;
Δημιουργική φυγομαχία κάργα.
Στο μέτωπο έστειλε τις σκέψεις του αλλά ο ίδιος πλένει βαρύθημος στο σπίτι του τα πιάτα. Αυτό σημαίνει να είναι κάποιος ποιητής;
Καντήλια.
Το ίδιο το ποίημα από τη στιγμή που γράφεται είναι φιλολογία. Η ίδια η πράξη καταγραφής του είναι και η αιτία ‘έκπτωσής’ του.
Σκέψου το κι έτσι: κάθε φορά που κάποιος γράφει ένα ποίημα, αφήνει το έργο του να πάει στην πρώτη γραμμή για τον σφαγιασμό της κοινοποίησης και ο ίδιος επιστρέφει στη λάτρα.
Αναμένα?¨:)
Καλησπέρα Γιάννη.
Κάπως έτσι, ναι.
Καντήλια: όπως το “ρίχνει καντήλια…”
Κοίταξε Γιώργο, καμιά φορά η ανάληψη μιας δημιουργικής διεκπεραίωσης προσφέρει πολλά καλά.
Αλλά η διεκπεραίωση δεν είναι τέχνη.
μάλλον το χιούμορ του μπόρχες είναι πιο εμφανές απ’ το δικό μου 🙁
κ.Τόλια λέτε: “Όταν ο Ποιητής δημιουργεί το ποίημα, αποπειράται να μιμηθεί το θεό”. Φαντάζομαι με την ευρύτερη έννοια του θεός = δημιουργία/φύση ή και το αντίστροφο.
Φοβάμαι ότι μπερδεύετε τον μάγο/ιερέα με το ίδιο το ιερό. Αυτό είναι μια “παπική”, κατα κάποιο τρόπο, προσέγγιση της ποίησης αλλά είναι δικαιωμά σας να την έχετε. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος παραδέχεστε, ότι τους θεούς του κάνουν οι άνθρωποι.
Πάντως δεν γνωρίζω κανέναν απο αυτούς που αποκαλούμε μεγάλους του “συναφιού” και που προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον “ποιητή”, να έχουν παρόμοια άποψη με τη δική σας. Ανεξάρτητα αν συμφωνώ με την προσέγγιση του καθενός απ’ αυτούς.
Δυό αιώνες -και βάλε- πρίν ο Goethe έλεγε πως “κάθε ποίημα είναι κατά κάποιον τρόπο ένα φιλί που δίνει κανείς στον κόσμο” για να συμπληρώσει βέβαια “αλλά μόνο με φιλιά δεν γίνονται παιδιά”.
Αρκετά χρόνια αργότερα ο Isidore Ducasse υποστήριζε ότι “ο ποιητής παρηγορεί την ανθρωπότητα” και πως “οι ρόλοι αντιστρέφονται αυθαίρετα”.
Πιό κοντα στις μέρες μας, ο Ρίτσος αποκαλούσε εαυτόν “απαρηγόρητο παρηγορητή του κόσμου”. Έλεγε επίσης ότι πιθανή ημερομηνία γέννησής του είναι “το 903π.χ ή το 903μ.χ” για νάρθει να “δέσει” αυτό με το Ελυτικό “Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;”
Αλλά και χρόνια πριν τον Ελύτη, ο Σολωμός:
“Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.”
Τώρα απ’ το παραπάνω, στην παραγματικότητα μόνο τους στίχους 3 και 4 χρειαζόμουν. Μιας που -κατα την άποψή μου τουλάχιστον- “αλαφροίσκιωτος” εδώ είναι ο ποιητής αλλά είναι και οι στίχοι απ’ τους οποίους πηγάζει και το Ελυτικό που προανέφερα. Πέρα απ’ το αριστουργηματικό του πράγματος όμως , το απόσπασμα αυτό του Σολωμού είναι κι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι σημαίνει ότι ο ποιητής είναι δημιουργός (κυριολεκτικά και μεταφορικά).
Ελπίζω να έγινα κατανοητός μ’ όλ’ αυτά.
Προσωπικά δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτό που λέτε “ερωτική ποίηση”. Η ποίηση κι όλη η τέχνη πιστεύω -στο κάτω κάτω της γραφής- τον έρωτα/ζωή και το θάνατο διαπραγματεύεται. Ο ποιητής δεν κοιτάζει όμως απλά. Βλέπει. Παίρνει θέση. Γι’ αυτό και ο λόγος του είναι πάντα πολιτικός (με την ευρεία έννοια πάντα). Άλλωστε όπως έλεγε πάλι ο Isidore Ducasse: “Δεν υπάρχουν δύο είδη ποίησης. Η ποίηση είναι μία”.
Όσο για το τί είναι η γραφή για τον ίδιο τον ποιητή… Σε ότι με αφορά, τα Μαρμαρένια Αλώνια.
Όχι Γιάννη, δεν είναι τέχνη. Όταν αποστασιοποιούμαστε δεν κάνουμε τέχνη, απλά την φθονούμε.Το ερώτημά μου παραμένει όμως, μήπως η ίδια η γραφή και καταγραφή ενός ποιήματος καθώς και κάθε άλλου έργου τέχνης δεν είναι αποστασιοποίηση? Και τελικά, είναι δυνατόν να υπάρξει τέχνη πέρα από την ανάγκη μας να εφεύρουμε τον εαυτό και την πραγματικότητά μας?
Όχι Βασίλη, απλώς η δική μου κατανόηση ολισθαίνει.:)
Γιώργο, τα έχω απαντήσει και τα δυο στο γνωστό δοκίμιο.
Με το εκτενές σχόλιο του αγαπητού Περιηγητή θα συμφωνήσω σε μεγάλο ποσοστό – ωστόσο υπάρχει σ’ αυτό μία εσωτερική αντίφαση (αλλά την αφήνω ασχολίαστη γιατί αφορά το ποιόν της διάκρισης του σχολιαστή και όχι το θέμα της κουβέντας μας…)
Ναι, ο ποιητής είναι αυτός που δημιουργεί εκ του μηδενός Θέση – όχι αυτός που προσφέρει επίθεση, αντίθεση, απόθεση, κατάθεση κτλ…. (βλ. πάλι “Η Ποίηση και η Κατάσταση”)
Καλό απόγευμα.
“No, I’ll be sworn. I make as good use of it as many a man doth of a death’s-head or a memento mori. I never see thy face but i think upon, hellfire and Dives that lived in purple; for there he is in his robes, burning, burning.”
(King Henry IV, Part I, Act 3, Scene 3, Falstaff)
Burning, burning…
“Μόνον ο ηλίθιος, έτσι κι αλλιώς, θα νοιαστεί.”
Ακριβώς, μόνον ο ηλίθιος…
Και στο τέλος θα αναφωνήσει Σώσε Κύριε Τον Λαό Σου Και Ευλόγησε Την Κληρονομιά Σου.
Σμυριδαλοιφή…. στα επίμαχα.
Ο αυτόχειρας
Δε θα μείνει στη νύχτα ούτʼ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τʼ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.
Χ.Λ. Μπόρχες
O τελευταίος στίχος πρέπει να αποτελέσει οδηγό για την προσέγγιση μας.
Γιατί, όταν ξυπνάω, στάζω θάλασσα;
Γιατί όταν ξυπνάω το πρωί, ψάχνω ένα τραγούδι,
μια λέξη, έναν άνθρωπο, ένα ποίημα, μια δουλειά;
Γιατί διψάω για νερό;
Τι θέλω, τι ζητάω;
Γιατί, όταν ξυπνάω, στάζω θάλασσα;
Τι πέλαγα, τι κύματα, τι φουρτούνες πέρναγα,
περνούσα όλη τη νύχτα;
Βάλε, πάρε ένα –δυο βιβλία στην τσάντα σου,
αχρείαστα να ‘ναι όπως οι άλλοι βάζουν ένα παξιμάδι,
ένα πορτοκάλι, ένα παυσίπονο, ένα Depon.
Θα βρεις κάποιον να του τα διαβάσεις,
να του πεις κάτι.
Την ευχή, το ποίημα, χίλια φιλιά βαθιά…
Πίσω απ’ τα βουνά, απ’ τις θάλασσες που αγαπάς,
σου έχω φέρει, σου αγόρασα ρούχα, παπούτσια, πανωφόρι,
σε είδα, σε κατάλαβα, χρόνια, μέρες σε παρακολουθώ,
βλέπω, έλα ξέρω το σύνθημα, το pin,το παρασύνθημα, τον κωδικό,
ξέρω τη λέξη, έλα, μη φοβάσαι, έλα, άνοιξε το φανάρι,
το κρατάω εγώ. Ανέβα.
Του ΘΟΔΩΡΗ ΓΚΟΝΗ από τον σημερινό «κόσμο του Επενδυτή»
-Γιατί έκανες κοιμισμένος μακροβούτι στα ρηχά.
Τι συμφορά είναι ετούτη.
http://lego4.blogspot.com/2009/05/jean-luc-marion.html
Εξαιρετικό βιβλίο.
Thanks for the tip!
Νομίζω θα έρθει και από το Μάντσεστερ, εάν βρω χρόνο θα πάω.
Απορώ πάντως πως επιβιώνει στο Σικάγο, εκεί η continental philosophy είναι εκτός νόμου! 🙂
ΣΙΩΠΗΡΟΣ ΓΟΝΟΣ
Μ’ αρέσει αυτή η κύηση
Η σιωπή
Η σήψη
Η απραξία των πραγμάτων
Των λέξεων η συναγωγή
Των σκοτεινών μου πόθων η περιπολία
Ο τελευταίος σπασμός είναι το ποίημα.
Η αρχέγονη αιτία της δημιουργίας είναι ο Χρόνος και οι στιγμές του.
Η στιγμή δεν έχει ηλικία.
Διαθέτει αυτομάτως όλη την προαιώνια γνώση και αίσθηση.
Δίνει μόνο αυτά που ο καθένας αντέχει να πάρει.
Η στιγμή είναι η ερωμένη που το σπέρμα του μυαλού μας
γονιμοποιεί μόνο την ανάμνησή της.
Η ποιητική δημιουργία είναι διφορούμενης ευεργεσίας κύηση.
Η χρονική της διάρκεια πάντοτε απρόβλεπτη
και ο τοκετός «ηδονικά οδυνηρός»
Όμως ο τρόμος της επαπειλούμενης αποβολής, της μνήμης των εικόνων,
δια βίου σε συντροφεύει.
Ο στίχος που γεννιέται, αυτό το αδηφάγο ον,
απαιτεί να τραφεί από τις αισθήσεις των άλλων.
Ίσως η αποτύπωση του στο φως από το δημιουργό,
είναι μια λυτρωτική παιδοκτονία.
ΕΝΑΝ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑ ΣΤΙΧΟ
Νύχτα
και το οινόπνευμα στο αίμα
εγγύηση
για μια χωρίς αφή
χωρίς όραση μελαγχολία
Και η βροχή
αυταρχική ερωμένη
σου παραδίδει
έναν αλιγάτορα στίχο
Χρόνια τώρα τον κρύβεις
κάτω από το δέρμα σου
Έτσι τον τρέφεις.
“And thou a lunatic lean-witted fool, Presuming on an ague’s privilege, Dar’st with thy frozen admonition, Make pale our cheek…”
(King Richard II, Act 2, Scene 1)
🙂
ΥΓ
Δεν φθάνει η στιγμή κ. Τόλια.Χρειάζεται και το άπειρο. Ο χρόνος δεν αρκεί και η πτώση αναζητά δικαίωση πάντα στον επίλογο ποτέ στις λέξεις που τον περιγράφουν.
Ρενέ Ζιράρ – Κριτικές από το Υπόγειο από τα πλέον βαρετά βιβλία …Ελπίζω αυτό που προτείνετε να ‘ναι πιο καλό.
“το σφαγείο του απογεύματος” – σφαγείο της αισθητικής μας …έλεος…
να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα γιατί έχετε ξεφύγει κύριοι “ποιητές”;
Η χρόνια ανακύκλωση
ψευδοσυναισθηματικών μετεφηβικών παρορμήσεων
δεν είναι ποίηση, είναι μιζέρια…
Οι πομπώδεις εκφράσεις
και η ξεκάρφωτη χρήση “εντυπωσιακών λέξεων” που τις ανασύρουμε από κάποιο λεξικό και που ίσως πριν δεν γνωρίζαμε ούτε καν τι σημαίνουν
προκαλούν το γέλιο…
Όταν επαναλαμβάνουμε συνεχώς τον εαυτό μας είναι σαν να “λογοκλέπτουμε”…
Μερικά “σιτεμένα” αγοράκια και κοριτσάκια διαρκώς κοπανιούνται, κλαίνε, χτυπιούνται, αιμορραγούν, μιζεριάζουν, στάζουν έρωτα,
και λένε ότι γράφουν ποίηση,
αυτά είναι στιχάκια για το facebook όχι να τα κυκλοφορούν σε ποιητικά στέκια και μάλιστα να τα εκδίδουν…
(σας λέω πριν αρχίσουν οι απορίες, ότι δεν είμαι ποιητής δεν έχω γράψει τίποτε κι ούτε θα γράψω αφού δεν το κατέχω το αντικείμενο
είμαι αναγνώστης λατρεύω την ποίηση
και νομίζω ότι έχω δικαίωμα να κρίνω οτιδήποτε πέφτει στην αρένα
είμαι απλώς, ένας ανώνυμος αναγνώστης που παρακολουθεί τα ποιητικά δρώμενα)
Επειδή το θέμα με ενδιαφέρει (και) επαγγελματικά, κ. Μίχο στα αλήθεια έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά έργα του Κίρκεγκωρ με τίτλους: ‘Ρεγγίνα’, και ‘Συμπόσιο’? Γιατί δεν υπάρχουν στα επίσημα άπαντά του! Δεν σας αμφισβητώ, απλά θα μου προσφέρατε μεγάλη βοήθεια αν μου γράφατε τους περιληπτικά σε τι αναφέρονται! Υποθέτω πως η Ρεγγίνα είναι η πρώην αραβωνιαστικιά του Ρεγγίνα Όλσεν και ο Κίρκεγκωρ αναφέρθηκε στο Συμπόσιο του Πλάτωνα (κυρίως) στο ‘Stages of Life’, βιβλία πάντως δικά του με αυτόν τον τίτλο δεν υφίστανται!
Το ίδιο συμβαίνει και με το ‘ημερολόγιο ενός αποπλανητή (seducer)’ το οποίο είναι κομμάτι (πολύ μικρό) από το βιβλίο του ‘Either/Or’!
Ρε τους Ελληνάρες! Ξαναλέω δεν σας αμφισβητώ, απλά πραγματικά θα με βοηθούσατε εάν μπορούσατε να μου δώσετε περισσότερες πληροφορίες. Μόνο η ‘Επανάληψη΄υπάρχει ως αυθύστατο και ολοκληρωμένο έργο του αλλά και πάλι η ελληνική μετάφραση είναι αθλιότατη.
Καλημέρα σας.
ΥΓ
Ποιός είναι ο Νικολάκης?
Αναφέρεστε στη μετάφραση της Σκοπετέα; Τέτοια ξιπασιά…
Ίσως η καλύτερη μετάφραση φιλοσοφικού έργου στα ελληνικά.
Έχετε διαβάσει τις μεταφράσεις των Hong? Μιλούσαν Δανέζικα βέβαια και ήταν διαρκώς σε συνεργασία με το κέντρο Κιερκερντιανών σπουδών στην Κοπεγχάγη…
Έχετε λάβει μέρος σε συνέδρια με θέμα την απόδοση του συγκεκριμένου έργου σε άλλες γλώσσες?
Έχετε ασχοληθεί καθόλου με αποδόσεις εν γένει φιλοσοφικών κειμένων?
Τη συγκεκριμένη κυρία δεν τη γνωρίζω, ούτε και έχω κάτι εναντίον της.
Το θέμα είναι πως -κατά την προσωπική μου πάντα άποψη- η συγκεκριμένη μετάφραση επιδέχεται -κρίσιμων- μετατροπών…
Mας άφησε χρόνους η μακαρίτισσα. Και πρόλαβε ν’ αφήσει Έργο, αναντίστοιχο ασφαλώς του διαμετρήματός σας. Έχω άποψη για τα ελληνικά της μετάφρασης, όπως κι εσείς. Δεν γνωρίζω δανικά και -σωστά μαντέψατε- δεν μετείχα σε συνεδρια με θέμα την απόδοση του συγκεκριμένου έργου σε άλλες γλώσσες. Υποθέτω πως γνωρίζετε και δανικά για ν’ αποφαίνεστε με τέτοια κατηγορηματικότητα, διαφορετικά γιατί με εγκαλείτε; Σας προλαβαίνω, ζηλεύω την πολυγλωσσία σας και την πολυμάθειά σας. Φθονεροί ελληναράδες όλοι εμείς εδώ κάτω, μη χολοσκάτε.
Δεν θέλω να αντιδικήσω περαιτέρω. Η (μακαρίτισσα) κ. Σκοπετέα δεν είχε φιλοσοφική εκπαίδευση. Είναι καίριο οταν μεταφράζουμε έναν φιλόσοφο να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε και τη συνολική φιλοσοφική του θέση και το συγκεκριμένο νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εντάξουμε το έργο υπό μετάφραση.
Θα δώσω δύο απλούστατα παραδείγματα.
α) “Tro” στα δανικά σημαίνει τόσο ‘πεποίθηση’ όσο και ‘πίστη’. Ο Κίρκεγκωρ στο “Philosophical Fragments” το χρησιμοποιεί πότε με την μία έννοια και πότε με την άλλη. Το να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε θα μεταφράσουμε ‘πεποίθηση’ και πότε ‘πίστη’ είναι ΒΑΣΙΚΟ μέλημα του μεταφραστή.
“Geist” σημαίνει και ‘πνεύμα (spirit)’ και ‘νόηση (mind)’. Όταν λοιπόν θέλουμε να μεταφράσουμε Hegel το πως θα αποδώσουμε τη συγκεκριμένη λέξη έχει ΚΡΙΣΙΜΕΣ επιπτώσεις στην μεταφραστική απόδοσή μας.
Η ‘επανάληψη’ στο context της φιλοσοφίας του Κίρκεγκωρ (έτσι είναι η Δανική προφορά του ονόματός του) είναι κρίσιμη ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ κατηγορία, η οποία όσο ΄κοπιώδης΄κι αν είναι η μετάφραση, αν δεν είναι σε θέση να την αναδείξει, διαστρεβλώνει τον φιλόσοφο.
Δεν γνωρίζω ούτε εγώ Δανικά. Δουλεύω όμως πάρα πολύ στενά με ανθρώπους που γνωρίζουν.
Θέλω να δηλώσω εδώ πως ένας απλός διδακτορικός είμαι, που όμως τους τελευταίους 14 μήνες έχω διαβάσει πάνω από 80 βιβλία του Κίρκεγκωρ ή πάνω στη φιλοσοφία του και έχω συμετάσχει σε 5 συνέδρια με θέμα τον ίδιο και τη φιλοσοφία του.
Να αναφέρω εδώ πως το μόνο για το οποίο περηφανεύομαι είναι πως στον 6ο μήνα είχα ήδη paper μου δημοσιευμένο από το King’s College πάνω στον Κίρκεγκωρ. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο για την αξία μου ως μελετητή του Κίρκεγκωρ, η οποία μένει να αποδειχθεί.
Κ. Μίχο, τα έργα που αναφέρετε ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ως έργα αυτοτελή του Κίρκεγκωρ. Τα υπόλοιπα είναι ‘άλλα λόγια να αγαπιόμαστε’.
Λυπάμαι ιδιαίτερα που πιστέψατε (και οι δύο) ότι καταφέρθηκα εναντίον της κ. Σκοπετέας.
Ούτε με θεωρώ κάτι το ‘ιδιαίτερο’. Τη δουλειά μου προσπαθώ να κάνω όσο πιο καλά και ευσυνείδητα μπορώ. Και η δουλειά μου ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ είναι η μελέτη και η ανάλυση της φιλοσοφίας του Κίρκεγκωρ.
Δεν ξέρω για τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά η λύση ενός επιμελητή βοηθάει στο σκόπελο τέτοιων διλημμάτων.
Αν λάβετε ωστόσο υπ’ όψιν σας το βιβλίο του link που έχει δεχθεί ιδιαίτερη αμφισβήτηση για την μετάφραση του δεδομένων των συντελεστών και την αναμφισβήτητη σχέση τους με το αντικείμενο, τότε η συνθήκη είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή.
http://www.pediabooks.gr/pr/18897
Μάτα δεν είναι θέμα επιμελητή εδώ. Ακόμη και η ακριβέστερη δυνατή μετάφραση ΑΣΤΟΧΕΙ όταν αδυνατεί να μεταφέρει το ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ του φιλοσόφου. Με τον Κίρκεγκωρ τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα γιατί χρησιμοποίησε έντονα την αμφιθυμία, το αμφιλεγόμενο και την ειρωνεία.
Άνθρωπος που έτυχε να γνωρίσω σε συνέδριο (Οξφόρδη) μου είπε πως δουλεύει τα τελευταία 11 χρόνια! στη μετάφραση από τα Δανικά στα Αγγλικά ενός (μικρού) βιβλίου του Κίρκεγκωρ. Ο άνθρωπος αυτός έκανε το (2ο) διδακτορικό του στη Δανία, στα Δανικά, πάνω στον Κίρκεγκωρ, και τώρα διδάσκει στο Center of Kierkegaard’s Studies στη Δανία!
Νισάφι πια…
Έχετε δίκιο, πραγματικά είναι κρίμα…
Πόσο χαίρομαι που είμαι μακριά τελικά…
Να είστε πάντα καλά και ελπίζω να σας δίνω πάντα ευκαιρίες να με ‘ταπώνετε’.
Δυστυχώς αυτή τη φορά δεν μπορώ να προσθέσω το ‘χαμόγελο’ του διαδικτυακού διαλόγου, γιατί η θλίψη είναι πραγματική.
Κρίμα πάντως…
H σιωπή είναι χρυσός¨;
Η σιωπή είναι χρυσός όπως χρυσός είναι και η τελευταία παράγραφος στο σχόλιο 78 του κ.Μίχου ,εκείνο το μότο ,του βιβλίου στο οποίο αναφέρεται.
Εξακολουθώ να λέω για το καθαρό νερό κ. Μίχο και ας είμαι απ΄τους ελάχιστους και μη έχοντες που παρακολουθούν το ποιείν .
Κύριε Μίχο έχω άπειρα κακά, μεταξύ άλλων είμαι εγωιστής, ευερέθιστος, πολυλογάς. Τα΄ξέρω και προσπαθώ αν όχι να τα διορθώσω τουλάχιστον να τα κρατάω υπό καταστολή. Έχω όμως και ένα καλό, αυτά που κάνω στη ζωή μου τα κάνω από πραγματική αγάπη και μόνο. Και τώρα αυτό που κάνω εδώ στην Αγγλία από αγάπη και γνήσιο πάθος το κάνω, με κάνει ευτυχισμένο.
Δεν υποστηρίζω πως ξέρω κάτι, δίνω τους λόγους απλά που με κάνουν να υποστηρίζω κάτι. Για αυτό στενοχωρέθηκα. Στο ποιείν συμμετέχω όχι για να ‘βγω από πάνω’, διάλογο θέλω να κάνω.
Να δεχτώ χίλιες φορές πως κάπου έκανα λάθος, αλλά θα ήθελα να βλεπω διάθεση για διάλογο. Και ειδικά από εσάς αυτό περιμένω. Ας τσακωθούμε χίλιες φορές και ας βρισθούμε άλλες τόσες. Δώστε μου μόνο την ικανοποίηση ενός πραγματικού διαλόγου.
Προσωπικά δεν ψάχνω για νίκες, είμαι σε μία ηλικία που γνωρίζω στο πετσί μου πως μόνο ήττες υπάρχουν. Στενοχωριέμαι όμως όταν βλέπω ανθρώπους που εκτιμάω και για αυτό αντιπαραβάλλομαι μαζί τους, να ‘αγνοούν’ αυτά που προτείνω ως επιχειρήματα.
Μου λείπει ο γνήσιος καυγάς, οαυτός που στο τέλος θα γεννήσει όχι τη ΄νίκη’ της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά το καινούργιο.
Να είστε καλά.
Κι ύστερα μείναμε μόνοι μας
Εμείς με τις σκέψεις μας
κι αυτοί με τις δικές τους
Οι άλλοι;
Υ.Γ.
Μετακομίζει η θάλασσα στον ουρανό
γεμίζει η νύχτα αστερίες.
Κ. Μιχο τι προσπαθειτε να αποδειξετε και σε ποιον;
Δεν εχει καμια σημασια η γνωση αλλα η επιγνωση της γνωσης. Το οτι εχετε διαβασει Κιρκεγκωρ ,πιστεψτε με ,δεν σημαινει τιποτε για το πνευματικο σας επιπεδο πόσο μαλλον για την ποιητικη σας φυσιογνωμια. Αλλωστε, κανεις νοημων δε θα μπει στη διαδικασια να σας θεωρησει καλυτερο ή χειροτερο ανθρωπο,ποιητη,πνευματικο με μονο κριτηριο την ενασχοληση σας με τον συγκεκριμενο φιλοσοφο.
Οσον αφορα τον κυριο Πατιο ,φαινεται οτι ασχολειται με τον Κιρκεγκωρ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΑ (η συστηματικη μελετη ενος φιλοσοφου ή ενος ποιητη κλπ διακρινει τον επιστημονα απο τον αναγνωστη). Επισης, στηριζει με επιχειρηματα τις αποψεις που καταθετει και δεν μεταχειριζεται την ”ασκεφτη σκεψη” για να επιδειχθει.
Και στην τελικη αν επιδεικνυει εαυτον, κατι το οποιο κανετε κι εσεις με τους καταλογους των βιβλιων που παραθετετε καλωντας μας να τα αναγνωσουμε, εχει το υποβαθρο για να το κανει.Εσεις παλι οχι ,μιας και οι θεσεις σας προκυπτουν αβασανιστα.
Τελος, μια θειά μου προκειμενου να της πουμε οτι ειχε αδυνατισει μας εκανε την εξης ερωτηση ”Παχυνα, ε;” .Δεν χρειαζεται να παριστανετε τον αγραμματο για να ακουσετε ποσο καλλιεργημενος ειστε ουτε να παθαινετε κρισεις ταπεινοφροσυνης για να αυτοεπιβεβαιωνεστε μεσα απο τα ακυρα(?) ανουσια(?) εκτος τοπου και χρονου(?) ό,τι ναναι(?) σχολια σας.
Κυριε Μιχο μου θυμισατε τον ανθρωπακο του Ραιχ.
ΓΑΜΩΤΟ!
Αναστασία εσείς τι πιστεύετε θα μας πείτε; Να ξέρουμε τη θέση σας ρε αδερφέ!
Να είστε καλά και να ξέρετε πως δεν αποζητώ τη συγνώμη σας, τον πραγματικό διάλογο θέλω. Ευχαριστώ πάντως που μου δίνετε ‘πάτημα’ να ανανεώσω τα ραντεβού μας για μπόλικους καυγάδες. Σας βεβαιώνω πως πρώτος θα ζητήσω συγνώμη εάν υπερβώ τα εσκαμένα (που την έχω τη…μένη την τάση):)
Εδώ πολύ κρύο, πολύ ομίχλη και πολύ μπύρα. Τα πρώτα δύο τα αντέχω, το τελευταίο όχι…:)
Να είστε καλά.
Εγω κυρια μου οχι μονο δεν εχω διαβασει τον εν λογω ”κυριο” αλλα ουτε καν τον ξερω.
Μου αρεσει να απολαμβανω την καθαρη αγνοια. Ειμαι πεποισμενη οτι η ποιηση ,η φιλοσοφια,η τεχνη γενικα βρισκονται παντου γυρω μας αρκει να εχεις τα αντανακλασστικα να τις εντοπιζεις . Επισης, βαζοντας κατι στο νου μου εχω τη διαθεση (και οχι το χαρισμα,το προνομιο και τις λοιπες βαρυγδουπες κλανιες) να το βιωνω με αποτελεσμα να μη χρειαζεται να το εμπεδωνω και να το ονομαζω ”εμπειρια” για να επιβεβαιωνω την υπαρξη μου. Η υπαρξη μου ειναι μια μαζα κουκουτσιων που διαλεγεται με τα μουσμουλα και ανανεωνεται ,αμεσα. Αλλωστε ,δεν βρισκω το λογο να διαβασω 37823467231 βιβλια για να νιωσω το ριγος του τενοντα μου και να επιδοθω στις αναποδογυρισεις. Η ποιηση πηγαζει απο μεσα μου καθαρη απο τις επιρροες των τυχαρπαστων και αμετανοητη ως προς τον αυτοσκοπο της.
Ελπιζω να μην σας καλυψα.
Τελος, το διαβασμα ειναι μια κοροιδια που επινοησαν οι εκδοτικοι οικοι για να κερδοσκοπουν και ενας τροπος διαχωρισμου των ανθρωπων σε καλλιεργημενους και μη. Ειναι κι αυτο μια συμβαση για να θεωρειται καποιος πνευματικος ,οπως ακριβως ειναι το φουλαρι για τους κνιτες και η θεση για τους πολιτικους.
ΕΡΩΤΗΜΑ:
Ας πουμε οτι ο χ εχει επισκεφτει μια φορα το παλας ενω ο ψ πηγαινει καθημερινα. Ο χ ωστοσο στη μια και μοναδικη παρασταση που παρακολουθησε ειχε επιγνωση του βιωματος ενω ο ψ αντιλαμβανοταν τις παραστασεις που παρακολουθουσε καθε φορα ως ωραια μουσικη,ενδιαφερουσα ταινια, κοινωνικη υποχρεωση. Ποιος ειναι πιο καλλιεργημενος απ’ τους δυο?
δε νομίζω πως κερδοσκοπεί κανείς, Αναστασία, από τα βιβλία.
Το διάβασμα είναι πολύ ωραίο αλλά
πέρα από το διάβασμα,
πέρα ακόμα και από
το γράψιμο,
υπάρχει η ζωή.
Η ποίηση είναι ωραία
όταν υπηρετεί την ζωή.
Αυτά που δεν μπορώ στην ποίηση
είναι τα χιλιοειπωμένα, τα θέματα
που ναι σουξέ εξασφαλισμένα.
Ούτε τη μελαγχολία μπορώ
ούτε τη μιζέρια
ούτε το ”υψηλό”!
Aναστασία συμφωνώ με αυτά που λες. Με δύο επισημάνσεις:
-Υπάρχουν άνθρωποι που δεν διαβάζουν βιβλία αλλά διακατέχονται από την αίσθηση ότι τα έχουν διαβάσει. Έχει πολλαπλές ερμηνείες αυτό, απλά το σημειώνω.
-Εδώ η συζήτηση είναι σε εξέλιξη και όχι αυτοτελές επεισόδιο ανά ανάρτηση. Δεν συστηνόμαστε κάθε φορά που ξαναμιλάμε. Αυτό λειτουργεί διαφορετικά από παρατηρητή σε παρατηρητή. Προσωπικά δεν με αφορά η άποψη των παρατηρητών. Αν και μ’ αρέσει να παρατηρώ.
Απλά αναρωτιέμαι γιατί μου τα λες αυτά ΣΑΝ να σε προκαλώ με δεδομένη μια αντίθετη θέση που έχω εκφράσει. Συζητάμε για ποίηση και είναι μοιραίο να συζητάμε για βιβλία…
Και φυσικά προτιμώ τον αναγνώστη που διαβάζει ένα βιβλίο με τον τρόπο που το έθεσες από τον βιβλιοφάγο που δεν γράφεται τίποτα μέσα του. Αλλά αυτό δεν είναι θέμα ποσότητας…
έχω υπόψη μου μια συγγραφέα
που αν δεν διαβάσει
δεν μπορεί να σκεφτεί.
Είναι πλήρως εξαρτημένη
από το βιβλίο.
αυτή λοιπόν
δεν απολαμβάνει
κανένα βιβλίο.
και φυσικά μπορεί κάποιος να ναι βιβλιοφάγος
χωρίς να ναι εξαρτημένος..
αλλά
όταν αρχίζει ο ψυχαναγκασμός..
βράσε ρύζι… 🙂
Η ζωή είναι τα πάντα, είναι το πρωινό αναίτιο χαμόγελο στα μάτια μιας περαστικής, η βροχή που σε βρίσκει λοξά ακυρώνοντας την προστασία της ομπρέλας, είναι ο φίλος που σου έλειψε, ένα ποτήρι παγωμένη μπύρα μεσημέρι Αυγούστου, είναι ο εφιάλτης που δεν λέει να σου φύγει από το μυαλό,ζωή είναι και το βιβλίο, μόνο όμως αν το κάνεις από αγάπη.
Προσωπικά ανζητώ στα βιβλία αυτά που δεν μπορούν να μου δώσουν οι άνθρωποι (ή που εγώ αδυνατώ να τους ‘πάρω’), αναζητώ ένα καινούργιο ερέθισμα, μία έξυπνη συζήτηση, ένα στραβό και ανορθόδοξο κοίταγμα μέσα μου.
Αναστασία μπορείς να με βρίσεις τώρα, γιατί θα μιλήσω πάλι για συγγραφείς και βιβλία: αγαπώ τον Ρίλκε όταν μπορεί και συμπυκνώνει μία ολόκληρη (και πλήρη βιωμάτων) ζωή σε ένα του στίχο στις ‘Ελεγείες’ του.
Χωρίς να κάνω καθόλου πλάκα, η πρώτη απάντηση της Αναστασίας είναι ένα υπέροχο ποίημα!
Κύριε Μίχο, μακάρι να τα φέρει η τύχη και να βρεθούμε για ένα (ή 24) ποτήρι κρασί στις γιορτές που θα κατέβω. Είναι τόσα αυτά που θα ήθελα να κουβεντιάσω (και να τσακωθώ) μαζί σας.
Μάτα μπορούμε να είμαστε παρατηρητές χωρίς να μπαίνουμε στον πειρασμό να ‘υπεκφεύγουμε’? Πιο πολύ τον εαυτό μου βέβαια ρωτάω, μιας και είμαι κατεξοχήν παρατηρητής…
Συμφωνω με το σχολιο 95,96 και την πρωτη παραγραφο του 98.
Η κλαψα και οι ωραιολογιες εχουν παρελθει ανεπιστρεπτι.
Επισης, η Ματα πολυ σωστα αναφερει οτι υπαρχουν ανθρωποι που δεν εχουν διαβασει το χ βιβλιο ωστοσο διακατεχονται απο την αισθηση οτι το εχουν διαβασει. Πραγματι, αυτο εχει πολλες ερμηνεις. Μια απ’ αυτες ειναι η επαρση .Επισης, ενδεχεται το βιβλιο να ειναι της σειρας ή να επαναλαμβανει κατι χιλιοειπωμενο. Υπαρχει ομως και το ενδεχομενο το βιωμα που λεγαμε να υπερνικα την αναγνωση. Επειδη προ ολιγου αναφερθηκα στο ”Ακου, ανθρωπακου” του Ραιχ ,διαβαζοντας την πρωτη σελιδα ειναι σα να εχεις διαβασει ολο το βιβλιο, οχι γιατι ειναι της σειρας αλλα γιατι το βιωνεις απολυτα ,μιας και η συναναστροφη με ανθρωπακια αποτελει το κατ’εξοχην καθημερινο φαινομενο. Υπαρχουν ομως και αλλα βιβλια στα οποια η αισθηση οτι τα εχεις διαβασει ,ενω κατι τετοιο δεν εχει συμβει, εξαρταται απο την ευφυια ή οπως ειπα τα αντανακλασστικα.
Διαφωνω στο οτι οι εκδοτικοι οικοι δεν κερδοσκοπουν. Για να αγορασεις ενα βιβλιο για τον Φρουντ ας πουμε η μεση τιμη ειναι στα 50 ευρω (και λιγα λεω) ποσο απλησιαστο για ενα μεγαλο ποσοστο ανθρωπων. Επισης ,οταν ενας εκδοτικος οικος σου ζηταει 1000 ευρω για να εκδοσεις τα ποιηματα σου εκ των οποιων τα 800 ειναι το ΠΕΝΤΑΚΑΘΑΡΟ κερδος του καταλαβαινουμε οτι προκειται περι αναισχυντης κερδοσκοπιας.
Ματα, θα μπορουσαμε να συζηταμε και για ενα λουκανικο .Η ποιηση δεν παει παρεα με τα βιβλια αλλα με τη διαθεση της εικονας. Και η εικονα με τη σειρα της δεν προκυπτει απο τον δεινα εκδιδομενο αλλα απ’ τον καθενα μας.
κάθε τι πρωτότυπο αξίζει.
Μέτρον άνθρωπος, Αναστασία… Για τον καθένα η διαδρομή είναι διαφορετική. Αρκεί να περνάει κι από κομβικά σημεία πού και πού…
Το ίδιο θα πω και στον κ. Μουζάκη. Η προσέγγιση είναι για τον καθένα διαφορετική. Για άλλο λόγο ασχολείστε εσείς -ποιητής και αναγνώστης- για άλλο εγώ -αναγνώστης.
Γιώργο, αν δεν συμμετέχεις αλλά αρκείσαι να παρατηρείς, υπεκφεύγεις. Μόνος κανείς με τις φαντασιώσεις του δεν μπορεί να πάει μακριά κι ας είναι ελεύθερος…
Κ. Μουζακη και (κυριως ) Θαναση πιστευετε πως ολα εχουν ειπωθει;
Η παρθενογενεση υφισταται ή απλουστατα ”παιζουμέ” με την καινοτομια;
Πρωτοτυπο ή ανατρεπτικο;
Μεγαλο θεμα. Mεγαλη συζητηση.
Υγ Ματα, το μονο που δεν προκυπτει απο τα λεγομενα μου ειναι το ”παν ανθρωπος, Αναστασια”. Φυσικα, δεν μιλαω για ολους. Μιλαω για μενα. Οταν μιλαω ”για ”ολους” ή γι’ ”αυτους” φροντιζω να μη με εντασσω στην γενικοτητα τους ή στη χορεια τους, αντίστοιχα.
όλα έχουν ειπωθεί, σχεδόν.
δεν μπορείς να μην στηρίζεσαι κάπου.
ίσως κάθε πρωτοπορία
να ναι επανάληψη,
αλλά αυτό που την καθιστά
αξιόλογη
είναι
η κοινωνική και καλλιτεχνική ανάγκη
της εποχής
μες
στην οποία εμφανίζεται.
εμένα το ανατρεπτικό
με ενδιαφέρει.
και το ανατρεπτικό
είναι πάντοτε αξιόλογο
όπως κάθε τι διαφορετικό,
ή υπερβολικό κτλ.
και να συμπληρώσω
στον κΜουζάκη
πως ένα ερωτικό ποίημα πχ
δεν είναι απλώς ένα ακόμα ερωτικό ποίημα.
είναι ένα ερωτικό ποίημα
που το γράφεις ΕΣΥ ,ας πούμε, για ΚΑΠΟΙΑ συγκεκριμένη ή όχι, πράγμα που είναι
ανεπανάληπτο.
http://4.bp.blogspot.com/_2IF7dfWET9g/SpqQkoOBfsI/AAAAAAAABNw/hfE0J3e8jvA/s400/Joyce+Mansour,+poeta.jpg
Εκπλήκτικά όμορφη γυναίκα!
”Με τον έρωτα περνάει ο καιρός, με τον καιρό περνάει ο έρωτας”
Ορίστε τίτλος για βιβλίο. Αυτό δικαιούσαι να λες ότι το΄ χεις διαβάσει χωρίς να το ‘χεις ανοίξει.
”Δεν ξέρεις πως των ημερών μου οι ευωδιές πεθαίνουνε
πάνω στη γλώσσα μου
όταν οι πονηροί έρχονται με αιωρούμενα μαχαίρια
πως μένει ολομόναχος ο περήφανος έρωτας μου
όταν βουλιάζω μες στη λάσπη της νύχτας”
Mansour..
ΚΡΑΥΓΕΣ 1953
Το μπηγμένο καρφί στο ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’ τ’ αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας
*
Κάλεσέ με με το τελευταίο μου όνομα
κρέμασε τα ρούχα μου στους πλανήτες στ’ άστρα
που οι κνήμες μου χωρίς διέξοδο βαδίζουνε στη γην επάνω
σπέρνοντας την απελπισία μου μέσα στις καρδιές των ζώων
που οι τελευταίες μου ειδήσεις ηχούν σαν πένθιμες καμπάνες
για να καλέσουν στη μετάνοια τους ανθρώπους
*
Σ’ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι,
οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σ’ αηδιάζουν,
τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα σεντόνια μας
οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο
αντηχούνε
όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,
το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει
που οι χθεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου
*
Καθισμένη στο κρεβάτι μ’ ανοιχτές τις γάμπες
μπροστά της ένα κύπελλο
ψάχνοντας να φάει μα μη βλέποντας τίποτα
η γυναίκα με τα φαγωμένα απ’ τις μύγες βλέφαρα
βογγούσε
Απ’ τα παράθυρα μπαίναν οι μύγες
βγαίναν απ’ την πόρτα
μπαίναν στο κύπελλό της
μάτια κόκκινα μύγες μαύρες
φαγωμένες από τη γυναίκα
που δεν έβλεπε τίποτα
*
Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη
μου
σε ανόσιες σε σμπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της αφηρημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απ’ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος
*
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
*
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασάω τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου
Mansour.
…Μονάχα η λατρεία του παρόντος μας ξαναφέρνει τους χαμένους
μέσα στα βάθη θησαυρούς του παρελθόντος.
Το παρόν είναι ένα πάντα ανοιχτό παράθυρο
και προς το παρελθόν και προς το μέλλον.
Μονάχα μέσα στη στιγμή υπάρχει η αιωνιότητα.
Θέλω να ζήσω στο ζεστό θάλπος της μέρας της εποχής μου
κι όχι μέσα στην κρύα νύχτα της αιωνιότητας.
Η αιωνιότητα είναι για την αιωνιότητα κι όχι για τους ανθρώπους.
Όσοι θελήσουν να την οικειοποιηθούν θάναι και μετά θάνατον δυστυχείς.
Όποιος δε ζει το σήμερα δεν έχει εμπιστοσύνη στο αύριο.
Όποιος δε ζει το παρόν δεν έχει μέλλον.
Μη μεριμνάτε δια την αύριο.
Η αύριο μεριμνήσει τα εαυτής.
Να το πρώτο μάθημα της ευτυχίας.
Όσο σκέφτεσαι το αύριο, τόσο θα έρθει διαφορετικώτερο
απ’ ότι το σκέφτεσαι.
Τίποτε δεν μας κάνει τόσο ευτυχισμένους όσο η φύση.
Είναι η μάννα που έχει να μας κάνει πάντα ένα καλόβουλο μάθημα.
Τα μεγαλύτερα μαθήματα μας τάδωσε και θα μας τα δίνει πάντα η φύση.
Όλες οι αρετές βγαίνουν από το πνεύμα της φύσης.
Η τέχνη δεν είναι επανάληψη της φύσης, αλλά ανθρώπινη
δημιουργία μιας άλλης εξίσου φυσικής.
Ο τεχνίτης δεν πασκίζει να βρει μέσα στη φύση υλικό,
αλλά να εννοήσει τη σκέψη της φύσης.
Ο τεχνίτης δεν μπορεί να χάσκει μπροστά στη φύση
ωσάν μπροστά σ’ ένα χάος ακατάληπτο.
Η τέχνη δεν είναι απλά αισθήσεις.
Το πνεύμα πρέπει να εργάζεται.
Φαντασία είναι η πνευματική οξύτης που πετά μεσ’ από τις συγκρούσεις
των αντιθέσεων.
Όλες οι αντιθέσεις υπάρχουν παντού, αλλά κατά βαθμό διάφορο.
Γι αυτό υπάρχει κίνηση.
Άλλως ο κόσμος θ’ ακινητούσε.
Η τέχνη είναι η συμφωνία των άκρων αντιθέσεων.
Η τέχνη κλείνει πάντα μέσα της την έννοια της πληρότητος.
Η τέχνη είναι μια γυμνή ουσία νέα.
Μοιάζει μια φρέσκη ομορφιά.
Μια ομορφιά ζωντανή που αναπνέει απαλά και εύρυθμα.
Η πλαστικότης είναι γέννημα της ευρυθμίας.
Η τέχνη δεν είναι απλά η έκφραση εκείνου που αισθανόμεθα,
αλλά εκείνου που πρέπει να αισθανόμεθα.
Η τέχνη είναι ένας ηθικός κόσμος
είναι το άνθος και ο καρπός ενός συνόλου αρετών.
Πρέπει να φτιάξουμε χαρούμενη, ωραία και αποκαταστημένη διάθεση.
Χωρίς την ομορφία ούτε συλλαμβάνεται ούτε φιλοτεχνείται.
Το ιδανικό κάθε ανθρώπου στο μέλλον
θάναι να φιλοτεχνήσει κάτι κι αυτός με προσοχή και μ’ αγάπη.
Από την τέχνη δεν μπορεί να λείπει η έφεση προς ένα μέλλον εντελέστερο.
Η τέχνη είναι το ξεπέρασμα του ζωικού είδους
είναι μιαν ανάταση από τη γης στον ουρανό.
Η τέχνη περισσότερο απ’ όλα μοιάζει με ένα λουλούδι.
Είναι κι αυτή το τέλος και το αποτέλεσμα ενός σκοπού.
Του σκοπού της ζωής.
ΣΤΡΑΤΗ ΔΟΥΚΑ
ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Αθήνα, έκδοση του συγγραφέα
1930
Προσυπογράφω τον Ignis. Η ποίηση-και ο κ. Τόλιας γράφει πραγματική ποίηση ίσως γι’ αυτό και ενοχλεί τους α-ποίητους- δεν είναι για να γεννά άσκοπες πολυλογίες. Σου αρέσει κύριε;Ευφραίνεται η ψυχή σου. Δεν σου αρέσει; Ψάξε κάτι καλύτερο.