– ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ –
Ο δρόμος μου είναι κάτω απ’ το χαρτί
Μουσκεμένοι λαγόνες
Οι πρόποδες του ονείρου ακατοίκητοι μύθοι
Στο βάθος πατημένα σταφύλια σηματοδοτούν το μετά του
κόσμου
Ο δρόμος μου είναι κάτω απ’ το χαρτί
Χαρτογραφημένος σε δέρματα αμμουδερά
αποτυπώματα άνυδρων χαδιών που ρουφάνε το
πρώτο εύκαιρο κύμα
Στο πάντα του κόσμου διψασμένα και με την περισπωμένη
γυναικεία πατούσα
να κρέμεται σαν αντίλαλος ηδονικού αναστεναγμού.
Ο δρόμος μου είναι κάτω απ’ το χαρτί
κι επάνω σ’ αυτό
καθρεφτίζεται ο δούλος του κόσμου πιστός στις ελπίδες
σας.
– ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ –
Γυναίκας μυρωδιά
σε νυχτερινή βάρδια
περιφέρεται στη γέφυρα του κρεβατιού μου
Άπνοια ονείρων
θύελλα ημερολογιακής τέφρας
Δεν ξεχωρίζω τίποτα πέρα απ’ τα φτερά της απάτης μου
Βουβές εντολές
στριμώχνονται στην ακυβερνησία του λογισμού μου και
Δεν είναι κανείς να εκτελέσει
το σωτήριο ρεσάλτο στο φουρτουνιασμένο πάτωμα
Στο πλακάκι
με τις μυστικές συντεταγμένες του θαύματος
κάπου στο βαθύτερο σημείο του ύπνου
φυτρώνουν κοράλλια στης αφής μου
την προέκταση που αχνίζουν ιδρώτα
σάρκας γυναικείας.
– ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ –
Αδύναμοι τρυγητές
τα μπράτσα της απελπισίας μου
κρατούν δυο αδειανά κοφίνια που βρωμάνε σοδειά περυσινή,
ξινίλα ποτισμένα απ’ το χυμό του παρολίγον
ποιήματος
Πέλματα μουστωμένα συνθλίβουν φαιούς καρπούς που σέρνονται
αδέσποτοι στα χώματα της Σεπτεμβριάτικης βροχής
Κρασί νερωμένο -λεν- για ημίθεους, λάσπη -λέω- για να χτίσω
τις ρωγμές που στάζουν την από μέσα μου μέθη
στις νύχτες των άλλων.
Το τελευταίο τσαμπί
κρέμεται στ’ αφτί που ακούει το βουητό της γαρμπινής φουρτούνας. Έχω αγαπήσει
κάτι Σεπτέμβρηδες που όλο το χρόνο γυρεύουν τον κόμπο
ψηλαφίζοντάς μου το κορμί
και μόλις τον βρουν με κερνούν μαβιά πρωτοβρόχια
Γεμίζουν τα κοφίνια
με τα ίδια, κάθε χρόνο, παρολίγον ποιήματα.
– ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ –
Σελίδα δεύτερη
ταξιδεύω καβάλα στα δάχτυλά μου
ένα πλήθος από ρίγη ταπεινώνει την αφηνιασμένη αφή μου
στην πρώτη άγνωστη λέξη
Αυτή που κυνηγημένη από τα λεξικά
γαβγίζει αδέσποτη στις αυλές της αγρύπνιας μου
ζευγαρώνει αδιάντροπα με τη νυχτερινή στίξη του ουρανού
κι έπειτα γεννοβολά τα τυφλά της παιδιά πνιγμένη στους κόκκινους ιβίσκους
που μελάνι αδέκαστο ζωγραφίζει ερήμην
Σελίδα τρίτη
η λευκότητα που περιπαίζει την εξουσία της ήβης μου
στήνει καρτέρι πίσω απ’ αόρατα ερωτηματικά
Λεκέδες ζωής και θανάτου στο χαρτί και στα δάχτυλα
Στην τέταρτη σελίδα γεννιέται ο ποιητής και πεθαίνει
στο εξώφυλλο με το επινοημένο του λήμμα υπό μάλης.
– ΑΠΕΝΑΝΤΙ –
Κάτω απ’ τον ύπνο
η σελήνη ανοίγει το στόμα της
Με τα δόντια της τραβά τα ξέπλεκα μαλλιά
της γυμνής γυναίκας
που αγκαλιάζει το ακάνθινο κορμί μου με
τα υπερωκεάνια πόδια της
Και φτύνω το διάφανο αίμα της
στο
περβόλι με τις φράουλες
το κόκκινο που κρεμάω στο λαιμό μου για να κρυφτούν
τα καταπατημένα μου σωθικά
Μια αυθαίρετη πράξη ζωής
δίχως φως και νερό γεφυρώνει το χάσμα
με το απάτητο “απέναντι”
Ένα μαγιάτικο στεφάνι καταθέτω
στον πρωινό μου καθρέφτη
Η ιδιοτελής μου αγιοσύνη
Η αμαρτία μου η αθώα
πλεγμένες με τα ξεριζωμένα μαλλιά της
αθανασίας
– ΑΡΟΔΟ –
Η ασφαλέστερη δέστρα είναι ο θάνατος
Αρόδο ξεγελούμε τον εαυτό μας πως ταξιδεύουμε
τάχα
Μια ανατριχίλα σκαρφαλώνει ως
το αγκυροβόλιο της νεότητάς μας της φαιδρής και χτυπάει φλέβα
κρύου ιδρώτα
Το βρίσκω φρόνιμο που κατάπιες το φόβο σου μπροστά στο
κορμί του κρεμασμένου Ιούδα
Έτσι θα ‘χεις τα κατάλληλα μάτια για να δεις τον οίκτο
ή το μίσος των άλλων
Την ίδια πρόβα κάνω κι εγώ κάθε πρωί στον καθρέφτη μου
Έχουμε πολλά να πούμε απόψε
που ο κεραυνός τίναξε τη σερνάμενη ράχη μου καίοντας
τα χορτάρια που μ’ εμπόδιζαν να κάνω έρωτα με το χώμα
Ανόητη εκδοχή που περισσεύεις απ’ την ευτυχία του κόσμου
και κάθεσαι στο λαιμό μου
ξέρω ποια γκιλοτίνα θα με βοηθήσει να καταπιώ μα εγώ δεν ξέρω τίποτε
από ποίηση
Πώς είπες; Με σφαλιχτά μάτια δεν ακούω παρά μόνο
αυτά που δεν έβλεπε ο Μπαχ
– Μικρό Βιογραφικό –
Ονομάζομαι Μιχαλακόπουλος Δημοσθένης, γεννημένος το 1979 στην Καλαμάτα, όπου και κατοικώ και εργάζομαι μέχρι σήμερα. Από το 1997 γράφω στίχους και τραγούδια παράλληλα με τις μουσικές μου σπουδές στην κιθάρα. Η ποίηση του Καβάφη, του Καρυωτάκη αλλά και του πλοίαρχου Α. Μοντεσάντου με απασχολούν κατά καιρούς μουσικά. Τα τελευταία 3 χρόνια οι ποιητικοί μου πειραματισμοί δημοσιεύονται στο ιστολόγιο “Ζώνη του Ωρίωνα”.











Εντονα υπαρξιακο,επιπονο,με ενα κλιμα εσωτερικης αναζητησης,με τονους ευαισθησιας που απλωνονται και απελευθερωνουν την ψυχικη του επιφανεια ενω συγχρονως αμφισβητουν
την ποιητηκη του εξομολογηση
Γεμίζουν τα κοφίνια
με τα ίδια, κάθε χρόνο, παρολίγον ποιήματα.
και
Η ασφαλέστερη δέστρα είναι ο θάνατος..
εδώ στάθηκα..
Η καλύτερη δέστρα δεν ξερω. Σου προτείνω να αναζητήσεις τη καλύτερα χέστρα. Και αυτή θάνατος είναι. Και μη βοβηθείς να σταθείς. Με τέτοια ποίηση μπορέις να χέζεις όρθιος