Μ’ ενδιαφέρει λοιπόν (προσωπικά) μια μουσική που έρχεται σε αντιπαράθεση• μια μουσική που θέλει ν’ ατενίσει κατάματα την αποπνιχτική επίδραση, ακόμα και τον τρόμο, ενός μεγάλου μέρους από την καθημερινή μας εμπειρία της ζωής• μια μουσική που δεν αποζητά να ξεφύγει τον αδυσώπητο χαρακτήρα των προτύπων όπου μέσα τους ξετυλίγεται ολοένα η εμπειρία αυτή. Μια μουσική που όχι μόνο δεν γυρεύει να ξεφύγει από την εμπειρία αυτή, αλλ’ αναζητά τις μορφές της για να τις καταβροχθίσει και να τις ξεράσει πάλι, έτσι όπως κάνουν και τα όνειρα.
Δε γίνομαι συνήγορος μιας μουσικής της βίας, μόλο που ένα μέρος (της μουσικής αυτής) ίσως συχνά φαίνεται ότι δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό ακριβώς. Αντίθετα, εκείνο που μου φαίνεται σημαντικό είναι μια εκλέπτυνση (ή μια ευστροφία) στον τρόπο δράσης μας: Ένα ήρεμο ξέπλεγμα των νημάτων της πραγματικότητας• (…) το να γκρεμίζεσαι απαλά μέσα σε εικόνες παραμόρφωσης• μια αργή αποσύνθεση• ίσως και μια ματιά στο κενό του «επέκεινα» ή στο τίποτε.
Αν κάποια λογική υπάρχει σε μια τέτοια μουσική, είναι ίσως κάτι σαν τη λογική που λειτουργεί στα όνειρα – ή στους εφιάλτες – με την παράδοξη αντίστιξή τους των γεγονότων και τους εξωλογικών τους κατακερματισμούς ή τις έμμονες επαναλήψεις τους, ή τους ζοφερούς υπαινιγμούς και τις σκοτεινές τους αποκαλύψεις… Με τούτη τη λογική, φραγμοί δεν μπορεί να υπάρχουν. Ακριβώς όπως το καθετί – οσοδήποτε κοινότυπο, πολύπλοκο, αταίριαστο, παραμορφωμένο ή μη, αναγνωρίσιμο ή εντελώς αγνώριστο – μπορεί να παρουσιαστεί μέσα σ’ ένα όνειρο ως «συνιστώσα» του, έτσι και το καθετί, ή οποιαδήποτε δράση και σε οποιοδήποτε συνδυασμό, μπορεί δυνητικά να είναι μια συνιστώσα αυτής της μουσικής.
Μουσικοί και μη μουσικοί• ηθοποιοί και μη ηθοποιοί• χορευτές και άνθρωποι απλοί.
Ένας οποιοσδήποτε απ’ αυτούς ή και όλοι τους μπορούν να εκτελέσουν κάποια χειρονομία, να περάσουν σε κάποια δράση, να κινηθούν είτε σχηματίζοντας μια μορφή, όπως σε κάποιο χορό, είτε έξω από τη μορφή, όπως σε μια κατάσταση της (καθημερινής) ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίξουν όργανα μουσικά και μη – απλά αντικείμενα που τα κρούουν ή τα χτυπούν το ένα με το άλλο ή και τα χρησιμοποιούν διαφορετικά για να παράγουν ήχο ή ακόμη, περίπλοκες ηλεκτρονικές συσκευές που επεξεργάζονται ήχους ζωντανούς ή play back, παράγοντας εφέ υπολογισμένα από πριν ή τυχαία: ήχους που είναι μουσικοί ή «συγκεκριμένοι» [concrete] ή αναπαράγουν τους συνηθισμένους ήχους της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίζουν μέσα στο πλαίσιο της κατηγορίας όπου ανήκουν (πράξη – λ.χ. ένας βιολιστής που παίζει βιολί) ή έξω από τα πλαίσια της κατηγορίας αυτής (μετάπραξη – λ.χ. ένας βιολιστής που ουρλιάζει).
Όλοι όσοι παίρνουν μέρος μπορούν να υπόκεινται σε διαδικασίες διάλυσης• ακρωτηριασμού του υλικού που παράγουν και αποσύνδεσης του: λ.χ. ένας εκτελεστής εκτελεί τις απαραίτητες κινήσεις (για να παράγει ήχο) αλλά δεν ακούμε κανέναν ήχο. Ή πάλι, έχουμε συμβάντα χωριστά που αντιπροσωπεύουν συστήματα εντελώς διαφορετικά αλλά που γίνονται μαζί. Απότομες διακοπές• εντελώς ξαφνικές επαναλήψεις (resumptions)• κατακερματισμούς• υπερβολές• παραμορφώσεις: έκλειψη.
Και οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να συμβούν όχι μόνο σε συμβατικούς χώρους εκτέλεσης, αλλά οπουδήποτε – αυτό εξαρτάται από το έργο: έξω από το χώρο της συναυλίας, σε δημόσιες πλατείες, στους δρόμους της πόλης, οπουδήποτε. Απόπειρες πρωτοεκτέλεσης έξω από τους προμαχώνες της συμβατικής πολιτιστικής δραστηριότητας.
Κύρος όμως δεν υπάρχει σε καμιά από τις διαδικασίες αυτές, παρά μόνον όταν οι συνιστώσες τους σμίξουν σε μια σύνθεση, επειδή διαφορετικά δεν υπάρχει «μουσική». Πρόκειται για μια σύνθεση που για ορισμένους μπορεί να λειτουργήσει, και για άλλους όχι. Κανόνες δεν μπορούν να γραφτούν. Όπως στην αλχημεία: τα συστατικά μπορεί να είναι συνηθισμένα αλλά ο τρόπος της σύνθεσης τους σκοτεινός. Ή όπως στην τελετουργία: που για μερικούς λειτουργεί, ενώ για άλλους όχι. και για εκείνους που δεν λειτουργεί, η τελετουργία, στην καλύτερη περίπτωση, αντιπροσωπεύει απλή εθιμοτυπία.
Αλλά και πάλι, όπως σε μερικές τελετουργίες συμμετοχής, η όποια ουσία μπορεί να υπάρχει στη μουσική αυτή μπορεί να μεταδοθεί μόνο με την αλήθεια, την πραγματικότητα της ίδιας της σωματικής πράξης της εκτέλεσης της και τη μεταβίβαση της έντασης, της ενέργειας και των ψυχοειδών παραγόντων που εμπεριέχει.
Σε αντιδιαστολή όμως με την τελετουργία, το είδος αυτό σύνθεσης δεν έχει δομή, με τη μορφολογική έννοια της λέξης. Αυτό δε σημαίνει ότι μερικές από τις συνιστώσες της δεν μπορούν να έχουν μια δική τους αυστηρή μορφή. Αλλά και έτσι ακόμη, οι συνιστώσες αυτές δεν είναι σύνθεση, είναι μόνον υλικό. Οπωσδήποτε η μορφή τους ανήκει σε έναν τύπο τρωτό και ευπρόσβλητο, που μπορεί να κλονιστεί και να παραβιαστεί οποιαδήποτε στιγμή (συνεχώς απειλείται από μια «έκλειψη»).
Γιάννης Χρήστου, Ιούνιος 1968.
Επίμετρο: Γιώργος Πρίμπας
Πηγή (του κειμένου): το ένθετο του δεύτερου, από τα τέσσερα, cd που κυκλοφόρησαν από το Σείριο με έργα του Γιάννη Χρήστου.
Ένα μανιφέστο, από έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς του 20ου αιώνα, που γράφτηκε ένα μήνα μετά το γαλλικό Μάη, ένα χρόνο και δυο μήνες μετά την εγκατάσταση της χούντας στην Ελλάδα και που το νιώθεις σα να γράφτηκε σήμερα.
(και)
Ένα κάλεσμα, μέσα από τη μουσική, να «ατενίσουμε κατάματα την αποπνιχτική επίδραση, ακόμα και τον τρόμο, ενός μεγάλου μέρους από την καθημερινή μας εμπειρία της ζωής» και να δράσουμε «έξω από τους προμαχώνες της συμβατικής πολιτιστικής δραστηριότητας».
Η πρόθεση «μετά-» το κλειδί στην κατανόηση της «πρότασης». Μετάπραξη. Μετατροπή. Μεταμουσική.
Τελείως επιγραμματικά να αναφέρουμε ότι από το 1948 και μέχρι το βίαιο θάνατό του το 1970, ο Γιάννης Χρήστου (8/1/1926 Ηλιούπολη Αιγύπτου – 8/1/1970 Αθήνα), έγραψε πολλά έργα. Έργα, από αρχικά στα σειραϊκά πρότυπα (ενίοτε δικής του επινόησης στα οποία σταδιακά προσέθετε και αλεατορικά στοιχεία) μέχρι, μετά το 1966, έργα «μεταμουσικής». Με σπουδές στη φιλοσοφία και στη μουσική, προσπάθησε στο μουσικό του έργο να συνταιριάξει το δυτικό ορθολογισμό με τον ανατολικό μυστικισμό και να μη ξεχνάμε ότι υπήρξε, επί δέκα χρόνια, ο δημιουργός του μουσικού υποβάθρου των τραγωδιών που σκηνοθετούσε ο Κάρολος Κουν.
Η διέξοδος του ανεκπλήρωτου στον έρωτα, για έναν ποιητή, μπορεί να είναι από «αίτιο» μέχρι «Το Αίτιο» των δημιουργιών του. Για το μουσικό όμως αλλά και τον ακροατή, το ανεκπλήρωτο στη μουσική, δεν έχει διέξοδο και θα είναι από ένα «κενό» μέχρι «αβάσταχτος πόνος». Από τις εκατόν τριάντα «Αναπαραστάσεις», του ενιαίου κύκλου των «πρωτοεκτελέσεων», ολοκληρώθηκαν τέσσερις και από την όπερα, «Ορέστεια» (για μαγνητοταινία, ορχήστρα, χορωδία, τραγουδιστές, χορευτές, ηθοποιούς, οπτικά εφέ κλπ), που σκόπευε να είναι το κορυφαίο έργο του, κάποια σκόρπια σχέδια. Την ημέρα των γενεθλίων του ένα τροχαίο του στέρησε, πάνω από όλα, τη ζωή.
από τον ιστότοπο για τον Γιάννη Χρήστου State of Play rip











Να συμπληρώσω μόνο ότι τη γνωριμία μου με το έργο του Γιάννη Χρήστου την οφείλω στο φίλο και συμφοιτητή (στο Φυσικό) και σήμερα Δάσκαλο μουσικής (αλλά και Δημιουργό) Δημήτρη Συκιά (http://3euk1l4.blogspot.com/) όταν πριν από 25-26 χρόνια είχαμε παρακολουθήσει μια βραδιά (στο ινστιτούτο Γκαίτε) αφιερωμένη στο Γιάννη Χρήστου (με τα τελευταία του έργα και τα έξι τραγούδια σε ποίηση T.S. Elliot) και την εκπληκτική θεατρική εκτέλεση της «Αναπαράστασης ΙΙΙ – ο πιανίστας» από το Γρηγόρη Σεμιτέκολο (http://grigorissemitecolo.blogspot.com)
Θυμάμαι πως ήταν μετά τα μεσάνυχτα. Άκουγα το τρίτο πρόγραμμα. Τότε άκουσα για πρώτη φορά κάτι απο το Γιάννη Χρήστου. Ήταν οι Γλώσσες της Φωτιάς… Γεμάτος με δέος και τρόμο ο δρόμος προς το θεό ξεδιπλώνεται μέσα στο έργο.
Συγχαρητήρια για την ανάρτηση.
Το κείμενο του Χρήστου ιδιαίτερα σημαντικό. Περισσότερο και από το αποτέλεσμα της μουσικής του, θα τολμούσα να πω. Η μουσική εφαρμογή αναγκάστηκε την υποτροπή διαφόρων επαγωγών που προέρχονταν από εκκωφαντικές επιρροές άλλων τεράτων.
Ο Χρήστου δεν μπόρεσε να γίνει ένας Cage όμως έκανε την διαφορά.
Μιας και όλοι αναφέρθηκαν σε εμπειρίες..Μικρότερη σε ηλικία η πρώτη φορά που άκουσα Γιάννη Χρήστου ήταν πριν 4 χρόνια όταν ο καθηγητής μου τότε, Νίκος Ναυρίδης, μας παρουσίασε το μοναδικό δοκιμαντέρ που υπήρχε για τον Χρήστου (δημιουργία ενός φοιτητή της Κέρκυρας). Την ίδια περίοδο παρακολούθησα την Μουσική του Φοίνικα στο μέγαρο μουσικής. Να το εκφράσω απλά, έπαθα την πλάκα μου! όντας καλλιτέχνης και κάνοντας χρόνια τώρα έρευνα πάνω στην περφόρμανς είχα στραμμένο το βλέμμα μου μόνο στο εξωτερικό. Δυστυχώς αυτό συμβαίνει πάντα. Βλέποντας τις εκπληκτικές πειραματικές περφορμανς του Χρίστου με τον Σεμιτέκολο αντιλήφθηκα ότι την ίδια περίοδο που στο εξωτερικό αρχίσανε οι πρώτες περφορμανς, στην Ελλάδα είχαμε ακριβώς το ίδιο και μάλιστα από έναν μουσικό. Tο έργο του για μένα δεν είναι μονάχα μουσικό μα έντονα εικαστικό. Την περίοδο του 1965 με τις ιδέες του περί πράξης-μετάπραξης, η ακύρωση του “ρόλου” και η επαναπροσδιόριση του, η μετατόπιση και η μεταμόρφωσή, υπήρξε απλά ένα μεγάλο “μετά” στη μουσική. Είμαι 25 χρόνων, η μουσική και οι ιδέες του είναι πιο πειραματικές και εξελιγμένες και από αυτές των πιο συγχρόνων μουσικών ή γενικά καλλιτεχνών. Ο Γιάννης Χρήστου θα παραμείνει πηγή έμπνευσης για ανθρώπους από όλους τους τομείς των τεχνών και όχι μόνο. Συγχαρητήρια που συμπεριλάβατε τούτο το κείμενο στο ιστολόγιο σας.
Βλέπω -και με χαροποιεί- ότι το Ποιείν διευρύνει τους ορίζοντές του από την μουσική της ποίησης, στην ποίηση της μουσικής.