Η Νατάσα Χατζιδάκι διαβάζει 2 ποιήματα, από το cd#1 του περιοδικού “Νέα Συντέλεια”

ΕΠΙΓΟΝΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ

Αναπνέω.
Οξυγόνο2 Υδρογόνο.
Ζεστά σκεπάζομαι
Γυμνή σαν τη Βασίλισσα της Σαβά
ο αέρας με αμείβει κόκκινα φύλλα.
Πλημμυρίζω τις τρέσες της Κοίμησης
-κυλάω. Σε λίμνες ασκεπείς
σκοτεινοί ήλιοι.

Κάλεσε σμηναγό σμήνους αρσενικών χελιδονιών
Πέρσης ψυχρότερο σασί του έρωτα θα φτιάξει
και το παιδάκι σου-

στριμωγμένο στο πορτμπαγκάζ
της πιο κοινότοπης μάρκας αυτοκινήτου
θυροκόπος στο κενοτάφιο της Άννας Φρόυντ
θα φτάσει κάποτε εκεί όπου αποκλείονται όλα.

Πρυμναία Φρύνη
Κανείς δεν του δίδαξε το κόλπο του αιώνιου πόκερ.
Σκαρφαλώνει θυννώδης στ΄αγάλματα
Κοιμωμένη Ιστορικών Φιλημάτων
η σπαστική των μη θαλλόντων
με τις ελάχιστες κατόψεις-

αυτό το πράο
δίδαξε να σκαρφαλώνει τα αλογάκια επιτέλους
να κόβει βόλτες περιμένοντας
τον στυγερά ερωτικό και στρατιώτη.

Απλανές βλέμμα μ΄έριξε στην κατωφέρεια
κάποιας εκποίησης.
Αέρας μπόσικος. Ασήμαντης γονυκλισίας.

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ

Το πιο μεσαιωνικό τοπίο
μέσα στο έκθαμβο της Αναγέννησης υπάρχει
γεμάτο τροχιές και κουρελιασμένες μαύρες σημαίες
καταφύγια πτωμάτων με τη νίκη της πανούκλας χαραγμένη.

Λεπρούς με δεμένα στουπιά
στα άκρα και στο βδελυρό τους κεφάλι, άωρο.
Συστάδες ανθρώπων που μεταναστεύουν
με ημιθανή μωρά
ραμμένα στα ράκη τους.

Φωτιές όπου πανέμορφες μάγισσες αλαλάζοντας
μεταναστεύουν, αγνοώντας το τοπίο.

Και το τοπίο που έρχεται μπροστά τους
εγκαταλείπει στα διάτρητα πόδια τους
τα θλιβερά σφάγια
των τελευταίων επεξεργαστών δέρματος.
Σύροντας και παρατείνοντας την αχρηστία τους,
στις αναπαραγωγικές φωλεές
των υφαντουργών μετάξης.

Το πιο μεσαιωνικό τοπίο τέλος δεν έχει.
Ακόμη κι αν ψευδαισθησιακά

σ΄ ένα άκρο υφάσματος
γυαλιστερό σηκώνει το κεφάλι του
ένα δεντράκι της Αναγέννησης.

Στη θάλασσα της Αναγέννησης μάλλον θα πέσει
στο ποτάμι που διασχίζει ήρεμο

Μια Πόλη του Εικοστού αιώνα.

Μια Πόλη αράχνη.