ΣΟΝΕΤΤΟ 82 [ΝΑ Σʼ ΑΓΑΠΩ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕ ΚΟΥΡΑΖΕΙ, ΔΟΝΝΑ]
Να σʼ αγαπώ ποτέ δεν με κουράζει, Δόννα,
κι ούτε θα με κουράσει για όσο θʼ ανασαίνω·
πλην έχω πια τον εαυτό μου μισημένο,
των δε δακρύων μου τα λούκια ώς το γόνα
μού φτάνουν. Σʼ έναν τάφο θέλω να με χώνα-
νε, και στο μάρμαρό του νά ʼχει χαραγμένο
ποιός μʼ έβαλε στο χώμα σκέλεθρο λυωμένο
και θύμα αγώνα ερωτικού εις τον αιώνα.
Αν, όθεν, μια καρδιά πιστή να βλέπεις χάμου
ποθείς (μα δίχως να την τυραννάς), σου μένει
-και πάρʼ την να τη λυπηθείς, Κυρά- η καρδιά μου.
Μα αν, πάλι, η περιφρόνησή σου δεν χορταίνει
με αυτό τον τρόπο, τότε ξέχνα τη δικιά μου –
στον Έρωτα θε νά ʼναι και σʼ εμέ δοσμένη.
178 [: ΒΑΣΤΩΝΤΑΣ ΜΟΥ ΤΑ ΓΚΕΜΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΣΠΙΡΟΥΝΙΖΕΙ]
Βαστώντας μου τα γκέμια ο Έρωτας με σπιρουνίζει·
τρομάζει, καλοπιάνει την καρδιά μου· την παγώνει
και τη φλογίζει· με καλεί, με σπρώχνει· με σιμώνει,
με διώχνει· πότε φόβο, πότε ελπίδες με γεμίζει·
επάνω με ανεβάζει και κάτω με σφεντονίζει,
σαν χάσω πια τα χνάρια και το δρόμο. Σαν αγχόνη
φοβάμαι το δεσμό της ζωής που πνίγει και σκοτώνει
τον όλβο, πριν καν γεννηθεί. Στον νου μου τριγυρίζει
μια σκέψη φιλική, που διασκεδάζει την απάτη
και θέλει να διαβώ ροές ρυάκων που σχηματιστήκαν
από δακρύων ρανίδες για τον αιώνιο βίο. Ωθώντας
τα βήματά μου σθένη αλλούτερα, στο ρεύμα μπήκαν·
μα εγώ διαλέγω ένʼ άλλο να διαβώ, άγριο μονοπάτι –
αργό κι επώδυνο να ρθεί το τέλος μου ποθώντας.
221 [: ΠΟΙΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ, ΠΟΙΟ ΓΚΟΥΒΕΡΝΟ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΠΛΑΝΗ]
Ποιό πεπρωμένο, ποιό γκουβέρνο και ποιά πλάνη
με στέλνουν άοπλον τελείως να πολεμήσω;…
να νικηθώ και πάλι;… Θαύμα θά ʼναι, πίσω
αν έλθω· κι αν χαθώ, της μοίρας θά ʼνʼ φιρμάνι.
Πλην ο χαμός μου κέρδος μάλλον είναι, σαν οι
γλυκιές φωτιές του βλέμματός της πώς να ζήσω
με μάθαν μέσα στην πυρά, τυφλός, στο γείσο
του πόνου χρόνους είκοσι αφημένος. Φτάνει
νʼ ακούσω τους αγγέλους του θανάτου χαίρο-
ντες, σαν ιδώ το λάμπρος των αγαπημένων
ματιών της να με λούζει με αστραπές. Τον Έρω-
τα δέχομαι που με λαβώνει πεθαμένον·
τον νου μου χάνω τότε και τί λέω δεν ξέρω –
η γλώσσα μου όντως αγνοεί το όντως συμβαίνον.
292 [: ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΑΘΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑ]
Τα μάτια, που με τόσο πάθος τραγουδούσα·
τα μπράτσα και τα χέρια και τα πόδια και η όψη
που μʼ είχαν (και μαζί και μόνα) στα δύο κόψει
και ξένος μες στον φίλιο κόσμο επερπατούσα·
η κόμη (ο χρυσαφένιος ρύακας) που εκοιτούσα·
του αγγελικού της γέλιου η αστραπή, στα σώψυ-
χα μέσα που τον ουρανό έφερνέ μου σό-
ψιον, λίγη στάχτη είναι πια: η Καλλονή είναι α π ο ύ σ α.
Εγώ όμως ζω, στον πόνο μέσα και στη θλίψη·
χωρίς το φως, που τόσο ελάτρευα, έχω μείνει
– με σάπιο ξύλο σε φουρτούνα μόνος. Τα ύψη
της λύρας τής ερωτικής τα καταπίνει
ο θρήνος, που έως τρυγός τη φλέβα μού έχει στύψει
– απότιστο το πνεύμα, και άμουσο πια, σβήνει.
ΡΥΑΚΙ Ή ΛΙΜΝΗ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕΝ, ΟΥΡΣΕ, Ή ΡΕΥΜΑ
Ρυάκι ή λίμνη δεν υπήρχεν, Ούρσε, ή ρεύμα
ή θάλασσα, όπου τα ποτάμια τα νερά τους
εκβάλλουν, ή καν ίσκιοι μάντρας, και ψηλά τους
νεφέλες ξαπλωτές γιομάτες βρόχιο χεύμα,
ούτε άλλο εμπόδιο πουθενά, να κάνουν νεύμα,
τα μάτια της να μην κοιτώ, το ξάστραμμά τους,
ε κ τ ό ς από το βέλο εκείνο, που η Κυρά τους
εφόρειε, ε γ ώ να γεύομαι του πόνου γεύμα.
Κι εκειό το γέρσιμο του βλέμματός της φτάνει,
σεμνό ή περήφανο, μια μαύρη νά ʼρθει μέρα,
φριχτή, και πριν της ώρας μου να με πεθάνει.
Μα πιο πολύ, θαρρώ το χέρι-περιστέρα
της Δόννας δίνει μου τον πόνο, ωσάν δρεπάνι
στα μάτια μου όταν μπρος υψώνεται ή σαν ξέρα.
Περισσότερα στο “αλωνάκι της ποίησης”











Θαυμάσια η απόδοση των σονέτων του Πετράρχη, ενδεικτική , άλλη μια φορά, της αξίας του “κλασσικού”, και πόσο αυτό θα έπρεπε να είναι καθημερινό μας ανάγνωσμα (και, ενδεχομένως, άσκηση), όπως το πρωινό μας στο τραπέζι, αντί εκείνων των άλλων υποκαταστάτων της σύγχρονης, κι επικινδύνου -εν πολλοίς- διαιτολογίας.
Να γιατί πρωινό κλικ στο “αλωνάκι”!
Μπράβο θερμό στον Γιώργο Κεντρωτή!
Ο Πετράρχης στο “αλωνάκι της ποίησης”:
http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/PETRARCA
Προτιμώ τον G. Leopardi [1798-1837].
Κώστας Ρεούσης
Ευχαριστώ όλους τους φίλους που έχουν να πουν έναν καλό λόγο για τα μεταφράσματά μου ετούτα. Όντως μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω και να τελειώσω τον “Canzoniere”, τον “Τραγουδιστή”. Ήδη έχω μεταφράσει 220 από τα συνολικώς 366 ποιήματα της συλλογής. Μετά από διάλειμμα ενός έτους ξαναπιάνω από Δευτέρα τον Πετράρχη…
Να προσθέσω κι εγώ έναν ακόμη καλό λόγο, αγαπητέ Γιώργο Κεντρωτή.
Είμαι σίγουροι πως υπάρχουμε ήδη αρκετοί άνθρωποι που διαβάζουμε με ευχαρίστηση τα μεταφράσματα τούτα, άσχετα αν δεν έχουν αφήσει όλοι σχόλια. Περιμένουμε οπωσδήποτε και τα επόμενα!
Σαν μεταφράσεις δε μπορώ να έχω άποψη μιας και αγνοώ τα πρωτότυπα.
Σαν σονέτα όμως μου αρέσουν πολύ!
Περιμένω κι εγώ -όπως όλοι φαντάζομαι- τον τραγουδιστή
Από τον αποδοτικό σε δύο επίπεδα-ποιοτικόν και ποσοτικόν-Γιώργο Κεντρωτή, περιμένω την πραγματοποίηση όλων των υποσχέσων που έχουν κατά καιρούς υπάρξει στο Αλωνάκι. Σμιλεμένες εκφορές με πάθος και με μεράκι: σημαντική πρώτη ύλη και για το ποίημα και για τη μεταφορά του από γλώσσα σε γλώσσα.
Αγαπητοί φίλοι, υγεία να έχουμε και όλα θα γίνουν. Σιγά-σιγά, αλλά με… σφιχτές διαδικασίες. Να είστε καλά. Από καρδιάς σάς ευχαριστώ για τα ευγενικά σας αισθήματα απέναντι στα μεταφράσματά μου.
Κύριε Ρεούση,
καίτοι θα έπρεπε να αφήσω το προηγούμενο σχόλιο του Γιώργου Κεντρωτή ως καταληκτικό, με εκείνο το αισιόδοξο άρωμα που το διαπνέει, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό της διατυπώσεως αποριών, που από χθες, δίχως απάντηση, με απασχολούν:
Επί παραδείγματι, γιατί κάποιος, όταν του σερβίρουν στο πιάτο τον Πετράρχη, και τόσο φρέσκον όπως στην περίπτωσή μας, να απαντάει “εγώ προτιμώ τον Λεοπάρντι” ;
(Γερνούμε, αλλοίμονο, ανάμεσα στις φωτιές της Τροίας και στα λατομεία της Σικελίας – όπως είπεν κι έτερος ιταλός ποιητής. Σικελός για την ακρίβεια).
Καλημέρα σας,
Aldo Capasso [1909-1997]
100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ
Αγαπητέ κύριε Ρεούση,
προσωπικώς εγώ, ευχαριστώ – ειλικρινά δεν τον ήξερα τον Καπάσσο!
(Στο περιθώριο: είδατε πόσο πολλαπλώς χρήσιμη μπορεί να αποβεί η Αναγέννηση; )
Αντιχαιρετώ, κύριε Ρεούση, και σκέφτομαι τις ωραίες προτάσεις σας.
Αλλά οι μεταφράσεις του Γ. Κεντρωτή έχουν τη δύναμή τους, από την ικανότητα ενός ευαίσθητου δουλευτή του λόγου και του στίχου και από τη μαγεία του πατρός της νεότερης ποίησης , αξιοσέβαστου κυρίου Φρ. Πετράρχη.
Κύριε,
Ο ερημίτης του Αλτάρε…
Απαγγελίες
Μτφρ. ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΦΗΣ
Κώστας Ρεούσης-Παπαθανασίου & Υ.Φ.Λ.
!*!
Κύριε Γιώργο Κ. Μύαρη, άλλως Μύ-ς…
Πείτε Α Λ Ε Υ Ρ Ι
Κώστας Ρεούσης
Χαίρε, φίλε Κώστα!
Ξέρω, ξέρω και μένω στον Κλείτο Κύρου, που είχε και αναγνώσεις κλασικάς:
“δεν συμβιβάστηκε δεν ήταν άλλωστε
στο χαρακτήρα του ακολούθησε
κάποια εντελώς δική του αγωγή
έβγαζε δύο κύβους έρωτα από μέσα του
και τους διέλυε κρυφά σ’ ένα ποτήρι
με αθάνατο νερό για να το πιεί.”
Υ.Γ. Ορατές αναλογίες; Ίσως.
Δες από την ανάρτηση
1ο και 2ο σονέττο
του Φραντσέσκο
που μιλά στην αγαπημένη:
“Μα αν, πάλι, η περιφρόνησή σου δεν χορταίνει
με αυτό τον τρόπο, τότε ξέχνα τη δικιά μου –
στον Έρωτα θε νά ʼναι και σʼ εμέ δοσμένη.”
κύριε Μυ
κύριε Μύαρη
Κύριε Ρεβούση
Το γλύψιμο απαγορεύεται στο ποιείν
Ασφαλώς! Αλλά η συζήτηση αφορά διαφορετικές οπτικές και προτάσεις με αφορμή τα σονέτα του Πετράρχη.
Κυρία Μ. Κράλη, διαβάστε ξανά, όποτε βρεθεί χρόνος, τη συνομιλία μέσω των σχολίων…
Έτσι κι αλλιώς το φιλόξενο “Ποιείν” μάς επιτρέπει να γλύφουμε τις πληγές μας. [Διαδικτυακή “ψυχανάλυση”, φίλε SoPak;]
Αλλά καμια φορά η δια-μεσολάβηση προξενεί και παρενέργειες και παρερμηνείες. Φιλικά.
Κυρία Μαρία Κράλη,
Το “γλείψιμο”… γιατί το ΓΛΥΦΩ σας έχει συλλάβει, δικάσει και εκτελέσει.
Κώστας Ρεούσης-Παπαθανασίου & Υ.Φ.Λ.
!*!
Κυρίες & Κύριοι και κύριε Γιώργο Λυκοτραφίτη,
ΔΕΛΦΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ALDO CAPASSO
ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
έκδοση, εισαγωγή και μετάφραση
ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ
Ι
ΑΘΗΝΑ
1963
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛΙΔΑ 5
“Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να γίνουν όλα
ακόμα πιο βαριά, και τόσο που έγιναν-
το παν πιο λυπημένο από πριν”.
Για τις πληροφορίες
Κώστας Ρεούσης-Παπαθανασίου & Υ.περπραγματική Φ.ράξια Λ.ευκωσίας
!*!
Φίλε Γιώργο,
Θαυμάσια μετάφραση ενός ποιητή-προβοκάτορα και εραστή της ζωής.