θεοί άνθρωποι & κτήνη
τα χρόνια μου
γυρίζουν στην πόλη μόνα αδέσποτα σκυλιά πεινασμένα
κοιτάζουν τους θεούς οκνηρούς και τους ανθρώπους να τρέχουν
δεν τα ταΐζει κανείς
το αγγελικό κορίτσι στο Uxbridge
ως τότε βλάσφημος
στο Θεό πίστεψα κάτω από τα σύννεφα του Λονδίνου
έφτασα εκεί τελειωμένος
από το στόμα της τρέλας στο στόμα μιας κοπέλας τέσσερα χρόνια πάνω από τα δεκάξι γνώριζε ελάχιστα αγγλικά και έτσι μιλούσαμε ελάχιστα
τα λίγα που κατάλαβα και θυμάμαι είναι πως καταγόταν από την Αργεντινή
και πως μεγάλωσε σε ένα ίδρυμα ορφανών ανηλίκων κοριτσιών στην Ισπανία
παρέμενε εκεί ως δασκάλα
στο Uxbridge είχε έρθει για κάτι σαν επιμορφωτικές διακοπές και θα έφευγε σε όσες ακριβώς ημέρες θα έφευγα κι εγώ
σε δυο βδομάδες
αποδείχθηκε πως αρκούσαν για να πιστέψω
το τάμα μου ήταν να τη γαμήσω
η απολογία ενός ποιητή ή η ζουμερή μου αγάπη
η αγάπη μου είναι τα σωματικά σου υγρά
(αίμα
φλέγμα
κίτρινη
μαύρη χολή
και μουνόχυμα)
ή μου τα δίνεις όλα ή δε με έχεις καθόλου











Πολύ με ξένισαν τα 3 ανατρεπτικά ποιήματα του Τσίρκα. Όχι ότι στερούνται σύλληψης ή αρετής ωστόσο αναρωτιέμαι αν και κατά πόσο η ποίηση εν μέσω τόσο χαλεπών καιρών δικαιούται η οφείλει να είναι σε αυτό το βαθμό εξωστρεφής. Προς τι λοιπόν η άγρα φτιασιδίων
Εμένα πάλι μ’ ενθουσίασε. Βρίσκω συγγένειες με τη γραφή του Νίκου Λέκκα. Ποίηση τολμηρή που δεν ακκίζεται.
Η ανάγκη έκφρασης του “απόλυτου” και τα μονοπάτια της ποίησης ανοιχτά σ’ αυτήν.Γιατί όχι..
Απρόβλεπτος ο Τσίρκας .με σκληρό στίχο,κάποιες αδυναμίες-κατά την προσωπική μου άποψη-στο “δέσιμό” τους, εντυπωσιάζει και ,νομίζω,αυτό είναι στις προθέσεις του.
Καλό ταξίδι Μαρία
Ο Ιωάννης Τσίρκας υπηρετεί πολύ καλά την πρώτη ανάγκη της ποίησης που είναι η έκπληξη: χωρίς την έκπληξη, δεν μπορεί να υπάρξει ποίημα.
Η δεύτερη ανάγκη, η συγκίνηση, εμένα μου τη δημιουργεί και σ’ αυτά τα ποιήματα, όπως και στα προηγούμενα ανέκδοτα του εδώ στο “ποιείν”. Μια συγκίνηση που με βοηθάει να καταλάβω καλύτερα το κίνημα των 15+, με φέρνει πιο κοντά στον τρόπο ομιλίας αυτών των παιδιών, κι έτσι ανέφερα και την τρίτη ανάγκη που πρέπει να εξυπηρετεί ένα ποίημα, τη γλώσσα.
Χρόνια σου Πολλά, Ιωάννη.
Xρόνια πολλά στον ποιητή.
Πιστεύω ότι εκεί, γύρω στα είκοσι, ο μεγάλος κίνδυνος που συχνά διατρέχουν οι στίχοι ρέει στη γλυκερότητα και την απλοϊκότητα: πηγάζει από αυτές και τις ξαναποτίζει.
Ο Τσίρκας δεν είναι γλυκερός. Αφήνει, δε, το undertaste της ρώμης.
Από την άλλη, μπορώ να φανταστώ αυτή την υπόσχεση (της ρωμαλέας έκφρασης) να αυτοπεριορίζεται τελικά σε μια new age πιξελαρισμένη βωμολοχία. Συνειρμικά, θυμάμαι σχόλιο του Γιάννη Λειβαδά, για κάποιες ροκ εκφάνσεις που ίσως δε χρειάζονται (ας μου συγχωρεθεί η όποια ανακρίβεια στην αναπαραγωγή του, από μνήμης γαρ).
Έχω μεγάλη πίστη στη ρώμη. Τον περιμένω. Τον φαντάζομαι να φτάνει σε λίαν εξωτικά τοπία σκάβοντας.
Καλή συνέχεια.
Ειλικρινά δεν σας καταλαβαίνω! Πως είναι δυνατόν να σας αρέσει αυτού του είδους η “ποίηση”! Αν τα διάβαζε ο Ελύτης ή ο Σεφέρης θα ντρεπόταν που τον αποκαλούσαμε ποιητή! Ήμαρτον δηλαδή! Αν σας ενθουσιάζει αυτός ο στίχος, τότε πράγματι έχουμε πέσει πολύ χαμηλά…
«Ο Ιωάννης Τσίρκας υπηρετεί πολύ καλά την πρώτη ανάγκη της ποίησης που είναι η έκπληξη: χωρίς την έκπληξη, δεν μπορεί να υπάρξει ποίημα.
Η δεύτερη ανάγκη, η συγκίνηση, εμένα μου τη δημιουργεί και σʼ αυτά τα ποιήματα, όπως και στα προηγούμενα ανέκδοτα του εδώ στο “ποιείν”. Μια συγκίνηση που με βοηθάει να καταλάβω καλύτερα το κίνημα των 15+, με φέρνει πιο κοντά στον τρόπο ομιλίας αυτών των παιδιών, κι έτσι ανέφερα και την τρίτη ανάγκη που πρέπει να εξυπηρετεί ένα ποίημα, τη γλώσσα.
Χρόνια σου Πολλά, Ιωάννη.»
Σωτήρης Παστάκας, 07/01/2009
«Αν αξίζει τίποτε αυτό που θέλεις να κάνεις, φοβούμαι θα περάσεις πολλή κόλαση.»
Αγαπητέ (ή όχι, ό,τι εσείς θελήσετε) κ. Παστάκα,
Βρήκα ενδιαφέρον, και με ψυχή, το σχόλιό σας, αλλά πιστεύω πως η ποιητική του επιδέχεται αρκετή βελτίωση. Κατʼ αρχάς, έχω την εντύπωση πως συγχέετε την πλευρά του δημιουργού με εκείνη του αποδέκτη ενός ποιήματος. (Π.χ.: δεν διαβάζω ένα ποίημα για να εκπλαγώ.)
Δεν υπάρχει πρώτη, δεύτερη και τρίτη ανάγκη της ποίησης, αλλά μόνο μία: η ποιητική ανάγκη. Ενδεχομένως ακούγεται σαν ταυτολογία, αλλά έτσι είναι. Η ανάγκη της ποίησης είναι η ποιητική ανάγκη. Τελεία. Η (ποιητική) συγκίνηση θα μπορούσε να πει κάποιος, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση βρισκόμαστε σε ένα υποσύνολο της ποιητικής ανάγκης. Αυτά όσον αφορά τον ακροατή-θεατή-αποδέκτη του ποιήματος. Α… και η ποιητική ανάγκη, όπως και η μεγαλύτερη αδελφή της, η θρησκευτική, είναι υποκειμενική. (Εννοώ καλύπτεται διαφορετικά στον κάθε έναν.)
Αν τώρα θελήσουμε να δούμε πώς δημιουργείται ένα ποίημα που εκπληρώνει αυτήν την ανάγκη (την ποιητική), φεύγουμε από την πλευρά του αποδέκτη και πάμε στην πλευρά του δημιουργού. Σε αυτήν την περίπτωση λοιπόν, η πρώτη ανάγκη είναι ο μύθος, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται η έκπληξη. Αλλιώς: η πλοκή, το στόρι, το σχέδιο, ο σκελετός. Μόνο με την έκπληξη (και τη γλώσσα) δεν δημιουργούνται (καλά) ποιήματα. Έπειτα, όπως μας λέει ο μεγάλος, συγγνώμη… μέγιστος πρόγονός μας, έρχονται η ηθική και η νόηση (σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η εμπειρία κ.ά.). Και τελευταία, αλλά όχι καταϊδρωμένη, η γλώσσα.
Όσον αφορά τον κ. Τσίρκα, δική του και η ανάρτηση, αισθάνομαι όπως ένας κροκόδειλος μπροστά σε ένα νεογέννητο κροκοδειλάκι. Νομίζω πως ό,τι και να γράψω η απάντηση θα είναι ή θα έπρεπε να είναι «άντε και γαμήσου». (Εννοώ την εξίσου υποκειμενική και ιδιαίτερη με την ανάγκη ποιητική δημιουργία.)
υ.γ.
Αυτό που ήθελα να πω στο προηγούμενο σχόλιό μου, και φοβάμαι πως δεν εκφράστηκα με την απαιτούμενη σαφήνεια, είναι πως η ποιητική ανάγκη δεν αναλύεται. Ή, τουλάχιστον, αναλύεται τόσο όσο και το γιατί ο άνθρωπος έχει δύο χέρια και δύο πόδια.