Φώτα και κόσμοι ίδιοι. Οι σωροί στα σκουπίδια.
Τα νοήματα μ’ έχουν κουράσει.
Πολλές φορές σ’ ακούω ν’ αναστενάζεις
να φεύγεις, να γελάς, να κρατιέσαι.
Όταν τρέχεις ακούω τα βήματά σου,
κι αυτά χαρούμενα είναι.
Απλώνεις τα χέρια σου, μ’ αγκαλιάζεις
Κι ύστερα κρατάς τα μαλλιά μου με χάρη.
Τα χαϊδεύεις, τα φιλάς. Η σκέψη σου μου δίνει ζωή.
Φοβάμαι μου είπες. Κι εγώ.
Σηκώνεσαι, κάθεσαι, στριφογυρίζεις. Μη με
λυπάσαι.
Τα χρώματα δεν αρκούν. Τα συναισθήματα.
Κι εγώ φοβάμαι. Πιο πολύ.
Η παραφωνία της ερωτικής φαντασίωσης
Είχες μιαν όψη τόσο γλυκιά
μια θέρμη ολόζεστη,
η γεύση σου, έτσι, μύριζε ολόκληρη χρυσό
και τα μαλλιά σου παράφορα σχημάτιζαν τον άνεμο
τη φωτιά απ’ το σκληρό του ξύλου δείλιαζαν
και έμεινε στα χέρια μου αυτή η πρώτη αφή
όταν, πώς να το θυμηθώ, με χάιδευε η θύμησή σου
όταν, από το γαλαζόμαυρο νερό αργά κυλούσες
κι όσες αχτίδες σε τυλίξαν, ήταν διαρκώς
σιωπηλά απλωμένες.
Φθηνά, καθημερινά
Κι εσύ κρύφτηκες στις σελίδες ενός περιπτέρου,
γυάλισες τα δάχτυλά σου, τα φορέματά σου
μάζεψες,
μπήκες σ’ ένα κατάστημα ρούχων, έκρυψες τα μάτια σου,
τα τσιγάρα σου κάπνισες αργά,
το πρόσωπό σου έπλυνες ακόμα πιο σιγά,
τη φωτιά στα χείλη σου δαγκώνοντας,
την καρδιά σου όπως χτυπούσε, τα πόδια σου, εσύ
καθώς βράχηκες στ’ αλήθεια κάτω απ’ το φεγγάρι
όταν οι Κυριακές μοιάζουν αφόρητες
τα καφενεία γεμάτα
και μάτια ασάλευτα, όταν
τα Σάββατα η ζωή ξεπερνά το πλήθος
εσύ, κι εγώ, στερεώνουμε χαρταετούς
εσύ, κι εγώ, υψώνουμε σημαίες, όταν
η φυλακή που χτίσαμε
διαρκώς αλλάζει χρώματα.
Στην άγρια ερημιά
Φορούσε ο Γάγγης το ράσο του ανάποδα,
η μολυβιά στην κοίτη του είχε χορτάρια δίπλα,
κι εκείνη πως τα έπλενε τα πόδια της,
ολόκληρη στην άμμο,
μία χάρη, μία ζωηρή απλότητα, κι έτσι
στην απουσία της γέμισε όλη η πόλη
από εκείνη,
το τραγούδι της μπήκε στα σπίτια όλων,
αυτή η φωνή είχε χροιά ελεύθερη,
αυτή η φωνή είχε χροιά πιο φανερή,
θα ήταν φαίνεται εκεί ο Άγιος,
ένας μύθος παλαιός, Μαχαμπαράτα,
μείνε,
κι εκείνη δάκρυσε στους στίχους της,
έσκυψε και πάλι και τα μαλλιά της
μούσκεψαν,
τα δάχτυλά της έτρεμαν, τα μάτια της
κοκκίνισαν.
Ήρθε ο χρόνος, ήρθε, και η στιγμή πως
χάθηκε δεν ξέρω.
Η ιστορία ενός χωρικού
Σαν ανοίχτηκε στη θάλασσα,
έτσι το καΐκι το έβλεπα μακριά πια
να γυρίζει σαν τράτα μαγεμένη
και ο θόρυβος στις μηχανές του να με γρικά
κι όταν το βράχο σκαλισμένο στο αλάτι περνούσε
είχα μια τέτοια διάθεση, πώς να το πω
λίγο μελαγχολική
αλλά και γλυκιά, από νόστο ή άλγος
που η ζωή τραβά στα κύματα
οργιές κι οργιές
κι εμείς,
αργά να την κρατούμε
με σχοινιά και ξόρκια.
Βιογραφικό:
Ο Χρίστος Ξένος γεννήθηκε το 1972 στην Αμαλιάδα Ηλείας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Μηχανολογία στο ΤΕΙ Πειραιά και σήμερα είναι φοιτητής στο τμήμα ‘’Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό’’ στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Από μικρός ασχολήθηκε με την ποίηση, τον στίχο και την συγγραφή. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές («Θάμυρις», Δωδώνη 2003 – «Άωρος πόλις», Δωδώνη 2005). Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί και πρόσφατα συμπεριελήφθη ένα στη συλλογή «Επύλλια», ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 2008. Έχει ενεργή συμμετοχή ως στιχουργός στη δισκογραφία («Φως Αυγούστου», ΜΒΙ, 2002 – «Τραγούδια για Βραδινούς δέκτες», ANGELLIGHT ENT., 2005 κ.λ.π.). Έχει ήδη ολοκληρώσει την τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ιδιόμελον είναι» και πρόσφατα ολοκλήρωσε τη συγγραφή της πρώτης του συλλογής διηγημάτων με τίτλο «Οι μέρες ενός αχρείου». Τα δύο τελευταία έργα παραμένουν ανέκδοτα.











Άγνωστε αισθαντικέ φίλε Χ.Ξ., οι στίχοι σου γοητεύουν την αυχμώσα ψυχή. Είσαι σε πολύ καλό δρόμο. Εικόνες δυνατές και ομιλούσες.
Επέτρεψε, με τη συγγνώμη μου, να συνεχίσω το σχόλιο για την τύχη του άλλου άγνωστου φίλου που φεύγοντας μακριά έγινε ποιητής του απείρου, του νεαρού Αλέξανδρου, με στίχους της Κατερίνας Γώγου: “Κοίτα πώς χάνονται οι δρόμοι / μές στους ανθρώπους…/ τα περίπτερα κρυώνουνε / απ’ τις βρεγμένες εφημερίδες / ο ουρανός / πώς τρυπιέται στα καλώδια /(…) πώς τσούκου τσούκου / αργά μεθοδικά / μάς αλλοιώνουνε/ να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή / από το στυλ της καρέκλας…
Ιδιώνυμο, 1980.
Και του Λεύκιου Ζαφειρίου για έναν άλλο νεκρό Αλέξανδρο στο Πολυτεχνείο του 1973:
“Μάς παρακολουθούν, Αλέξανδρε, / και τρέχουμε να κρυφτούμε / πού; / Εδώ είναι όλα εκτεθειμένα / το βλέμα μας ο έρωτάς μας / η μνήμη μας / όλα σάμπως να μην αντιλαμβάνονται / πόσο έχουμε εκτεθεί / στην εξουσία του θανάτου./ Μας απειλούν, Αλέξανδρε, / τόσες διαψεύσεις το τσιμεντένιο πρόσωπο / αυτής της πόλης / ο ύπνος που μάς βαραίνει. / Έχουμε πέσει τελεσίδικα / μισοζαλισμένοι πάνω / στις λιπαρές μας μέρες.
Η θλίψη του απογεύματος, 2007
Καλό ταξίδι
ΠΑΡΑΚΑΛΏ, ΔΙΟΡΘΩΣΤΕ ΜΕ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΟΡΦΗ, ΥΠΗΡΞΕ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΛΑΘΑΚΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ Λ.Ζ., ΣΥΓΓΝΩΜΗ, ΦΙΛΟΙ/.