0.9 ΤΡΟΠΟΙ ΜΕ ΕΓΝΟΙΑ
ΙΙΙ. Εμπυρείον
Σεβαστιανή αδερφή μου σωπασμένο μου γράμμα
Πώς να ταιριάξουν τα δυο μισά της γης;
-Τρία μαύρα πουλιά με χάλκωμα ράμφος
που σπάνε τον ορίζοντα-
Το ένα μισό της γης το νεκρό της
Γυρνάει σε σημασία το άλλο της:
Δινούμενη και τρώει τους καρπούς της
Ώριμους καρπούς και άγουρο καρπό
Έτσι με ένα τέτοιο τρόπο γέρνει σε μιαν ιδέα
-το νοιώθει αυτό το μοναχό-
που σα σε κόσμο φέρνει
χτυπημένη από φως υπεροχικό κόσμημα
και σε ώρες αναλάμπει μέσα στο διάφωτο
Σεβαστιανή αδερφή μου εραλδικό μου γράμμα
Σε σημασία κρυφή σε σημασία διάφανη
Καλή μου το ρήμα Πετραίας αραβίας
Κόσμος κρυμμένος μέσα στο νόημα του’
Σου παραδίνω το λεπτό βάζο της γης να το προφυλάξεις
ΛΙΧΝΙΣΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Υπάρχει ένα κάτι του βίου που αποφασίζει ερήμην μας
και χωρίς να συνεδριάσει
Πνευματική μας αδυναμία και περιορισμός δεν μας αφή-
νουν να το συλλάβουμε
Μέσα σ αυτή την απουσία μπορούμε ν αγγίξουμε
τη σκιά της απιστίας;
Μακριά διαδρομή ενός ίσκιου από τον οποίο μόλις
και βγαίνουμε και παραταύτα ανωφέλευτα
(Δεν έχει τέλος τούτη η αθανασία)
Η μέρα τούτη πέθανε πίσω από σκούρο τζάμι ίσως την
ξεχάσεις για πάντα
Τι είχε; Άλγος Μονοτονία από άλγος που δε σε ξεχνά
είναι τα λέπια σου ο οπλισμός σου
Μάτια που το γαλάζιο σου στην Αφρική με βγάζει
της νύχτας πικροδάφνη μου το άρωμα σου με οδηγεί το
φως σου με τυλίγει
Έγραψα κάτι της φωνής σου σε τριαντάφυλλο ρόδο
γραφή σαν σε τετράδιο τρυφερά φύλλα της φωνής σου
(Μέσα μου) Αν έχεις τη γραφή για να πιαστείς πάνω
της όταν ναυαγείς
θα διαψευστείς πάραυτα
Δώσε μια ανάσα απόστασης από τον κόσμο της τέχνης
τον εαυτό σου δες σαν θεατής λίγο πριν από σένα λίγο
μετά από σένα
Θα λυτρωθείς από τον εαυτό σου θα γλιτώσεις από σένα
Μιά ταραχή στις φλέβες
Χτυπά την τρίαινα στον ήλιο γκρεμοτσακίζονται ένα κο-
πάδι σμέρνες
ξαστερίζεται ο ουρανός του ύπνου λιθόστρωτο σεντόνι σπέρ-
νεται αστέρια
πήρα έναν ανήφορο πήρα ένα λυκόστρατο
Τήν απουσία σου τυλίγει σεντόνι που σε κοιμήθηκα
ξεθυμασμένα του έρωτα τι περιμένεις στο βράδυ αυτο;
Η φωνή του χρώματός σου είναι απο χαράματα αγόρι
αγόρι αγόρι πού πάς; Του σταυρού σου καρφιά σφυροκοπάς
σίγα ο υμένας θα σαλέψει μήν καίς όλα τα χόρτα σου
Μέρα ανάβει σκοτεινιά όσο που να πεθάνω φτωχός του
πλούσιου πόνου
μές το κρασί πίνω τον ήλιο μές το ψωμί η νοτιά πάει στην καρδιά
πίνω καί πίνω
πίκρες καταπίνω
έχουν όστια το τραγούδι
Στίς φωτερές συκιές σύκο φωτεινό άστρο του χειμώνα
Πλούσια κοιλάδα τη διαβαίνω όχτο τον όχτο γκρεμό το
γκρεμό
Ψηλά περνούν οι φυλακές μου πρωτοψυχές σε συννεφό-
καμμα
Δεν πιάνει άνεμος θανάτου σε τραγουδιού απανεμιά
απ των νευρώνων τα κενά πετιέται η σκέψη φωναχτά
Απ τα βιβλία τι κρατάς;Της ράχης τους τον τίτλο
δέσιμο στάχωμα ποντισμός κατά βυθών
Στών κήπων τις γωνιές όλα γενήκαν κυκλικά μελισσο-
μάντρι
κυλώ το τσέρκι γωνιά τη γωνιά σφυρίζοντας τρελό σκοπό
ενεός στην αμφιλύκη λύκοι απ εδώ κι απ εκεί λύκοι
Εδώ η νιότη μας πλέχτηκε με άυλα βελόνια
κάτω απ του ήλιου τον τροχό
άφωνα όλα του κόσμου σε αναμονή τρεμάμενα κρεμαστά
νερά
Ρολόι μες τον καθρέφτη σφυριγμός από σύμπαν
Έκανες μεσημέρι η μέρα αχτίδωνε ένα φώς αράχνη
Στό μυαλάκο στίς καρυές πράσινες φωνές
η νύχτα καταπάνω μας σαν πανωφόρι
ανηφορίζαμε γιά την Παληόχωρα
εσύ Κυριακή εσύ Αντιγόνη εγώ
Δέν ξέραμε νυχτώσαμε σέ ένα απόγευμα μιά ζωή
Χρυσά κυδώνια στό χιόνι λησμονιάς απογώνι
Ξαστερώθηκα
σε λάθος τόπο στρώθηκα σε στάβλο ξημερώθηκα
Το αχούρι φλέγεται:
π υ ρ α κ τ ώ θ η κ α
φιλί αγάπης βαθιά ερωτικής γυναίκα εσύ θάλασσα υγρή ξέρεις
στις όχθες στα ρηχά στα πιό βαθιά να δεχτείς
τυλιξέ με στα φλογισμένα κυματά σου πυρωμένο μου αί-
νιγμα
χαραμάδα
Όταν μπαίνω στην πόλη στη μέσα πόλη εκεί που νοιώθεται
του πλήθους η βουή εκεί που νοιώθεται η ένταση της αγοράς
εκεί που οι αρτηρίες της πόλης σφύζουν εκεί που η πόλη ένταση είναι
Νοιώθω πρίγκηπας Όλα λες γίνονται για μένα
Βιτρίνες πωλήτριες αγοραστές εμπορεύματα εκθέματα κίνηση αγοραπωλησία
δρόμος πεζόδρομος κουβαλητό ξεφωνητό αμάχη καφέδες καφενέδες
μπαρ οινοπνεύματα πνεύματα ξεθαρρέματα
ερωτισμός κι επίδειξη σε αγοράζω και σε πουλάω
κάθε πτυχή σε τουτη τη μεγάλη μέρα σε τουτη τη μεγάλη πόλη
σε οδούς του παζαριου ατελείωτους ότι κι αν πεις ακόμη αν το ειρωνευτείς
το γουστο είναι μεγάλο απέραντο τεράστιο
Ναι, γίνονται για μένα Όλοι τα προσπερνούν
όμως εγώ τα ζω με προσοχή Τα κάνω πραγματικότητα
κι έτσι υπάρχουν για πρώτη φορά
πρωταγωνιστές των ματιών μου μοναδικοί.
Όλη η πραγματικότητα πρωταγωνιστεί για χάρη μου !
σε μια δωρεάν ταινία από καθαρή πραγματικότητα Εγώ κι η πραγματικότητα
κι ενδιαμέσως τίποτε λές και προβάλλει απ’ το κενό Το κενό
γίνεται μηχανή προβολής χωρίς να επαναλαμβάνει σκηνές χωρίς μονταζ…
Ακούς την Κατερίνα στην Έφταχάλκου ! Α εκεί στα ωραία μπαράκια
η έκθεση ούτε που την ένοιαξε παρεξ για το είδος Μπαρ που λειτουργούσε …
οι αγοραπωλησίες της τέχνης έχουν μια χροιά που δύσκολα
τη μαντεύει ο αμύητος
ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ
Εφορμήσεις στον όρμο του απόντος Ορφέα
καρφί δε σου καίγεται από νεκροκεφαλή
στο καρφί σαν πρωινό καθρεφτάκι
να καθρεφτίζεις το μέσα σου
πριν κινήσει τη μέρα
ρόδα στο κύμα ο ήλιος
Εφορμήσεις στον όρμο του απόντος Ορφέα
θαλασσινός νεκρός κοχύλι στο στόμα
μιας πράσινης σαν τον όλεθρο κοπέλας
σε καλεί
Το κύμα κάνει δαχτυλίδια
γύρω από τον υψούμενο βράχο
βρόγχος θαλάσσης γλυφή γλώσσα
αφρος νερό κι αλάτι διάβρωση ύλης
θάλασσα σουρωτήρι τεχνητρα οπών
όπου έρχεται και τρυπώνει το φως
Γεννητούρια του άδειου γιορτάζει
το άδειασμα γιορτάζει τις φωλιές του κενού
έλξη και μαγγανεία
Απομεινάρι λάβας σκοτεινάδα βράχου
επιμένει στο φως
επιμένει να δίνει χέρι του Ορφέα
του παρέχει μακριά σκοινιά
ρίζες από αρμυρίκια
να πλέξει τα μουσικά του δάχτυλα
Ω είναι σκοτεινό το Βασίλειο της μέρας
πάρτε το φως
ανηλεής τροχός ήλιος
στο καταμεσήμερο στα δυο μας κόβει
Απαλά τις γλώσσες σου φωτιά του ήλιου
απαλά τις γλώσσες σου γλυφή θάλασσα:
καίγεται το καρφί του κρανίου
σκληρό αλάτι το νοτίζει πέφτει στα χέρια
πίσω από τις πόρτες του θανάτου
Ποιος τραγουδά;
Εδώ που σμίγουν στοιχειά με στοιχειά
Στη σιδερένια άβυσσο
Μολυβένια ερπετά κύματα φίδια λάβας
Αναδεύεται το χώμα
σείστρα ανέμων χτυπάν δαιμονισμένα
γιγάντια αβύσσου τρικυμία
Μεγαλοπιασμένοι των ονείρων
Περηφανευόμαστε για τη σκιά μας
Τέτοια η οθόνη του νου μας
Από μηχανής η αλήθεια
από δοκιμαστήρια αβύσσου
Με άψογο ένδυμα γύμνια
Ανοίγει η φλέβα μας και μας δωρίζει στη μουσική
αυταπάτη έρωτας χορεύει πάνω στο κοχύλι
σαν Αφροδίτη
θαλάσσιος νεκρός
παραγγέλλει: Στηρίξου στον έρωτα
Σκοτεινά νερά
Βασίλειο του Όρκου: Διαπέρασε Στυγός νερό
Tρέξε στις φλέβες σου μαγνήτες δίπλα στο αίμα
Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΑΣ
Στέκεται ψηλά εκεί όπου πρωτοσκάει το λυκαυγές
με το κεφάλι ριγμένο στα χέρια
μόνη του και μόνιμη συλλογή
Σ όλο αυτό το ενεργειακό άπαν
στη χάση στη φέξη το μόνο κενό το εγώ
Μια στιγμή της υψηλής κορφής
μια φορά διαβατάρης να συμπίπτει
με τη σκιά του στο τέμπλο του βουνού
εκεί που λογιέται φρύδι βουνού
Κοίταξε πίσω τα αλλά βουνά
με τα ερείπια στα πόδια τους
λιθάρια σαν κόκαλα σπαρμένα στο ξέφωτο
πηγάδια στεγνά λαρύγγια
αδιάβροχα στη νέα ζωή άφωνα
Τρύπες γης σαν γραβιέρα ελβετική χωρίς τον σουγιά της
Εκεί που άστραψαν φουστανέλες καριοφίλια
τώρα μονάχα ο ουρανός κράτησε τούτο το χούι
Κοιτάζει κάτω ανάμεσα στα πόδια του
οι Παξοί δυο κουκίδες η Κερέντσα δυο κούπες χρυσάφι
ο κάμπος σβηστή Αχερουσία και τον διαρρέει τριπλόκαμο στοιχειό
λοφοσειρά στήθια και καμπύλες μαγγανεία
σαν παραθερίστριες ξωτικές σε παραλία παραλυμένες στον ήλιο
με τα χωριά σύνεργα και στολίδια τους ενθύμια περιηγήσεων
ανά τα μουσεία της ενδοχώρας
Στέκεται ανάμεσα στ αυτιά του μοναδικό κενό
η μόνη υποχώρηση σε τούτο το ξέφωτο
το μόνο ξέχωρο στη χωρική απλωσιά
Μοναδική στιγμή στης καμπύλης το θεώρημα
Στην τελείωση είμαι ο εαυτός μου σκοτεινά θεμέλια του κόσμου
Από το χρόνο των θεών μπαίνει ένα λίγο στα όνειρα μας
και σαν αγάπη κατοικεί μέσα στο αίμα στην καρδιά μας
κολπάκια από θάλασσα παιχνίδι δε θα άλλαζα
Ρίξε σπόρο ν αναστήσεις ένα χώρο
Αύρα αιωνιότητας μαρμαρυγή αθανασίας
Πιες αέρα πες
Της ζωής το διαρκές πένθος είναι αβάσταγο
το βιός το κάνεις δε σε κάνει
Η σταθερότητα γραμμών είναι σαν ράγες
το τρένο ο μηχανοδηγός να πάει αλάθευτα
με σιδερένια επιμονή όλο και πιο άσφαλτοι δρόμοι
μας ξεναγούν ανοίκειο περιβάλλον ξένωση
ένα είδος συντέλειας του παλιού
Το μάτι της αιωνιότητας δεν ξέρει από λήθη
ΤΟΥ ΤΡΥΠΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΑΞΙΑ
ο
Ψυχή λόγχη
Λιθογραφία στο ποτάμι της λήθης με βότσαλα
Η βραδιά γελούσε με νιόπιαστο φεγγάρι ώρα που η φοινικιά
παραιτούνταν από την προσπάθεια της να πετάξει
Μια κουκουβάγια καλούσε το σύντροφο της
Ο ουρανός έβρισκε τη δροσιά του
Η νύχτα γρήγορη έπαιρνε πρωτοβουλίες
Ο κόσμος της μέρας βρήκε απογώνι
να μην τον πιάνει το σκοτάδι ώρα που κόσμος νυχτερινός βάζει βάρδιες
κερδίζει βήμα το βήμα την περιοχή
Ζευγάρια μάτια κινούνται σε ποικίλους ρυθμούς και βηματισμούς
χαμηλά ψηλότερα πολύ ψηλά μικρά μεσαία μεγάλα φωτεινά φωτεινότερα βλέμματα
Σύρσιμο ελιγμοί βηματισμοί πάνω σε βαμπάκι χαμηλωμένα φώτα ψίθυροι υποβολής της νύχτας
ένας κόσμος μες τη συγκράτηση το δειλό φόβο στην παγίδα του σκοταδιού μαντεύει
ακροάζεται σκιρτά αδημονεί τολμά ελπίζει πάει γυρεύοντας
Σχήματα στο χώμα μυστικά παράθυρα γης ρίχνουν φως στους τοίχους ξεκόβουν
οι τοίχοι φωταψία γύρω σύμφωνη με τη διάταξη των παραθύρων
Χτυπάν κουρτίνες αραχνοΰφαντες πανιά που σαλεύουν ως να κοπεί η άγκυρα
Στο παραγώνι ετοιμάστηκαν τα σπάργανα κόβεται ο ομφάλιος ταξίδι ζωής
αρχίζει με το πρώτο μεσονύχτι
Μήνας Σποριάς βράζουν τα μπόλια να τιμηθεί η πολυσπορίτισσα
η μαμή χάνεται στη μαύρη νύχτα νυχτοπούλι οδηγείται από το σκοτάδι
όπως κάθε τυφλός δημιουργός όραση του το ραβδί και σκήπτρο
Πως διασχίζεται το σκοτάδι το άλλο;
Τέχνη της μαμής και τέχνη του δήμιου στενή ψυχή αιχμηρή ανοίγει δρόμο στο σκοτάδι
πυκνό το κόβει ψυχή λόγχη
Δεν κατέβηκαν οι μοίρες Δεν άγγιξε ανεπαίσθητη φτερούγα το μέτωπο
Δε σκίρτησε μέσα στο άπειρο των ματιών η γέννηση της ίριδας
Δεν είπαν οι άνεμοι τη μουσική ;
Χορεύουν νυφίτσες στο χασήλι Κόσμος αληθινός σαν παραμύθι
Σιγή ισχύος
Της ποίησης η λύρα
είναι κουρδισμένη
απο τον ίδιο το θάνατo
*
Ό,τι χάνω
με βρίσκει στην καρδιά











Όταν βαριέμαι θανάσιμα πάω και διαβάζω Εκτώρ
Αυτός έρχεται κατευθείαν από τα ηλιοτρόπια
κι απ` το κομμένο αυτί, γι` αυτό
και γιατί με περδικλώνει μες στη λεξιτροπία του
να ψάχνω έναν έναν τους γεμάτους σπόρους
Ο Εκτώρ έχει το δικό του χωράφι λογοτέχνης
κι έχει απλωμένο ανατολή προς δύση έρμαιο
και πολύχρωμο πανί Ιμαλαΐων
για τα μαύρα πουλιά και τους θεούς
και ένα, όχι υπερεπείγον, να σκύψεις και να κουραστείς
για να σου αποδειχτεί με αιχμές σοφίας
κι όταν για την αθάνατη φλόγα ομιλεί
εκδίδεται σε υψηλά ποσοστά Αφροδίτης
Και δε μιλάω μόνο για τούτα που αναρτήθηκαν
σαν μπούσουλας εδώ για τον ανήξερο
– πώς να κωπάσεις έναν ποιητή μόνο μ` 8
τυραννικά ποιήματα-
που κι αυτά δεν τολμάς να τ` αγγίξεις
μην πέσεις έξω…
Τον Εκτώρ, έτσι μ` αρέσει να τον αποκαλώ,
όπως κανένας άλλος, στριμώχνοντας σε έναν παρατονισμό
το λόγιο στίγμα του, τον Εκτώρ που τον εγνώρισα τυχαία
πριν τριάμισι χρόνια και μου εφάνη ότι αυτό που λέει
αυτό το σύνθετο είναι
το σκοτεινό νερό για όσους δε διασχίζουν βλέμμα
η ευ αίσθησις του απ` αλλού
Eγώ πάλι όταν βαριέμαι θανάσιμα πάω και παίζω με τον σκύλο μου τον Αζόρ. Αν ποτέ γράψει ποιήματα, δεν θα τολμήσω να τoν αγγίξω. Το δέος του απ` αλλού..
Στο περιθώριο της ουσίας και της αξίας ή μη των ποιημάτων του Πανταζή, έχω, εάν μου επιτρέπεται, δύο ενστάσεις να εκφράσω, μάλλον αισθητικής φύσεως (αλλά και πάλι: πού τελειώνει η ουσία και πού αρχίζει ο τύπος μού είναι, και τώρα και πάντα, απολύτως δύσκολο να προσδιορίσω):
Η πρώτη αφορά (σ)την αναρτηθείσα φωτογραφία του ποιητή: από όπου και να την κοιτάξω, με περιπλέκει -αντί να με βοηθάει στην κατανόηση του όντος, παραπέμποντάς με, κάποτε, ακόμη και σε προσωπογραφίες α λα Francis Bacon. Προς τί η παραμόρφωσις και ο παραφωτισμός;
Η δεύτερη αφορά τον επιτιτλισμό των ποιημάτων. Γιατί άλλοι τίτλοι με μικρά και άλλοι με κεφαλαία; Σημαίνει αυτό κάτι, υποδηλώνει ποιητικές ενότητες, τις οποίες η ανεπάρκειά μου δεν φαίνεται να στέκεται ικανή να ξεδιαλύνει ;
Πράγματα ασήμαντα, θα μου πήτε, εμπρός στο αξεδιάλυτο μυστήριο της ποιήσεως, όμως θέλω να πιστεύω ότι και οι τύποι έχουν την ουσία τους πότε-πότε… Έστω, χωρίς καμμία καταδικαστική βαρύτητα.
“Της ποίησης η λύρα
είναι κουρδισμένη
απο τον ίδιο το θάνατo”
Τα σέβη μου κε Πανταζή.
“Σιγή ισχύος
Της ποίησης η λύρα
είναι κουρδισμένη
απο τον ίδιο το θάνατo
*
Ό,τι χάνω
με βρίσκει στην καρδιά”
Η ικανότητα για λογοπαίγνιο, η χρήση των αντιθέτων, ο επιγραμματικός λόγος (εδώ) και η ευρηματική χρήση της γλώσσας,δεν μπορεί παρά να μαγνητίζουν τον αναγνώστη…
Ενδιαφέρουσα, παραληρηματική γραφή. Θα μου άρεσε περισσότερο αν έβρισκα πιο συχνά μέσα στους στίχους, το κουκούτσι της.
λούστηκα στίχους τώρα πριν να ξημερώσει
πεταμένους μπροστά μου
στίχους που δεν ανταποκρίνονται σε καμιά επιστήμη κι επιστημοσύνη, σε καμιά γνώση, σε κανένα πιστεύω μου
ατάκτως ερριμένους, σαν να βγήκαν από τις τσέπες μεροκαματιάρη που γυρνά στο σπίτι και κοιτά με απαξίωση το λιγοστό κέρδος της μέρας…
είναι ποιητής ο έκτορας με δική του φωνή.
ποιήματα που λειτουργούν μόνα τους, φτιάχνοντας δρόμο.
γράφε έκτορα…
την αγάπη μου
υγ. πειράζει που είναι τόσο προσωπικό αυτό το σχόλιο;
είναι προσωπικό από τη μια μεριά, που σημαίνει ότι μπορεί να είναι για πέταμα, αλλά ίσως αυτή η καμμένη πλευρά του να δίνει νόημα στην άλλη, που λέει και σ’ε΄να του στίχο. φανερώνει δλδ ότι μου επέβαλε μια πραγματική ανάγνωση…
την καλημέρα μου σε όλους!
Μύστης αυτόματη γραφή γλώσσα ισχυρή και πλούτος νοημάτων. Αισθάνομαι τυχερή ώστε να έχω βρει τα κλειδιά και τους κώδικες της ποίησης του. Ετσι που ο κάθε του στίχος είναι ένα μικρό ταξίδι. Αν προσθέσουμε και την εκτίμηση που έχω στο πρόσωπο του by far λέω ότι είναι η καλύτερη ποίηση που έχω διαβάσει στο διαδίκτυο.
Ισχυε το φυτιλάκι της αιωνιότητας Εκτορα, με το φως του εξάλλου περπατάμε στον κόσμο (οι στίχοι δικοί σου).
Ασφυκτική ποίηση, αυτόματη, ναρκισσιστική με πολλές κοτρώνες όμως που με πήραν κατακέφαλα. Θα συνέλθω, όπου να’ ναι. Το κονιάκ κάνει θαύματα. Η ποίηση αυτή υιοθετεί τη γλώσσα του απέραντου ΟΧΙ. Αυτό που τόλμησε.. να απαντήσετε ο Μεταξάς στον Ιταλό πρέσβη. -Θα πολεμήσετε? -ΟΧΙ, βέβαια…
Διορθώνω : να απαντήσει ο Μεταξάς.