Του θηρίου
Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις
Θα σε φέρω σʼ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πως τρώνε τις άγκυρες
πως σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες
Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι
θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απʼ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις πόρτες
με κομμένο το χέρι
θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο
Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
Χριστούγεννα 1948
Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδερόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου
Η σκηνή
Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγες
στη γωνιά
Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απʼ όλες
τις πλευρές
δε θα ʽταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα
Η δυστυχία απʼ έξω
έγδερνε τις πόρτες
Τα πρόβατα
Κεφάλι μου γεμάτο όνειρα
χέρια μου γεμάτα λάσπη
Να τραγουδήσω λοιπόν κι εγώ τη βροχή
όταν ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς δε γνώριζε το πρόσωπο του
στη σκοτεινιά στην ερημιά πλάι στα καλώδια
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
ο ένας ακουμπούσε σ΄ ένα φράχτη
ο άλλος σε μια γέφυρα τυφλή
ο άλλος σʼ ένα γκρεμισμένο σπίτι
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
κι η θάλασσα έβγαζε στη στεριά
τ΄ άγρια ταʼ άσπρα της τα πρόβατα
ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς όμως δε γνώριζε τη χαρά του
ο Πόντιος Πιλάτος ύπαρχος του ποταμού
με το κλουβί τα πεινασμένα τα πουλιά του
τον κήπο τα χαμένα τα λουλούδια του
οι δυο σφίγγονταν πάνω στο λόφο
οι δυο αναστέναζαν μεσʼ στη στοά
οι δυο λιώνανε στο κυπαρίσσι
όταν η θάλασσα μάζευε ξανά
ταʼ άγρια τ΄ άσπρα της τα πρόβατα
μεσʼ στην πικρή της αγκαλιά να τα κοιμίσει
Η αποκριά
Μακριά σʼ ένʼ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μεςʼ στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες έν- δυο
έν- δυο με παγωμένα δόντια
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σʼ ένʼ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
Η μεταμόρφωση
Μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ʽλεγες
θα πλύνω από τα χέρια μου
το αίμα
και θα πετάξω τα καρφιά
από το στήθος μου
δε θα φοβάμαι πια τον κεραυνό
δε θα φοβάμαι το σφαγμένο
πετεινό
μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ʽλεγες
τότε
θα είσαι ένα πουλί
ίσως να είσαι έ ν α π α γ ώ ν ι
εγώ
θα έχω αθωωθεί











Ένα εφιαλτικό σύμπαν. Εικόνες παιδικής φαντασίας. Όνειρο μέσα σε όνειρο και συγκροτημένες, καθαρές παραισθήσεις.
Κανένας συμβολισμός. Όλα γραμμένα με αίμα.
Αυτά τα ποιήματα φανερώνουν έναν εξαίσιο κολυμβητή μιας ματωμένης Αθωότητας.
Στη μαγεία της εφιαλτικής υποβολής και στην κατίσχυση της τρομακτικής εικόνας, ξυράφι η λέξη εγείρει τη διάνοια. Έπεται η λύτρωση, πνευματική και ψυχική, κατεξοχήν όμως μέσα από το εκ βαθέων φανέρωμα της εγκόσμιας αγωνίας του μεγάλου αυτού ποιητή.
ποίηση..
να’ στε καλά κ.Παστάκα
O χειρότερος ποιητής που έχω διαβάσει ποτέ. Όταν ακούω το όνομά του, σκέφτομαι “μας κάνει πλάκα ο Θεός”. Αρκεί μια παιγνιώδης διάθεση και ένα ανύπαρκτο ταλέντο για να γράψει κανείς 1.345.658.987 τέτοια ποιήματα και εφτά τόμους με δοκίμια (ο ίδιος, πάντως, δοκίμια, εξ όσων γνωρίζω, δεν έγραφε).
Αν είμαι “κακός”, είναι γιατί η ποίηση Σαχτούρη έχει απαθανατισθεί και στ’ όνομά του περισσεύουν οι δικές μου κρίσεις.
Ο Χουρμούζιος και οι λοιποί είχαν δίκαιο. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ο Γιάννης Δάλλας βρίσκει ελαττώματα στο “Άξιον Εστί” αλλά όχι στην ποιητική Σαχτούρη.
“O ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ποιητής που έχω διαβάσει ποτέ.” Μιλάτε σοβαρά κύριε Μουζάκη; Η “μας κάνει πλάκα ο Θεός”, δηλαδή, υπάρχει κάποιος υπαινιγμός και κάποια ειρωνεία που δεν αντιλαμβάνομαι; Δεν έχω ασχοληθεί με τον Σαχτούρη αλλά αυτά που διάβασα εδώ με ενθουσίασαν.
Καμία ειρωνεία, κύριε Ράπτη. Θεωρώ-έχοντας, σε αντίθεση με εσάς, διαβάσει όλα του τα ποιήματα-ότι είναι από τους χειρότερους ποιητές που έχω διαβάσει (μπορεί και ο χειρότερος). Να το πω και αλλιώς. Αν καθίσω τώρα να γράψω ένα στιχούργημα με ερωτική διάθεση, δύσκολα (ακατόρθωτα ίσως) θα κερδίσει εντός μου την εκτίμηση που έχω στη “Μαρίνα των Βράχων”. Αν καθίσω και γράψω, αντιθέτως, ένα στιχούργημα της πλάκας, θα μου αρέσει περισσότερο από την “αποκριά” ή τη “σκηνή”:
ΤΟ ΤΥΡΙ
“Αυτά τα μαύρα πηγάδια
στο φεγγάρι
τα βλέπω από το χάραμα
τα ξεκολλώ από τη μέρα
όλη τη μέρα τα σβερκώνω
βάζω μέσα την καρδιά μου
την πήζω μαύρη με το τυρί
που τρώνε οι Θεοί
το σάπιο τ’ ακριβό
τυρί της πανσελήνου
γεμάτο φλέβες εκτελέσεων”.
(μου πήρε 45 δεύτερα με το ρολόι)
Κι επειδή το παραπάνω δε θα σας ενθουσιάσει, σας χαρίζω το παρακάτω (ώστε να νιώσετε τον ενθουσιασμό):
ΚΕΡΔΙΖΩ
Κάθε μέρα πέφτει
ένα μαύρο πέπλο
που το καίει ο ήλιος
το βράδυ
το φεγγάρι το ματώνει
κάθε βράδυ κερδίζω κερδίζω
ο θάνατός μου
απλώνει το χέρι
κάθε βράδυ κερδίζω κερδίζω
(δεν ξέρω πόσο του πήρε)
Kύριε Μίχο,
όπως έχετε σωστά επισημάνει, είμαι Ραλφματσιοντάνιελλαρούσο-περφόρμερ. Το πρόβλημα είναι ότι και αφού σβήσει το φως, εξακολουθώ να πιστεύω-όπως και μερίδα της επίσημης τότε κριτικής-ότι ο Σαχτούρης δεν έχει φωνή.
κ. Μουζάκη, κάποιος άσχετος με τη ζωγραφική, όταν είδε κάποιους πίνακες του Πικάσο ή του Σαγκαλ ή του Πόλοκ, για να μην αναφέρω όλη τη μεταμοντέρνα τέχνη, είπε: “Με μερικούς κουβάδες χρώματα και λίγη παιγνιώδη διάθεση θα μπορούσα να κάνω πολλά παρόμοια έργα τέχνης, ακόμα και ανώτερα απο αυτά”. Δεν είναι όμως έτσι. Τα ποιήματα του Σαχτούρη έχουν μια αξία που μάλλον δεν αναγνωρίζετε. Δεν είναι παστις, ούτε κολλάζ, ούτε παραλήρημα και ασυναρτησίες. Είναι ένα σύμπαν εικόνων που αντλεί απο κάτι που ο κοινός θνητός δεν μπορεί να έχει πρόσβαση. Απο την παιδική ηλικία του Λόγου δηλαδή. Απο το όνειρο και τον εφιάλτη. Δεν είναι “έξυπνη” ποίηση όπως συνήθως είναι η σύγχρονη. Είναι όμως κατα τη γνώμη μου αληθινή.
Συγγνώμη. Εννοούσα οτι δεν είναι τυχαίο κολλάζ, γιατί το κολλάζ είναι μια σοβαρή τέχνη που ασκήθηκε και απο τον Ελύτη. Επίσης, παστίς ήταν αυτό που γράψατε εσείς, “Το τυρί”, και κατα τη γνώμη μου άστοχο.
Ο Μουζάκης θίγει ένα πολύ σημαντικό θέμα, το κατά πόσο η ψυχολογία του όχλου επηρρεάζει τον εκάστοτε αναγνώστη, ή να το πω πιο απλά, αυτό που έχει ανακηρυχτεί ως “άγιο”, που δεν αγγίζεται, που ντρέπεσαι να πεις πως δεν σου αρέσει μήπως φανείς ο τρελός του χωριού..ενώ ίσως ενδόμυχα πιστεύεις -όπως και όλοι- πως όλο το χωριό περιμένει τον τρελό για να το ανατινάξει…
Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον (προτείνω να υπάρξει ως ποστ σε λίγο καιρό) να συζητήσουμε έξω από τα δόντια αυτά (εννοώ τα μεγάλα ποιήματα-ποιητές) που δεν θεωρούμε οτι αξίζουν -πάντα με προσωπικά κριτήρια- ή έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από όσο θα έπρεπε και δεν τολμάμε δημοσίως να τα αναφωνήσουμε για να μην μας κράξουν…
Πρέπει να λέμε την αλήθεια (μας) στα παιδιά…
Πτυχή του ζητήματος έχω θίξει στη “Διακριτική Γοητεία των Κριτικών”. Θα επανέλθω στα σχόλια και με βάρος ασήκωτο αποδείξεων, κατόπιν της υποδείξεως του master Miyagi… 🙂
Σπύρο, τα κριτήρια, στο βάθος, είναι πάντα προσωπικά. Η ψυχολογία του όχλου δημιουργείται όταν ενδύονται αυθεντίες.
Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση…
Γνωστές οι απόψεις σου Δημήτρη για τον Σαχτούρη.
Το βάρος των αποδείξεων πάντως,σ’ ένα διάλογο που μόλις ανοίγει,δε θα πρέπει να το φέρει μόνο ο “αντιρρησίας” Μουζάκης αλλά και οι υποστηρικτές του έργου του Σαχτούρη.
Βάλτε λοιπόν τις μάσκες σας,Ποιεινόβιοι και Ποιεινόβιες,βγάλτε τα νερομπίστολά σας-κάποιος φρόντισε για τη σκευή…- και αρχίσατε…Ποιείν!… 🙂
υγ.Η πρόταση του κ. Αραβανή,εξαιρετική.
διόρθωση:
υπό το β ά ρ ο ς των αποδείξεων που καλούνται να καταθέσουν,οι συμμετέχοντες στη συζήτηση αλλιώς ενδείκνυται να προσφωνηθούν:
Βαρυποιεινίτες και Βαρυποιεινίτισσες… 🙂
κ. Αραβανή, υπάρχει πάντα μια μόδα, μια νόρμα, μια ψυχολογία του όχλου, μια συνισταμένη της μάζας, ένα “politically correct”. Απο την άλλη πλευρά υπάρχει και η αντιμόδα, η διάθεση βεβήλωσης, η προβοκάτσια, η προκλητικότητα, η πολεμική διάθεση για την αποκαθήλωση ειδώλων, ο ελιτισμός. Προσωπικά δε θέλω να ανήκω σε κάποιο απο αυτά τα δύο στρατόπεδα γιατι θεωρώ πως η αλήθεια δε βρίσκεται σε στρατόπεδα συνείδησης. Θέλω να βρίσκομαι κάπου στη μέση, αν και ξέρω πως με επηρεάζουν και οι δύο αυτές στάσεις κριτικής, εξίσου.
Πολύ ενδιαφέρον πάντως το θέμα που θίγετε. Θα διαβάσω και το κείμενο του κ. Μουζάκη για τους κριτικούς.
Αν και φιλόλογος απεχθάνομαι τις έτοιμες απαντήσεις..γι’ αυτό και δεν έχω ιδέα τι γράφουν τα καταραμένα βοηθήματα γιο τον Σαχτούρη .Και συμφωνώ ότι όποια προσπάθεια διδασκαλίας της ποίησης την ακυρώνει εκ των προτέρων.
Προσπαθώ όμως να μην είμαι δογματική σε κρίσεις μου, ιδιαίτερα όταν αφορούν κάτι τόσο αέρινο ‘οσο η ποίηση.
Για να λέμε την αλήθεια απεχθάνομαι την κριτική.
Αυτά τα ποιήματα που διάβασα μου άρεσαν, με ταξίδεψαν, με κέρδισαν. Απ’ αυτήν την άποψη, η προσωπική μου γνώμη για όσα διάβασα μένει η ΄ίδια.
Επαναλαμβάνω ότι είναι η προσωπική μου γνώμη για τα ποιήματα που διάβασα κια επιμένω σ’ αυτήν, ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει ο Σαχτούρης στην ελληνική ποίηση.
Kύριε Ράπτη, τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη αναγιγνώσκονται, ανθολογούνται, αποθεώνονται, μνημονεύονται, διδάσκονται. Εκφράζοντας κάποιος την αποδοχή του για τα ποιήματα αυτά, καθίσταται, για τους λόγους αυτούς, αυτομάτως politically correct. Από την άλλη όχθη, το φαινόμενο δεν παρουσιάζεται έτσι-τουτ’ έστιν, δεν καθίσταται κάποιος ελιτιστής, προκλητικός ή ό,τι άλλο μόνο και μόνο επειδή απορρίπτει την ποιητική Σαχτούρη. Για το politically corret αρκεί η ένταξη στον όχλο (όπου όχλος το κυρίαρχο ρεύμα, η κρατούσα και κραταιά άποψις). Για τον ελιτισμό και τα ομοειδή δεν αρκεί η απόσπαση από τον όχλο-καμιά απόσπαση δεν είναι από μόνη της καταδεικτική της πρόθεσης, της αλήθειας και της γνησιότητας αυτού που αποσπάται.
Το παράδειγμά σας με τους χρωμοκουβάδες το είχα, κάποτε, αναλογιστεί κι εγώ: πήρα χαρτί, πήρα κουβάδες, πήρα πινέλα, πήρα μουσαμάδες και ζωγράφισα αλά Πάμπλο. Όταν τελείωσα, με πήρανε χαμπάρι τα πεντάχρονα, τα εξάχρονα, τα ισόποδα, οι πέτρες, οι σφεντόνες και η σκόνη. Σε ό,τι σας αφορά-δεδομένου ότι δεν έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τον Σαχτούρη, επομένως η μνήμη σας δε θα σας βοηθήσει στο να ταυτοποιήσετε ένα δοσμένο στιχούργημα-αμφιβάλλω αν μπορείτε να με διακρίνετε από αυτόν στα πονήματά μου τα των κάτω του λεπτού. Θεωρώ, δε, πιθανό και το να με προκρίνετε. Όμως αυτό σεις το γνωρίζετε καλύτερα από μένα. Ο αναγνώστης του Ποιείν εδώ καλείται να αποφανθεί κατά την κρίση του.
Το φαινόμενο “Madonna” φρονώ ότι λαμβάνει χώρα και στην ποίηση. Έχουμε μια γυναίκα που ούτε πιο όμορφη είναι από άλλες (μια δοκιμασία ελκυστικότητας θα σας έπειθε) ούτε πιο καλλίφωνη από άλλες (οι γνώμες των μαέστρων όλου του κόσμου θα σας έπειθαν) ούτε καλύτερη χορεύτρια από άλλες (οι γνώμες των απανταχού διδασκάλων χορού θα σας έπειθαν) ούτε διαθέτει μοναδικό κι ανεπανάληπτο συνδυσμό των ανωτέρω (τα trials του X-factor θα σας έπειθαν). Και όμως. Γύρω από το όνομά της γίνεται επί δεκαετίες διακίνηση φήμης, αμύθητου πλούτου και διεθνούς απήχησης ασμάτων. Θα μου πείτε, η δισκογραφία έχει εταιρείες, έχει διαχειριστές (μάνατζερς), έχει παρακοιμώμενους και παρακοιμώμενες. Μήπως η ποίηση δεν έχει περιοδικά, εκδοτικούς οίκους, εμβάσματα, φιλίες, λογοτεχνικούς κύκλους, παρακοιμώμενους και παρακοιμώμενες ή συσπειρωμένα ρεύματα;
Επιτρέψτε μου, επίσης, κ. Ράπτη, να σας πω, ότι η δική σας ευμένεια σχετικώς με την ποιητική Σαχτούρη είναι εξίσου αυθαίρετη με τη δική μου απόρριψη-όσο μου καταλογίζετε εσείς ότι δε βλέπω το Ωραίο, άλλο τόσο κι όμοιο σας καταλογίζω εγώ ότι δε βλέπετε το άσχημο. Η δική σας άποψη, βεβαίως, διαθέτει τον αέρα της σύμπλευσης με την εμπεδωμένη στους πολλούς εικόνα.
Πάμε αισίως και στην κριτική. Εγώ ξέρετε, κ. Ράπτη, δεν έχω το περιθώριο δημοσίευσης δοκιμίων στη “Νέα Εστία”, όπως με τόση ευστοχία έχει στο παρελθόν επισημάνει ο master Miyagi. Ο ποιητής Νίκος Λάζαρης, όμως, έχει το περιθώριο αυτό. Για ένα ποίημα της Κικής Δημουλά έχει γράψει:
“Ξάφνιασμα ευχάριστο
Σήμερα στις εξήμισι πι μι
-αντί επτά ως χτες-
σβήσανε τα φώτα του Δήμου.
Σκόνταφταν λίγο τα πουλάκια
επάνω στο θαμπό κελάηδισμα τους
αλλά ευθύς
ένα όλο και πιο δυνατό χεράκι του φωτός
τα όρθωνε ψηλά.
(«Μάρτης», σ. 36)
Η απορία που μας γεννήθηκε διαβάζοντας το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα, είναι η εξής: Γιατί η Δημουλά στον δεύτερο στίχο χρησιμοποιεί τη λέξη πι μι (προ μεσημβρίας) και όχι τη λέξη πρωί. Έχουν κανένα ειδικό βάρος οι λεξούλες πι μι, μέσα στο ποίημα; Συμβολίζουν ενδεχομένως κάτι, το οποίο εμείς δεν μπορέσαμε να αντιληφθούμε; Όχι βέβαια. Απλώς η Δημουλά εδώ ήθελε να εντυπωσιάσει με την εκκεντρικότητά της. Και επέλεξε αυτόν τον άκομψο τρόπο. Τι να πει κανείς;”
Έχω προσπαθήσει, ξέρετε, να διδαχθώ από τους διδασκάλους της κριτικής-και επειδή είμαι του εργαστηρίου παιδί, μ΄αρέσει να εφαρμόζω τις γνώσεις μου:
“Δείχνουν 5 η ώρα
δείχνουν 7 και μισή
δείχνουν 8
δείχνουν 10
δείχνουν 6 και μισή
δείχνουν 17
δείχνουν 4 και μισή
δείχνουν 17 και μισή
δείχνουν 3 τρεις
δείχνουν 1 μία
δείχνουν 6
δείχνουν ΘΑΝΑΤΟ”.
Η απορία που μας γεννήθηκε διαβάζοντας το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα είναι η εξής: γιατί ο Σαχτούρης άλλοτε αφήνει την ώρα μόνη της νούμερο σκέτο, κι άλλοτε προσφέρει και την πληροφορία ολογράφως; Μήπως η διαφοροποίηση αυτή συμβολίζει ενδεχομένως κάτι, το οποίο εμείς δεν μπορέσαμε να αντιληφθούμε; Όχι βέβαια. Απλώς ο Σαχτούρης εδώ ήθελε να εντυπωσιάσει με την εκκεντρικότητά του. Τι να πει κανείς…
Για τον Σαχτούρη, τώρα, γενικότερα: δε με αφορά η εικονοπλασία του. Δε με αφορά ούτε η πομπή-κηδεία στο φεγγάρι ούτε τα πτηνά που βγαίνουν από το στόμα του Εμπειρίκου ούτε που κάθε βράδυ κερδίζει κερδίζει ούτε τα ρολόγια που δείχνουν ΘΑΝΑΤΟ αφού πρώτα δείξουν άλλες ώρες νούμερα σκέτα ή με συνοδεία του “ολογράφως” ούτε η κυρά Κατίνα που χέζει ούτε η πέτρα που σπάζει το φεγγάρι ούτε ο θλιβερός χειμώνας ο επαναλαμβανόμενος. Δε θεωρώ επίτευγμα ποιητικής να παραθέτεις συχνάκις ασύνδετες εικόνες των οκτώ ετών (της τρίτης δημοτικού) ή εικόνες ενός second rate horror movie με τον Bella Lugosi και τον Εd Wood για σκηνοθέτη. Δεν αντιλαμβάνομαι την εικονοπλασία αυτή ως διεισδυτική ούτε με ενδιαφέρει να εντρυφήσω στη φύση ενός παραλόγου που βρίσκω-θα το πω-βλακώδες. Κάτι άλλο δε βλέπω-κάποια ποιητική χρήση της γλώσσας άξια επισήμανσης, κάποιον βαθυστόχαστο συμβολισμό, κάποιον βαθύ στοχασμό.
Το δικαίωμα στην αντίθετη αισθητική αποτίμηση είναι από μέρους μου αυτονόητα και απόλυτα σεβαστό.
Οκ, master Miyagi?
“Για το politically corret αρκεί η ένταξη στον όχλο (όπου όχλος το κυρίαρχο ρεύμα, η κρατούσα και κραταιά άποψις). Για τον ελιτισμό και τα ομοειδή δεν αρκεί η απόσπαση από τον όχλο-καμιά απόσπαση δεν είναι από μόνη της καταδεικτική της πρόθεσης, της αλήθειας και της γνησιότητας αυτού που αποσπάται.”
Συμφωνώ μαζί σας.
Γενικότερα, εκτιμώ πολύ τις αιρετικές θεωρίες-απόψεις γιατί είναι γόνιμες.
Η διαφωνία μας για την αισθητική αποτίμηση των συγκεκριμένων ποιημάτων (οι γνώσεις μου για το όλο το έργο του Σαχτούρη είναι ελλιπείς και δέχομαι οτι η γνώμη σας για την ποιητική του Σαχτούρη αυτονόητα εφαρμόζεται και στα συγκεκριμένα ποιήματα) είναι αμφίδρομα σεβαστή.
Ποιός είναι ο master Miyagi?
‘Αλλο να πεις “δε με αφορά η ποίησή του” κι άλλο “ο χειρότερος ποιητής που διάβασα ποτέ”. Γιατί πώς να συμβαίνουν και τα δύο όταν το πρώτο αναιρεί κάθε αντικειμενική κριτική και κάνει το δεύτερο να σε αφορά το πρώτο.
Άσε που δεν έχει σημασία να το κάνεις απλά, αλλά και το πώς το κάνεις.
Σχόλιο 28 εδώ:
http://www.poiein.gr/archives/2230/index.html
Ο κος Miyagi είναι επί του σβησίματος των φώτων και επί των ονείρων της μαμάς.
Εμένα ο Σαχτούρης μου αρέσει, με το γράμμα και το πνεύμα των ποιημάτων του, γιατι ήταν από τους πρώτους και πιο θαραλλέους, μεταπολεμικά, που έβγαλαν πράγματα που άλλοι αποσιώπησαν ή αδιαφόρησαν.
Εαν δεν σας αρέσει, κ. Μουζάκη, είναι δικό σας θέμα. Έτσι κι αλλιώς, αλίμονο, αν σε όλους μας άρεσαν όλοι. Να σας πω και κάτι άλλο. Υπάρχουν ποιητές του “κανόνα”, που δεν τους γουστάρω με τίποτα, αλλά πιθανότατα αρέσουν σ’ εσάς! Αλλά, διάβολε, δεν το κάνω και θέμα… Το προσωπικό μου γούστο είναι δικό μου, πάει, τέλειωσε. Μου τη δίνει αφάνταστα η αυταρέσκειά σας, την οποία δυστυχώς επικροτούν διάφοροι (π.χ. Fugi). Επιτέλους, ξεκολλήστε!
Κε Αραβανή, διαφωνώ με την πρότασή σας. Θεωρώ ότι δεν είναι γόνιμη. Απλώς πιασάρικη…
Kύριε Ψαραδάκη,
Με το σχόλιό σας γέλασα πολύ-σας ευχαριστώ γι’ αυτό, καθότι το γέλιο είναι πολύτιμο και σπάνιο αγαθό.
Προφανώς νομίζετε ότι η έκφραση απόψεων (και δη εκτενών) συνιστά αυταρέσκεια ή “θέμα”.
Εγώ, από την άλλη, θεωρώ ότι παραγνωρίζετε ότι βρίσκεστε σε ένα χώρο που αποζητά και επικροτεί το διάλογο γύρω από ζητήματα που αφορούν σε ποιητές, ποιήματα και ποίηση (…ίσως…), καθότι είστε εμπαθής και πανηγυρικά αυτάρεσκος, ως κάποιος που εκνευρίζεται διαβάζοντας απόψεις με τις οποίες δε συμφωνεί.
Εμένα, πάντως, δε μου τη δίνετε. Θα μου τη δώσετε, όταν εκφράσετε άποψη επί οποιασδήποτε ποιητικής. Διότι τότε, εκτός από αυτάρεσκος και εμπαθής, θα είστε και ασυνεπής, ως κάποιος που θα έπρεπε να το βουλώνει από άποψη.
Γκέγκε, κύριε Ψαραδάκη;
Χαίρομαι, κ. Μουζάκη. Μου φαίνεται ότι καραδοκείτε στο διαδίκτυο. Κρατείστε το γέλιο σας. Eίναι θαυμάσιο πράγμα το γέλιο. Άμα είναι πηγαίο, από καρδιάς. Την αγάπη μου… Καληνύχτα.
Aς με συγχωρέσει ο κύριος μουζάκης μα ο τρόπος εκδήλωσης της εμπάθειας του προς τη ποίηση του σαχτούρη είναι ανάγωγη. Εσείς παίζεται το ρόλο του κυρίου που θέλει να εντυπωσιάσει και όχι ο κύριος μίλτος.
το λέτε και μόνος σας. δε τον αντιλαμβάνεστε, δε σας ενδιαφέρει, ε λοιπόν δε δικαιούστε να τον χλευάζετε.
πρέπει να ξέρετε πως η ποίηση δεν έχει μονάχα περιεχόμενο. κλείνετε και σε κάποιες μορφές, δεσμεύεται από κάποια συρματοπλέγματα απ’ τα οποία κάποιοι θέλησαν να αναπηδήσουν και ακριβώς εκεί έγκειται η ιδιοτροπία της γραφής του. ακριβώς εκεί και η διαφωνία σας. Στη νομιμότητα των γραπτών σας. Είμαι σίγουρος πως στο άκουσμα της λέξης ποιητής στο δρόμο εσείς θα γυρνάτε. Αλήθεια λέω;
ο λόγος σας μοιάζει συντηρητικός, αδύναμος να αντιληφθεί μιαν αλήθεια αυτόματη, εσώτερη και πιο ακοινώνητη. θέλω να πω πως το ποίημα που δουλέψατε στα 45 δευτερόλεπτα είναι σχεδόν υπέροχο, μην αρνείστε την υπέρβαση των θελήσεων. πέσατε στη παγίδα.
ελάτε,
ομολογείστε τo.
κ. Ψαραδάκη κάθε χώρος που θέλει να λέγεται γόνιμος πρέπει να είναι ανοικτός να ακούγονται πράγματα που αρέσουν εξ’ ίσου με πράγματα που δεν αρέσουν.
Δεν κατάλαβα γιατί δεν πρέπει να βγει κάποιος στην πλατεία και να ουρλιάξει για πράγματα που δεν του αρέσουν ενώ χειροκροτείται όταν φωνασκεί για όλα τα ωραία;
Προσωπικό γούστο υπάρχει και στις δυο πλευρές. Δεν είναι θέμα αυταρέσκειας αλλά εντιμότητας.
Συνεπώς διαφωνώ σε όλα μαζί σας σε αυτά το ποστ και στα σχόλιά του.
Και το χαίρομαι…(το λεώ από καρδιάς, όχι ειρωνικά)
Kύριε Ρακά,
Θα σχολιάσω τα λεγόμενά σας με βαριά καρδιά. Ας είναι.
Η ακόλουθη πρόταση συνιστά διαπίστωσή σας:
“ο τρόπος εκδήλωσης της εμπάθειας του προς τη ποίηση του σαχτούρη είναι ανάγωγη”
Διερωτώμαι, καταρχάς, τι συνιστά εμπάθεια στην αξιολόγηση της τέχνης. Κατά την άποψή μου, ένα έργο τέχνης μπορεί να προκαλέσει από σεισμικό ρίγος ανατάσεως (ένα άκρο) έως αηδία (άλλο άκρο). Αν ήμουν θαμών του πρώτου άκρου ως προς την ποιητική Σαχτούρη, προφανώς δε θα ήμουν, κατ’ εσάς, “προβληματικός” καθοιοδήποτε τρόπο. Καλύπτοντας, όμως, το θώκο του άλλου άκρου ως προς μια ποιητική και εκφράζοντας την τοποθέτησή μου, καθίσταμαι ανάγωγος (για να διατηρηθεί, δε, κάποια συνέχεια στο λεγόμενό σας, ανάγωγη καθίσταται και σημαντική μερίδα της κριτικής, όπως αυτή εκφράζεται στο χώρο και το χρόνο). Ενδιαφέρουσα άποψη. Αποθεώνουμε πάντοτε με ήθος, αηδιάζουμε υποχρεωτικώς ανάγωγα. Συγχωρήστε με που δε θα συμμεριστώ τη λογική σας.
Οφείλω να ομολογήσω ότι το πόσο οξύς θα είμαι εκτιμώντας την ποιητική Σαχτούρη δε με απασχόλησε καθόλου στη βάση ενός καλώς νοούμενου τακτ. Και τούτο, διότι η ποιητική Σαχτούρη δεν πρόκειται να προσβληθεί με κανέναν τρόπο από τα δικά μου λεγόμενα. Η θέση της μέσα στην ελληνική ποίηση είναι δεδομένη.
Την παρακάτω πρόταση
“Εσείς παίζεται το ρόλο του κυρίου που θέλει να εντυπωσιάσει και όχι ο κύριος μίλτος”
θα τη σχολιάσω όταν μου την εξηγήσετε διότι δεν την καταλαβαίνω.
Το ίδιο ισχύει και για τις ακόλουθες ασυναρτησίες:
“Είμαι σίγουρος πως στο άκουσμα της λέξης ποιητής στο δρόμο εσείς θα γυρνάτε. Αλήθεια λέω;”
” ο λόγος σας μοιάζει συντηρητικός, αδύναμος να αντιληφθεί μιαν αλήθεια αυτόματη, εσώτερη και πιο ακοινώνητη θέλω να πω πως το ποίημα που δουλέψατε στα 45 δευτερόλεπτα είναι σχεδόν υπέροχο, μην αρνείστε την υπέρβαση των θελήσεων. πέσατε στη παγίδα.
ελάτε,
ομολογείστε τo”.
Για την ακόλουθη πρόταση
“το λέτε και μόνος σας. δε τον αντιλαμβάνεστε, δε σας ενδιαφέρει, ε λοιπόν δε δικαιούστε να τον χλευάζετε”
έχω να πω τα εξής: καταρχάς τα δικαιώματά μου δεν τα διεκδικώ από εσάς. Εσείς, βεβαίως, είστε πανελεύθερος από μένα να μοιράζετε δικαιώματα-ίδιον της σεμνότητος και της αγωγής σας. Το περί χλεύης το καταλαβαίνω ως άλλη λεξιλογική επιλογή της εμπάθειας. Συνεπώς, αναμένω να μου εξηγήσετε γιατί κάποιος δικαιούται να ισχυρίζεται ότι ριγεί με ένα έργο τέχνης, ενώ κάποιος άλλος δεν μπορεί να εκφράσει την αηδία που νιώθει. Όσο για τις εκφράσεις που χρησιμοποίησα (“δε με αφορά” κ.τ.λ.), τις χρησιμοποίησα επειδή εκφράζω καθαρά προσωπικές πεποιθήσεις κι όχι κάποια παγκόσμια αλήθεια (εξ ου και το πρώτο πρόσωπο: ΕΓΩ δε βλέπω διεισδυτικότητα ή συμβολισμό ή πρωτοτυπία σε αυτές τις εικόνες, όχι η ανθρωπότητα).
Όσο για αυτή σας την πρόταση:
“πρέπει να ξέρετε πως η ποίηση δεν έχει μονάχα περιεχόμενο. κλείνετε και σε κάποιες μορφές, δεσμεύεται από κάποια συρματοπλέγματα απ’ τα οποία κάποιοι θέλησαν να αναπηδήσουν και ακριβώς εκεί έγκειται η ιδιοτροπία της γραφής του”
έχω να πω ότι ούτε ξέρω ούτε πρέπει να ξέρω επειδή το λέτε εσείς. Αυτό που εσείς αποκαλείτε συρματοπλέγματα, για μένα αποπνέει έναν κακώς νοούμενο παλιμπαιδισμό.
επεξηγητικό με ελαφριά καρδιά :
α) “Εσείς παίζεται το ρόλο του κυρίου που θέλει να εντυπωσιάσει και όχι ο κύριος μίλτος”
κατά τη διάρκεια της κηδείας του λάγιου κι ενώ ένας ομιλητής τον επικήδευδε, ξαφνικά πετάγεται από το πλήθος ένας κύριος και άρχισε να ωρύεται με αυτά που άκουγε και να παράγει το χάος στο μυστήριο της ταφής. Νομίζω πως ήταν ο Βούλγαρης από τις αναγνώσεις της αυγής. Αυτός ήταν ο ανάγωγος. Αυτός ήταν ο κύριος που ήθελε να εντυπωσιάσει. Μπορεί το συμβάν να μη συνέβη και ποτέ, πάντως με αυτόν σας παρομοίασα και απορώ πως δε καταλάβατε τα λεγόμενα μου ώστε να ζητήσετε και εξηγήσεις. Ήταν φανερή η θέλησης σας για εντυπωσιασμό. Βεβαιότατα ήσασταν και ανάγωγος. Είπατε πως είναι ο χειρότερος ποιητής που έχει υπάρξει. Αυτό δε λέγεται φίλε μου. δεν υπάρχει κλίμακα μέτρησης όπως νομίζεις, οι ποιητές δεν είναι ράφια με βίδες ούτε και μπορείς να έχεις διαβάσει μόνο 5 ποιητές για να είσαι τόσο σίγουρος. Πως να το κάνουμε, φανερώνει, πιο ενδόμυχα αν θες, δόλο, πανουργία, μίσος. Όσο για το οτι εξέφρασες προσωπική γνώμη, δεν είπα κάτι διαφορετικό. Εσένα ονόμασα εμπαθή, όχι την ανθρωπότητα.
β)“Είμαι σίγουρος πως στο άκουσμα της λέξης ποιητής στο δρόμο εσείς θα γυρνάτε. Αλήθεια λέω;”
Η φράση αυτή είναι σχηματική. Επιθυμεί να στηλιτεύσει την μεταφυσική υπεραξία που εμπεριέχει η λέξη ‘ποιητής΄ και κατ’ επέκταση την έπαρση από την οποία διακατέχεται αυτός που την έχει προσλάβει με αυτό τον τρόπο.
γ)” ο λόγος σας μοιάζει συντηρητικός, αδύναμος να αντιληφθεί μιαν αλήθεια αυτόματη, εσώτερη και πιο ακοινώνητη θέλω να πω πως το ποίημα που δουλέψατε στα 45 δευτερόλεπτα είναι σχεδόν υπέροχο, μην αρνείστε την υπέρβαση των θελήσεων. πέσατε στη παγίδα.
ελάτε,
ομολογείστε τo”.
αυτό δε θα το εξηγήσω, θέλω να το δουλέψετε λιγάκι. Απλά θα επιμείνω, το ποίημα σας μου άρεσε.
δ)Μου λέτε οτι τελικά εκφράζετε την αηδία σας προς την Σαχτουρική ποίηση. Καταλαβαίνεται φαντάζομαι την ασάφεια την λέξης αυτής. Τι θα πει αηδία. Πως την φορτίζετε ιδεολογικά; Μπορώ να φανταστώ πως εννοείτε πως είναι μια γραφή πρόχειρη, μή λογική, δίχως ουσία ή νοήματα που εσείς τα επιθυμείτε. Κανένα πρόβλημα. Ας την ορίζατε ανόητη ή ανούσια λοιπόν. Εκεί θα ήσασταν συνομιλητής ή κριτής. Μα με τον χαρακτηρισμό αηδία αγγίζετε την υπερβολή, την υπερβασία. η ποίηση δε μπορεί να προκαλέσει ποτέ αηδία αν δε το θελήσει, όπως έκανε για παράδειγμα το salo του παζολίνι.
ε) Όσον αφορά τα συρματοπλέγματα και τις δομές που περιέχονται μέσα στη γραφή, ξαφνιάζομαι που δεν με συμμερίζεστε. Μόνο εκεί μπορώ να εστιάσω τον πραγματικό λόγο της διαφωνία σας. Γιατί όντως παλιμπαιδίζει ο Σαχτούρης, το επιθυμεί εικάζω. Δεν είναι φιλόδοξος, την αγνότητα επιζητά. Παίζει με τις, ασύνδετες όπως λετε, εικόνες με σκοπιμότητα.
Σαν παιδί πρώτης δημοτικού που μαθαίνει την αλφάβητο. Με εικόνες θα τη μάθει, αυτές θα γεννήσουν το λόγο, αυτές θα δονήσουν τις αισθήσεις, αυτές θα χτίσουν τον κόσμο όλο.
Μα και κάτι ακόμη. Αφού σας αφιερώσω καλοπροαίρετα το παρακάτω ποίημα, θέλω να τολμήσω να πω πως μπορεί να γράφτηκε μέσα σε ένα λεπτό μα αν αφεθείτε λίγο στον επίλογο του μη διστάσετε να πείτε πως είναι προιον σοφίας.
Η ΚΟΛΑΣΗ
Έβγαινε
ένα ζεστό σκοτάδι
κι αυτός
είχε ξεχάσει το κεφάλι
που επίμονα
αρνιότανε
τα δόντια
τώρα
βασίλευε
ο τρελός
ένα μπαμπάκι
και η πίσσα
Μ. Σαχτούρης
από τα στίγματα (1962)
Περαστικά, Σαμσών. Αυτό λέγεται.
Λοιπόν, πολύ καιρό τώρα σκέφτομαι πως η καλλιτεχνική πράξη είναι η μοναδική ανθρώπινη δραστηριότητα που εξακολουθεί πεισματικά να παραμένει μη έλλογη σε έναν χονδροειδώς εξορθολογισμένο κόσμο. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο και αρνείται επίμονα την ερμηνεία της από το τερατούργημα αυτό που ακούει στο όνομα ανθρωπιστικές επιστήμες και επιστημονικός λόγος. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο και η Αισθητική έχει σήμερα αγγίξει το σημείο μηδέν της αδράνειας της. Εξαίρετος ο Hegel, εξαίρετος ο Nietzsche, ο Lukács κι ο Adorno, αλλά κάθε φορά διαβάζοντας τους, ακόμα κι αυτούς, δεν παύω να αναλογίζομαι ακριβώς σαν τον νεαρό Törleß, στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Musil, πως η ανάγνωση του Kant δεν του άνοιξε καμιά καινούργια πόρτα κατανόησης του κόσμου. Ιδιαίτερα σήμερα σε μια εποχή που έχει εγγράψει τον στρουκτουραλισμό και την αποδόμηση στο επίπεδο μιας μακρινής, και ελάχιστα ευχάριστης προϊστορίας, η αξίωση για αντικειμενικότητα αναφορικά με την κρίση της τέχνης μου φαίνεται σε τέτοιο βαθμό γράμμα κενό που να μου θυμίζει την χαριτωμένη κι αφελή πίστη των Γάλλων Διαφωτιστών ή των θετικιστών του 19ου αι. στην πρόοδο. Διαβάζοντας ένα ποίημα δεν μπορώ να πάψω να αισθάνομαι πως μόνο ενστικτωδώς μπορώ να αναγνωρίσω αν πρόκειται ή όχι για ποίηση. Αντίστοιχα αναγιγνώσκοντας μία υποτιθέμενη αντικειμενική κριτική αποτίμηση ενός έργου τέχνης μου είναι αδύνατο να μην διαγνώσω το λανθάνων υποκείμενο πίσω απʼ τις γραμμές της. Το ερώτημα που ανακύπτει αυτομάτως, και κατʼ επέκτασιν ο μεγάλος μου προβληματισμός, είναι το πώς μπορώ να είμαι σίγουρος ότι η απόφανση μου περί της αισθητικής αξίας ενός έργου είναι τω όντι δραστική.
Όσον αφορά τώρα κάποια από τα επιχειρήματα που ακούστηκαν στην παραπάνω συζήτηση έχω να υπενθυμίσω πως το έργο τέχνης βιώνεται και δεν γράφεται. Ο χρόνος της καταγραφής του δεν αποτελεί παρά μόνο μία, την τελευταία, στιγμή στην ιστορία της δημιουργίας του. Οπότε ελάχιστα ενδιαφέρει αν ένα ποίημα γράφτηκε μέσα σε 45 δευτερόλεπτα ή μέσα σε 15 χρόνια. Αν συγκρίνει κάποιος τις χειρόγραφες παρτιτούρες του Mozart με τις αντίστοιχες του Beethoven θα έχει την ευκαιρία να διαπιστώσει πως τα χειρόγραφα του Mozart είναι γραμμένα απʼ αρχής μέχρι τέλους, από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα, με μια πνοή, και προφανώς μέσα σε ελάχιστες ώρες, ενώ αντίθετα τα χειρόγραφα του Beethoven, κατάστικτα από διορθώσεις και σβησίματα, επιδεικνύουν την δραματική και επίμοχθη διαπάλη του καλλιτέχνη με το χειρόγραφο. Αυτό φυσικά δεν καθιστά ούτε τον Mozart ʽιδιοφυΐαʼ ούτε τον Beethoven καλύτερο καλλιτέχνη επειδή ʽδούλευεʼ περισσότερη ώρα, ίσως την εκατονταπλάσια από τον Mozart, τα χειρόγραφα του. Ο Mozart συνθέτει εντός του το έργο ολόκληρο και εν συνεχεία αφού το ολοκληρώσει το καταγράφει, ιδεώδες και αψεγάδιαστο, δίχως την παραμικρότερη ατέλεια ή αναγκαιότητα διόρθωσης. Ο Beethoven αντίστοιχα ταυτίζει την βίωση με την σύνθεση γεγονός που τον υποχρεώνει να βιώνει το έργο συνθέτοντας το, εξού και οι απειράριθμες διορθώσεις του.
Όσον αφορά πάλι το ζήτημα του όχλου, αυτό δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Πως εννοείται ο όχλος; Εννοείται με την κοινή σημασία του όρου ή αναφέρεται στον όχλο μιας κάποιας ποιητικής συνομοταξίας; Στην πρώτη περίπτωση, λοιπόν, αναρωτιέμαι αν η καταδίκη του Σαχτούρη με το σκεπτικό ότι η ποίηση του εγκολπώθηκε από το πόπολο θα έπρεπε να συνοδευτεί, επί παραδείγματι, με την καταδίκη του Ερωτόκριτου που επί τρεις αιώνες έθρεψε τον ψυχισμό και την αισθαντικότητα του κρητικού λαού. Στην δεύτερη περίπτωση να επισημάνω ότι τελικά ο μόνος τρόπος για να διαγνώσεις την αξία και το εύρος της καλλιτεχνικής πράξης ενός καλλιτέχνη, ίσως να είναι ο βαθμός επίδρασης του στους συγκαιρινούς και μεταγενέστερους ομότεχνους του. Κατʼ επέκτασιν, το γεγονός ότι η ατμόσφαιρα και η εικονοπλασία της ποίησης του Σαχτούρη κατέληξαν κοινός τόπος στο σώμα της ελληνικής ποίησης από το 1967 και μετά, για μένα ισοδυναμεί με τελεσίδικη, a posteriori, αναγνώριση και δικαίωση της ίδιας της ποίησης του Σαχτούρη.
Όσον αφορά τέλος το δικαίωμα στην διαφορετικότητα της άποψης αυτό είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο. Η εκφορά όμως της διαφορετικότητας αυτής είναι που σημειοδοτεί πολύ διαφορετικά πράγματα…
Δεν πιστεύω σε “αντικειμενικά” κριτήρια αξιολόγησης της ποίησης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δε λέω ποτέ “ο δείνα δεν είναι ποιητής”, όποια κι αν είναι η άποψη που έχω εγώ για τα ποιήματά του. Δε θεωρώ ότι μπορώ να κρίνω ποιος είναι ποιητής και ποιος όχι-αντιλαμβάνομαι, όμως, ως αναφαίρετο το δικαίωμά μου να λέω την άποψή μου για ποιήσεις σε πείσμα του κάθε κομπλεξικού.
Η τέχνη, κατά τη γνώμη μου, προκαλεί από τα φύση της συναισθήματα, ενίοτε έντονα και ακραία. Ο τρόπος που κανείς θα εκφράσει τα συναισθήματά του, τα εκπορευόμενα από ένα έργο τέχνης, εξαρτάται από ποικιλία παραγόντων. Δεσμευτικώς λειτουργούν οι νόμοι σε απαξάπασες τις συνθήκες έκφρασης. Από εκεί και πέρα, για έργα τέχνης που έχουν περάσει πια στην ιστορία, δε νομίζω ότι απαιτείται “ένδυση” της κυριολεξίας, προκειμένου να αποσιωπηθεί ο έντονος χαρακτήρας της. Αν ο Van Gogh προκαλεί σε κάποιον αηδία, με ενδιαφέρει πολύ να ακούσω γιατί. Αν τώρα οι κομπλεξικοί αυτοδιορίζονται λογοκριτές ή έχουν ενοράσεις σύλησης τάφων ή δε γουστάρουν να ακούν πράγματα που δεν τους αρέσουν ή νομίζουν ότι θίγονται προσωπικά, αυτά είναι όντως ζητήματα δικά τους και της ψυχιατρικής.
Το περί απομίμησης των 45 δευτερολέπτων κακώς ελήφθη κυριολεκτικά. Ήθελα, απλώς, με αυτό να δείξω ότι την παράθεση αφελών, παιδικών εικόνων (ένα παιδί σπάζει το φεγγάρι με μια πέτρα, μαύρα περιστέρια που διώχνουν τον ήλιο, στρατιώτες που γυρίζουν σα δίσκος πικ-απ κλπ κλπ) είναι, στα δικά μου μάτια, μια “φτηνή”, “κενή” μανιέρα. Είτε αυτό, πάντως, είναι είτε μια όντως αριστουργηματική στρατηγική, είναι δεδομένο ότι ο Σαχτούρης βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην απλοϊκή εικόνα (μιαν απόχρωση απλοϊκότητας την έχει ακόμα κι όταν προσπαθεί να σοκάρει ή να αιφνιδιάσει)-δε βασίζεται σε περίπλοκες σκηνοθεσίες, ευφάνταστες συλλήψεις και λυρικές αναπτύξεις. Κι όπως έχω ήδη πει, δεν αναγνωρίζω, δε βλέπω, δε νιώθω, δεν αντιλαμβάνομαι το επίτευγμα ποιητικής στην εικόνα του σπασίματος του φεγγαριού με μια πέτρα ή σε μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι ή σε μιαν άλλη αποκριά, μακριά…
Με ιδιαίτερα οξυμένο κι ουχί υποκριτικό ενδιαφέρον θα άκουγα κάποιον να αναλύει την αισθητική απόλαυση που του προκαλεί “Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ”, “ΤΟ ΧΙΟΝΙ”, “Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ”, “Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ” και τα τόσα άλλα ποιήματα, που σε μένα παρουσιάζονται συρφετοί παρατακτικών ασύνδετων, σε ύφος και σύλληψη παιδική.
Εννοείται πως ούτε ότι δε δικαιούται να μιλάει θα του έλεγα ούτε κρώζοντα σε κηδείες θα τον φανταζόμουν ούτε αυτάρεσκο θα τον χαρακτήριζα ούτε με ύφος περισπούδαστο θα εξέφραζα την παγκόσμια πρώτη ύλη του ήθους (για να μην τη δίνει κανείς) πως ο καθείς τη γνώμη του την έχει για τον εαυτό του ούτε θα θεωρούσα ότι με προσβάλλει ούτε τίποτα από τα λοιπά των ιλαρών και γελοίων.
Monsieur Dimitrios Mouzakis, κατεβείτε λίγο απο το καλάμι σας. Η προκλητικότητά σας προκάλεσε αυτές τις αντιδράσεις. Αλλά, στο κάτω-κάτω, ο Σαχτούρης έχει κριθεί απο μισό αιώνα ιστορίας, δεν περιμένει να κριθεί απο εσάς.
Mη μου το λέτε…
Όμως πείτε μου για το δικό σας είδος με το ρήμα “πάσχω”. Σας θαυμάζω. Διαβάζετε λίγα. Καταλαβαίνετε πολλά. Πάσχετε.
Συνεχίστε μόνος σας. Η συνεισφορά σας στο διάλογο βρίθει ήθους, επιχειρημάτων, γνώσης, αρετής, τοιουτοτρόπως ώστε να είναι επαρκής και αυτάρκης.
Τον καιρό που θα πείσω έναν του είδους σας ότι η εκφορά άποψης δε συνιστά έπαρση, θα σας φωνάξω να υποκλιθείτε ξανά και βαθύτερα.
Θα επιθυμούσα να υπογραμμίσω προς τους αγαπητούς υπεύθυνους του Ποιείν το γεγονός ότι στις όλες τις αερομαχίες του προσφάτου παρελθόντος εμπλέκεται το ίδιο κάθε φορά αεροσκάφος . Η επανάληψη του φαινομένου δεν μπορεί να εντάσσεται στα πλαίσια της τυφλής τυχαιότητας…
Μόλις είδα μια πολύ ωραία ταινία. Το Wackness, που παίζεται αυτό τον καιρό στους κινηματογράφους. Σας την προτείνω ανεπιφύλακτα. Ελάτε να καπνίσουμε την πίπα της ειρήνης.
ESCAPE
Ποντίκια πιλοτήριο
Πιάνο κλειδιά
και πλήκτρα
Πλήττω.
Δρω
Αντιδρω
Αποδρω
Αποδρω
Φεύγω απο δω.
Επανεκκίνηση.
Σας το αφιερώνω.
Σ’έναν τοίχο που φαινόταν λείος, ανακαλύπτουμε μια μέρα μια ρωγμή. Παρατηρούμε καλά, αγγίζουμε, κι ο τοίχος που φαινόταν ακέραιος αποκαλύπτεται γεμάτος απειλητικές ρωγμές που όσο πάνε ανοίγουν…
Προφανώς, ο κ Μουζάκης, ανακάλυψε ρωγμές στην ποίηση Σαχτούρη. Ας δεχθούμε την κρίση του… έχει κάθε δικαίωμα!
Όχι προσβολές… Η ρωγμή θα γίνει χαράδρα!
Kύριε Μίχο,
έχετε το βάρος των αποδείξεων.
Κύριε Μίχο,
αν συνεχίσετε να μιλάτε και να καταλαβαίνω, μπορεί να γίνουμε και φίλοι.
Μπορεί και όχι.
Να σημειώσω πως το ότι σας καταλαβαίνω εδώ δεν είναι υποκριτικό ή ειρωνικό. Είναι κυριολεκτικό.
Δε σας θεωρώ ηττημένο των αποδείξεων. Κάποιοι, βέβαια, ίσως θεωρούν αυτάρεσκο το να δηλώνετε ότι η αρέσκεια σας έχει το βάρος απόδειξης. Όχι εγώ, πάντως.
Kύριε Μίχο,
Όταν γράφω τα σχόλιά μου εδώ στο Ποιείν, τα υπογράφω με το όνομά μου. Πίσω από το όνομά μου δεν υπάρχει περσόνα, δεν υπάρχουν antiblogs, δεν υπάρχουν υποκριτικές συγγνώμες ούτε μάσκα ανωνύμων σχολίων (ούτε στο Ποιείν ούτε και οπουδήποτε στο διαδίκτυο), τα οποία δεν υπέγραψα για να εκτονωθώ, να ηδονιστώ ή/και να ασχημονήσω.
Σεις μπορείτε να αισθάνεστε άνετα να ζητάτε “βάρος αποδείξεων”, δίχως να νιώθετε, παράλληλα, την ανάγκη να το παρέχετε, καθότι το βάρος της δικής απόδειξης εμφωλεύει στη δήλωση της αρεσκείας σας.
Σεις μπορείτε να αισθάνεστε άνετα να χαρακτηρίζετε μ’ ένα απλό, απλούστατο “σοφιστείες” την επιχειρηματολογία του συνομιλητή σας, την οποία ο ίδιος ζητήσατε, δίχως να προσφέρετε την ανάλογη.
Σεις μπορείτε να κρατάτε από τα όσα σε βάρος του χρόνου μου έγραψα προκειμένου να εξηγήσω καθ’ υπόδειξή σας την αρχική τοποθέτησή μου, τις μία ή δύο λέξεις που βρίσκετε υπερβολικές.
Σεις μπορείτε να πραγματοποιήσετε όσες διαγνώσεις θέλετε-δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που δε γνωρίζετε καθόλου, και για τον οποίο νομίζετε ότι γνωρίζετε τις προθέσεις του, το ήθος του, τα σκορς του σε ψυχολογικές δοκιμασίες δικής σας εμπνεύσεως.
Βλέπετε-συμμερίζομαι κι εγώ την ανάγκη σας να βγάλετε από τη μύγα ξίγκι.
Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Μίχο, να είστε καλά.
“Δεν πρέπει να κάνουμε ποτέ άλλες ανοησίες εκτός απ’ αυτές που μας προκαλούν ευχαρίστηση” κατά τον Prosper Mérimée.
Σύμφωνα με την παραπάνω προσεγγιστική, φρονώ ότι ο μεσιέ Δ.Μουζάκης έχει όλο το δίκιο αυτού αλλά και των παραλλήλων κόσμων να εκφράζει όπως το επιθυμεί, την απαρέσκεια του για τη ποιητική του “x”, “y”,”z” ακόμη κι αν ο x,y ή z αποτελεί ποιητική διάνοια.
Παρόλαυτά..
Δεν μετανιώνω για τίποτα, δεν ξανασκέφτομαι τίποτα, απολαμβάνω τα πάντα.
Αρκεί να ταυτοποιήσω μια λεξούλα, μια πρόταση ή ακόμα κι ένα θαυμαστικό με κάτι που ξεφουρνίζει αναμνήσεις.. 8)
..κι εν πάσει περιπτώσει θα μπορούσατε κύριε εορτάζοντα, απλώς να πείτε: “πέρασα μια υπέροχη βραδιά, αλλά όχι απόψε που ανέγνωσα Σαχτούρη” διότι..
..κάθε νύχτα σουρουπώνει αλλιώς 8)…
κι όλα τα σούρουπα έχουν μια δική τους ένταση γλύκας.
Άλλα πάλι, είναι στυφά διατηρώντας τη μελαγχολία του χαμού..
Τα τελευταία λόγια του Άντον Τσέχωφ ήταν: “πάει πολύς καιρός που δεν ήπια σαμπάνια”..
Ας μην πίνετε λοιπόν τα αφρώδη του Σαχτούρη και σας εύχομαι δια τούτο να μακροημερεύσετε …
Μου θυμίζετε, κάπως τον Timothy Leary, “Turn on. Tune in. Drop out.”…
΄…δίχως καμία προσδοκία να σας ερεθίσω, απλώς πνέω πάντα καυστικά.
Eρωτιδέα,
Στο σωρό που κολυμπάς ήταν κάποτ’ από πάνω σκύλος που σφιγγόταν. Ποιος έφτιαξε τον κόσμο ξέρεις;
Αν δεν ξέρεις δεν πειράζει, αρκεί να πνέεις καυστικά.
Δύο σχόλια περί βλακείας:
1. Είναι καλύτερα να είσαι σιωπηλός και να θεωρείσαι βλάκας παρά να μιλάς και να αίρεις κάθε αμφιβολία.
2. Υπάρχουν δύο ειδών στρατιώτες: οι μάχιμοι που είναι έξυπνοι και δραστήριοι, και αυτοί που έχουν θώρακα, περικεφαλαία και λοφίο και που δεν είναι ικανοί για τίποτε άλλο παρά να στέκονται με τις ώρες ακίνητοι.
(Ναπολέων Βοναπάρτης)
Εξ ού και “βλάκας με περικεφαλαία” .
Δηλ. τώρα που κολυμπάω σε απόπατους νιώθω εις την ράχην χαίτη σκύλου;
Πώς τα λές, πώς τα λές ατιμούτσικο!
Μέστη κοπριά γεννιούνται όμως τα passionflowers.
Πάντως επι του παρόντος το άρωμα που αναδύω (δε συγκρατώ και τίτλους) σε διαψεύδει!
Τον κόσμο τον έφτιαξε ένα κύμα από φρεσκοτριμμένο μπούκοβο στα βάθη της νυχτός. Extra λόγος για πλεύσεις σε φλογισμένη θάλασσα. Η καυστικότης είναι το μαύρο αλάτι..
…άρα συγγενεύει κάπως με τη νοστιμάδα.
don’t panic..
υ.γ. Το βλάκα μπορείς να τον καταλάβεις από δυο ενδείξεις: μιλάει για πράματα που είναι γι’ αυτόν άχρηστα και εκφράζει γνώμη για κάτι που κανένας δεν τον ρωτάει. (Πλάτων)
“και εκφράζει γνώμη για κάτι που κανένας δεν τον ρωτάει. (Πλάτων)”
Eρωτιδέας, πάνω από κει που συμπληρώνετε τα σχόλιά σας εδώ, στο Ποιείν, αναγράφεται σαφώς:
“Θέλω να μάθω τη γνώμη σας”
Αυτό που δεν αναγράφεται, είναι η υποχρέωση σας να διαβάζετε τις γνώμες που κατατίθενται και να τις σχολιάζετε-και τούτο, διότι δεν έχετε τέτοια υποχρέωση.
Αυτά περί βλακείας.
Ενας σπουδαιος νεοελληνας ποιητης…οτι και να λενε οι ασχετοι με την ποιηση…η ποιηση πηγαζει απ’την καρδια και την ψυχη , απ’τις τις ευαισθησιες..αν δεν εχεις τοτε…ο Σαχτουρης σαφως επηρεασμενος απο τον εξπρεσιονισμο εχει γραψει ποιηματα λαμπρα που μεσα σε μονο λιγες γραμμες καταφερνει να δωσει συναισθηματα και καταστασεις μεναν τοσο ξεχωριστο τροπο, ποιηματα τα οποια δεν ξερω κατα ποσο οι μεγαλοι ποιητες εχουν γραψει..οι πολυγραφοι με τα μακρα ποιηματα.μ’αγγιζει στην ψυχη ο Σαχτουρης,αυτος ο ποιητης που ηταν δραματικα δοσμενος στην ποιηση..αντικειμενικα αν κρινουμε οποιος θεωρει τον Σαχτουρη κακο ποιητη ειναι καλυτερα να αναλογιστει την σχεση του με την ποιηση και να την θεσει σε αλλα θεμελια.