Mr. Woodcock full

(τρία ποιήματα από την επερχόμενη ποιητική συλλογή)

Ο Φτωχοδιάβολος

Πάντα θα φταίει ένας φτωχός διάβολος για όλα τα δεινά μας.
Τα στοιχειά θα ενέπνεαν για χρόνια ακόμη το ανθρώπινο είδος.
Μια κακιά γυναίκα,
ένας μεθύστακας πατέρας,
ο καρκίνος που τον βάφτισαν λύκο
σάματις λάθεψε για κάτι το ζώο το κακόμοιρο.
Τα παιδικά τα χρόνια
με τη μπουκιά βαλμένη ως το λάρυγγα
για να καταλάβεις από νωρίς ποιός κάνει κουμάντο στο
«μια φορά κι ένα καιρό…»
και ύστερα οι στερήσεις.
Η εφηβεία που δεν βολεύεται με καμία καλή ζαριά,
το φουλ του άσσου στη χασούρα.
Το σώμα σου που δε λέει να μονιάσει με τη πραγματική σου ηλικία.
Τα όνειρα που σκοτώνονται κοντράροντας ψυχές.
Τα ελπιδοφόρα βλέμματα απόμαχης γυναίκας
με μια γυάλινη γκαζόζα να βολεύει τις προσμονές σου.
Τις Κυριακές η ξινή μεταλαβιά
με το ʽνα χέρι στο σταυρό
και τʼ άλλο στʼ αχαμνά.
Η δεύτερη δεκαετία
που στριμώχνονται τα δάχτυλα
για πάντα μες στα μάτια
και κράζουν τα συκώτια
σαν λιμοσκοτωμένα ζώα.

Το Παρίσι που σού ʽρχεται αρχάγγελος στο στόμα
κι αργότερα λειμώνας με πουρνάρια.
Μια πιστολιά στο κρόταφο
γινάτι σου ʽχει γίνει
να δοκιμάζεις στα χλωρά περβάζια του χωριού σου.
Η κάμαρη που ξεκινάνε όλα
με τη συνήθεια να χαζεύεις αλκοολικούς γέροντες στο δρόμο
κι ακόρεστους πολέμους να σφάζουν τα κορμιά τους.
Δυο καμπάνες μνημόσυνο νά ʼναι κι αυτά.
Ολάκερο το κρασί πριν πέσει ο ήλιος.
Ολόκληρος και ο χορός πριν φτύσεις το φεγγάρι.
Αύπνωτα τα πλοία με τα πουλιά στις κουπαστές τους.
Αθάμπωτα τα τρένα από στερνές γυναίκες.
Ξεκρέμαστα και τα κορμιά απʼ τις επιθυμίες.
Ορθός κι ο φτωχοδιάβολος σαν πας για το κρεβάτι.

~ ~ ~

Φτάνει λοιπόν η μέρα

Φτάνει λοιπόν η μέρα
που τα τριαντάφυλλα του Μάη
δε φτουράνε πια
και τα ζώα που κλαίνε για την ανάγκη
ξαμολιόνται μακριά απʼ τις παντόφλες σου.
Δεν έχει σημασία που στέκεσαι
και σε ποιούς θεούς μεταλαβαίνεις,
δεν έχει σημασία ποιός κλέβει
ή και ποιός μοιράζει τα συγχωροχάρτια
παρά μονάχα οι άγριες σκληρές κοινοτοπίες
οι χίλιες δυο κυράδες με τους σταυρούς τους
οι λογαριασμοί με τα μπουρδέλα
και οι νηφάλιες εκδρομές στο ύπαιθρο
μόνο και μόνο
για να μην μείνεις
και μεθύσεις στο σπίτι σου.
Φτάνει λοιπόν η μέρα
που οι φίλοι σου γελάνε συνέχεια
και η γυναίκα σου βλέπει αηδίες στην τηλεόραση
και ο κόσμος μιλάει για το ρητό
…«πάνω απʼ όλα η υγεία»
και ʽσύ θες να μεθύσεις απλά
για να μην συμβαίνει τίποτε απʼ όλα αυτά,
να μην τρέξεις πάλι πίσω από ένα χαρτονόμισμα
να μην γελάσεις στο αστείο ενός ατάλαντου καλλιτέχνη
να μην βολέψεις τις ώρες σου στο εξοχικό σπίτι
μιας πανούργας θάλασσας
και να μην σκεφτείς αν θα κάνεις τα χατίρια
ενός ανυπότακτου ζώου που γουργουρίζει
τα σάλια του πάνω απʼ τις αιωνόβιες παντόφλες σου.
Αν είναι να δοκιμάσεις σʼ αυτή τη ζωή
μάθε να μάχεσαι με τα χεσμένα σου βρακιά
κι αν πιστεύεις σε κάποιαν άλλη
τότε δοκίμασε να πηδήξεις από τον τελευταίο όροφο!

~ ~ ~

NA

Να διαλυθούμε μια μέρα απʼ το πιοτό
και τίποτα να μην σχωρνάει τις δίσεκτες ζωές που φύγανε
παρά μονάχα να κουρδίζει τʼ αποτσίγαρα στον πάτο,
μετρώντας ξέφωτα στου κάκου την ατυχία.
Νʼ ανάψουμε τα φώτα
παίζοντας με τραινάκια της αγάπης
που γυρνάνε απʼ το ένα φιλί στο άλλο,
ξεζεύοντας ονείρατα απʼ της πράσινης μπουκάλας το γυαλί.
Να ταξιδέψουμε
όταν καμία γνώση δεν θα μας μοιράσει
της τσόχας τα ξοδέματα.
Να έχουμε πάει με πολλές γυναίκες
και με ακόμα πιο πολλά από εκείνα τα χαρτιά
που στάνταραν στα ζάρια του τελευταίου βήχα μας.
Να τρομάξουμε και ύστερα να τρελαθούμε
ρωτώντας για εκείνο το κορίτσι που έτρεμε
κι εκείνον τον άντρα που πάντα ντυνότανε βαριά
γράφοντας κάθε βράδυ κι από μία ιστορία.
Να ξενυχτήσουμε πολλούς νεκρούς
μα ακόμα κι άλλους για παρακάλια που δεν στάθηκαν.
Να φύγουν δίσεκτες ζωές
και νά ʽρθουν κι άλλες
έτσι μονάχα για να τραβήξουμε το ήρεμο χαρτί,
για να γυρίσει ο έρωτας
και να σφυρίξει ο γείτονας γλυκά σε μια πλατεία
που ο θάνατος μετράει τα δόντια του διπλανού μας
και την ευχή στου ζωντανού τη σιγαλιά.
Να σιγοτραγουδήσουμε ήρεμους στίχους
φτύνοντας τις παλάμες μας
για να ζεσταθούν τα χρόνια που ήπιαν κόκκινο κρασί.
Να σταθούμε σαν άγια ρεμάλια,
βλέποντας γέρικα σκυλιά
στην κατερείπωση μιας ξομολογήστρας νύχτας.
Να γράψουμε για την δυστυχία στο χαρτί
προλαβαίνοντας τα πάντα σε μια ριξιά του φόβου.
Να ονειρευθούμε πένθιμα τύμπανα
και άγρια προσκεφάλια.
Να προλάβουμε
πριν το κλειδί γυρίσει στην πόρτα
κι η ανάσα μας παγώσει,
να φύγουμε έξω
πριν πιούμε κι άλλο,
πριν τρελαθεί το μεδούλι της νύχτας μας,
και αγκομαχήσουμε στο ξέφωτο
που βυζάξαμε την ρώγα του πρώτου βιασμού,
να δούμε μιαν ώρα
που η γλώσσα μας δάγκωσε τους εφιάλτες
τα νύχια μας κόμπιασαν στον αέρα
τα πόδια δεν έδειξαν περίσσιο έλεος στο κορμί
και εκεί κοντά
στα κόκκινα μάγουλα της τύχης
να έρθει
εκείνο που δεν έμεινε για να μείνει
εκείνο που δεν έμεινε για να κάνουμε
εκείνο που δεν έμεινε για να μας πει
εκείνο που
κάτι έμαθε στον Βαν Γκογκ
ώστε ΝΑ κόψει το ένα του αυτί