sketches_architecture_the_mad_poet_hokusai.jpg

Η μπαλάντα του δημιουργού

Κρυψίγαμος με τη χαρά του
Για χρόνια μίλαγε με ξόρκια
Να σώσει κάτι απʼ τη σοδειά του
Πριν να την πάρουνε τα χρόνια

Δεν ζει κανείς όμως με σκόνη
Από τετράδια κλεισμένα
Το σώμα του πρέπει να μπαίνει
Στα ρούχα του τα απλωμένα

Φοβόταν να χαμογελάσει
Μη χάσει θέση στην οδύνη
Η ομορφιά να μη ξεσπάσει
Τι κι αν γεννά, ο πόνος τίκτει

Δεν βγαίνει μια ζωή όμως με χιόνι
Παγώνει κάποτε η γραφίδα
Το όνειρο πρέπει να λιώνει
Στην κάθε του ήλιου αχτίδα


Η μπαλάντα του σπουδαίου

Περπατάς στην ερημιά
Και σιγομουρμουρίζεις
Πως ό,τι εσένα σε πονά
Άλλους τους νανουρίζει

Και ξαφνικά σκουντάς σε πέτρα
Σʼ αυτή που σκόνταψαν πολλοί
Και προχωρώντας καταριέσαι
Σε μια διάλεκτο κοινή…

Ύστερα μπαίνεις στην αγάπη
Ένας μικρός είσαι θεός
Χαράζεις πάνω τα αρχικά σου
Και κοροϊδεύεις τον καιρό

Και να μια μέρα μένεις μόνος
«Είσαι άλλος ένας σαν κι αυτούς»
Ένα της γράμμα σε κερνάει
Χίλιους θανάτους σου αργούς…

Τέλος, μετράς τα βήματά σου
Κι αρχίζεις να μιλάς σοφά
«Όσο η αφή μου ταξιδεύει
Θα σας μιλώ με γνωμικά»

Ώσπου μια νύχτα βλέπεις αίμα
Από το γόνυ ενός παιδιού
Που έπαιζε έξω στο δρόμο
Κι είχε το βλέμμα ενός σοφού…

 

Η μπαλάντα του ανθρώπου

Θα γίνεις πέτρα μου ‘πε στα κρυφά
Η Μέδουσα και μου ‘κλεισε τα μάτια
«Να μάθεις μόνος στη ζωή σου να κυλάς
Και να ραγίζεις τις καρδιές μας σε κομμάτια»

Θα γίνεις χιόνι άσπρο, τρυφερό
Είπε ο Θεός και μʼ έσπρωξε στο δρόμο
«Να καθαρίζεις τις αυλές και τον καημό
Και να παγώνεις τις ανάσες και το χρόνο»

Θα γίνεις μια σειρά καθημερινή
Φώναξε ο Διάβολος και πήγε στην καρέκλα
«Να δεις το πως η αμορφωσιά σκηνοθετεί
Και το φθηνό που μας αδειάζει τη φαρέτρα»

Θα γίνω βρύση που θα στάζει τον καιρό
Μια στέρνα έρωτα τον κόσμο να δροσίζει
Ένα ρυάκι με τρεχούμενο το φως
Και μια κυψέλη για το ανθρώπινο μελίσσι