
Μες του Βοσπόρου τα στενά
Πυθαγόρας
Μες του Βοσπόρου τα στενά
ο Γιάννης κλαίει τα δειλινά
και ο μεμέτης πλάι του
πίνει και τραγουδάει του
Τούρκος εγώ κι εσύ Ρωμιός
κι εγώ λαός κι εσύ λαός
εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ
Με λίγη αγάπη και κρασί
μεθάω κι εγώ μεθάς κι εσύ
πιες λίγο από το τάσι μου
αδέρφι και καρντάσι μου
Τούρκος εγώ κι εσύ Ρωμιός
κι εγώ λαός κι εσύ λαός
εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ
Ο φασολάς
Γιώργος Μπάτης
Έλληνας φασολάς, Ιταλός μακαρονάς
Τούρκος καλέ πιλαφάς, και Εγγλέζος πατατάς.
Όπου Χιώτης Παντελής, και Αξιώτης καραλής
Αθηναίος καλαμαράς, Περαιώτης λιμενάς.
Μα ʽγενίτης κανατάς, Μεθενίτης αχλαδάς
Ποριώτης λεμονάς και Ιβραίος φουκαράς.
– Μπράβο Μπάτη
Κρανιδιώτης λαδάς, Σπετσιώτης ψαράς,
Τσάκωνας μανταρινάς και Ναυπλιώτης ντοματάς.
Μα Αργίτης πρασάς, Μωραΐτης παλικαράς,
Καλαματιανός γυναικάς, Κουλουριώτης χορεφταράς.
Χτύπησε
Σώτια Τσιώτου
Μένω στην ίδια κάμαρα
Ψηλά στα Τουρκοβούνια
Και τ’όνομά μου πάντοτε
υπάρχει στα κουδούνια
Αν σε βρει Αγαρηνός καημός
Αν σε βρει Τούρκος πόνος
Αν νοιώσεις έρμος κι ορφανός
Στον ξένο κόσμο μόνος
Χτύπησε;
Χτύπησε και μη σε μέλλει
Είμαστε χαμένοι αγγέλοι
Χέρι πάνω χέρι θέλει
Χτύπησε
Εγώ για την αγάπη σου
Κάμαρα δεν αλλάζω
Γιατί το ξέρω πως θα’ρθείς
Το ξέρω και κοιτάζω
Αν νοιώσεις μέσα στην καρδιά
Την Ρούσσικη την στέπα
Και τα σαγόνια του βοριά
Την πόρτα χτύπα κι έμπα
Χτύπησε;
Έγινα για σένα τούρκος
Λάκης Παπαδόπουλος
Τούρκο με ξεφώνισες
Και μου ανάψαν τα λαμπάκια
Γιατί εσύ κι ο φίλος μου
Τα κάνατε πλακάκια
Τούρκο με ξεφώνισες
Και μου αλλάξαν τα κλαπέτα
Γιατί σας είδαν στο χοτέλ
Κάτω από καρώ κουβέρτα
Έγινα για σένα τούρκος
Εσύ να σπας στις Τζιτζιφιές
Να ρίχνεις τις γαρδένιες πάνω του
Κι εγώ να παίζω καρεκλιές (δις)
Ώωωπα… Τούρκος… Οζάλ… Ναι!
Τούρκο με ξεφώνισες
Εγώ δεν είχα να πληρώσω το νοίκι
Κι εσύ ώρες ατέλειωτες
Τηλεφωνούσες στη Θεσσαλονίκη
Τούρκο με ξεφώνισες
Εσύ ‘σαι μία άκαρδη γυναίκα
Γιατί μας άφησες τους δυο
Κι αλλάζω πάνες στη μπεμπέκα
Μπεμπέκα
Έγινα για σένα τούρκος
(Αλή Πασάς)
Εσύ να σπας στις Τζιτζιφιές
(Ομέρ Βρυώνης)
Να ρίχνεις τις γαρδένιες πάνω του
Κι εγώ να παίζω καρεκλιές
Έγινα για σένα τούρκος
(Τουργκούτ Οζάλ)
Εσύ να σπας στις Τζιτζιφιές
(Σελί Μπερίς)
Να ρίχνεις τις γαρδένιες πάνω του
Κι εγώ να παίζω καρεκλιές
Καρεκλιές
Έλα… Οζάλ… Αλή Πασάς… στα Γιάννενα… Ζήτω η εικοσιπέντε Μαρτίου
Έγινα για σένα τούρκος
(Αλή Πασάς)
Εσύ να σπας στις Τζιτζιφιές
(Ομέρ Βρυώνης)
Να ρίχνεις τις γαρδένιες πάνω του
Κι εγώ να παίζω καρεκλιές
Έγινα για σένα τούρκος
(Τουργκούτ Οζάλ)
Εσύ να σπας στις Τζιτζιφιές
(Σελί Μπερίς)
Να ρίχνεις τις γαρδένιες πάνω του
Κι εγώ να παίζω καρεκλιές
Καρεκλιές
Καρεκλιές
Κουτουλιές
Και μπουνιές
Ρε… ‘Ντάξει ρε μη βαράς ρε! Παρ’ τη δική σου. Στη χαρίζω!
Ένας Τούρκος στο Παρίσι
Ισαάκ Σούσης
Μου γράφεις δε θα ‘ρθεις για διακοπές
χρωστάς μαθήματα μου λες
φωτογραφίες στέλνεις απ’ το Λούβρο
και άλλες με τον γάτο σου τον Τούρκο
ο Τούρκος να πηδάει στα σκαλιά
και ύστερα παιχνίδια να σου κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
Μου γράφεις πως σου έλειψα πολύ
μου στέλνεις χάρτινο φιλί
το χρόνο σου μετράς για το πτυχίο
το γράμμα μου σου φάνηκε αστείο
κι ο Τούρκος στη μοκέτα αραχτός
φιλίες με τους Γάλλους σου να πιάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
Συγχώρα με που γίνομαι μικρός
μα η ανάγκη να σε νιώσω είναι μεγάλη
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι
Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
Επίμετρο:
Μια πρόχειρη έρευνα σε πρόσφατα τραγούδια κάτω από το λήμα Τούρκος έδωσε αυτή τη συγκομιδή. Η θετική εικόνα του Τούρκου υπάρχει μόνο στο επίπεδο της καθημερινής ζωής. Παραμένουν ασυγχώρητοι. Ο κατʼ εξοχήν εχθρός εναντίον του οποίου πυκνώνουμε την ταυτότητά μας. Και που τον αγνοούμε. Τη ζωή του καρβελιού τη ζήσαμε και έδωσε ότι έδωσε. Τώρα θα δούμε τι θα δώσει και ο καιρός της μπαγκέτας. Βάλαμε αυτά τα στιχάκια σαν πρόκληση. Μπας και φιλοτιμηθεί κανείς μέρα που ʽ ναι να προσθέσει κάτι που να δείχνει τι μας χωρίζει και μας ενώνει με το γείτονα. Σήμερα που πενθούμε την πτώση μιας Πόλης που είναι περισσότερο το πένθος που συνέχει την ανολοκλήρωτη επιθυμία μας ως κράτος. Η μάνα του Μωάμεθ του δευτέρου του Πορθητή, μην το ξεχνάμε, ήταν Ελληνίδα…










Μπράβο Γιώργο Μίχο!
Αντιγράφω μιαν καίρια φράση από το τελευταίο βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, Η Μαρία των Μογγόλων:
“Το μνημείο δίχως μνήμη δεν έχει νόημα.”
Ελπίζω όμως, το αφιέρωμα αυτό να μην υποκινείται από εθνικιστικά κίνητρα και βλέψεις για τις αλησμόνητες κι αλύτρωτες πατρίδες… Ζούμε, γαρ, σε δύσκολους και πονηρούς καιρούς.
Σπούδασα στην Κομοτηνή και συναναστράφηκα Τούρκους. Όντως, σε καθημερινό επίπεδο δεν μας χωρίζει τίποτα, σχεδόν ίδιοι είμαστε. Είναι όμως άγρια φάρα, το λένε και οι ίδιοι.
Έχω έναν καλό φίλο στην Αθήνα, Τούρκο, τον Γιτ. Πολιτικός πρόσφυγας από το 1981 και εξαίρετος μουσικός, ούτι, κρουστά κι ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς!
Όταν έμενα Αθήνα, τον είχε επισκεφθεί η μητέρα του. Γνώριζα ότι οι γονείς της ήταν Τουρκοκρητικοί, που έφυγαν το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Αυτή γεννήθηκε στην Τουρκία.
Όταν συναντηθήκαμε, μιλούσε άπτειστα Kρητικά, λες και άκουγα τη μάνα μου!
Τη ρώτησα πώς και μου είπε: “Μα, παιδί μου, έτσι μιλούσαν στο σπίτι μου…” Τι μεγάλη συγκίνηση!
Να επανέλθω στη λογοταιχνία και να θυμίσω το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα “Αθώοι και φταίχτες” που αναφέρεται στους Τουρκοκρητικούς και σε αυτήν τη μυστήρια όσμωση των δύο λαών.
Λαθάκια εν τη ρύμη του λόγου! Φυσικά “άπταιστα” και “λογοτεχνία”.
Ρωτήστε τον Φώτη για τη μανία μου στις διορθώσεις!
Βρήκα και αυτό.
Της Λιάκαινας
(παραδοσιακό)
Πώς λάμπει ο ήλιος στα βουνά, στους κάμπους το φεγγάρι
έτσι έλαμπε κι η Λιάκαινα στα τούρκικα τα χέρια
Πέντε Αρβανίτες την κρατούν και δέκα την ξετάζουν,
Κι ένα μικρό μπεόπουλο κρυφά την κουβεντιάζει
-Λιάκαινα, δεν παντρεύεσαι, δεν παίρνεις Τούρκον άντρα,
να σ’ αρματώσει στο φλωρί, μες στο μαργαριτάρι
-Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου τη γης να κοκκινήσει,
παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήσει
Κι ο Λιάκος την αγνάντεψεν από ψηλή ραχούλα,
κοντοκρατεί το μαύρο του, στέκει και τον ξετάζει,
-Δύνεσαι, μαύρε μ’, δύνεσαι να βγάλεις την κυρά σου
-Δύνομαι, αφέντη μ’, δύνομαι να βγάλω την κυρά μου,
Να μ’ αυγατίσεις την ταή σαρανταπέντε χούφτες,
να μ’ αυγατίσεις το κρασί σαρανταπέντε κούπες,
να δέσεις το κεφάλι σου με δεκοχτώ μαντήλια,
να δέσεις τη μεσούλα σου μαζί με τη δική μου
Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, στη μέση γιουρουστάει,
και πάησε και την άδραξε, στο σπίτι του την πάει.
ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΟΥΣ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ …
…για να γίνει η Κωνσταντινούπολις Vovopolis;
Το τι μας χωρίζει και τι μας ενώνει είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Είναι το έδαφος που πατάμε και είναι σπαρμένο με βάτους ακανθώδεις.
Πέρα από αυτά, ό γέγονε γέγονε, κι ό,τι χάσαμε χάσαμε.
Πάει.
Ας προσέξουμε τα λάθη του ..μέλλοντος καλύτερα (και την Θράκη..) παρά να μηρυκάζουμε τα λάθη του παρελθόντος (κι είναι πλήθος…)
Πέρα από τραγούδια, πέρα από εγώ χριστό και συ αλλάχ (ή και αντιστρόφως, μια και εκεί υποτίθεται πως είναι το θέμα, τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μια χαρά χωράνε κάτω από τα διαφορετικά θρησκεύματα, και μεταμφιέζονται έτσι για τον ανύποπτο λαό)
η μέρα σήμερα έχει το κορυφαίο της
(αλήθεια, τα παιδιά στα σχολειά το μαθαίνουν απέξω ή δεν ξέρουν κάν ποιος το έγραψε και το έστειλε ως απάντηση;;;)
Αν και πασίγνωστο, το φέρνω εδώ, τιμής ένεκεν.
Τα 555 μην είναι σκέτοι αριθμοί, μα πετραδάκια σε χρόνου μονοπάτι , κεράκια σβηστά μα όχι λιωμένα.
«Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν έστιν ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών»
(μήπως μόνον άπελπις ο άνθρωπος γίνεται γενναίος;; μόνον όταν τα έχει χάσει πια όλα θυμάται εκείνο το “αυτοπροαιρέτως”, δονείται σύγκορμος με αυτό το αυτοπροαιρέτως και πέφτει έτσι αυτόβουλα μέσα στην φλόγα του αναπόφευκτου χαμού με μια θεαματική κίνηση ημίθεου;)
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΚΡΥΟΚΩΛΗ VOVOPOLIS, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ !!
Η 29η Μαΐου 1453, η αποφράς ημέρα στην ελληνική λαϊκή παράδοση, ημέρα Τρίτη,η ημέρα που έπεσε η Πόλη. Κι εσκλαβώθη το Γένος. Δεν έχει σημασία αν το πλείστον των Ρωμιών σκλαβώθηκε νωρίτερα ή αργότερα, στα μάτια της λαϊκής ψυχής η Πτώση της Πόλης ήταν σημαδιακή για τη μοίρα του λαού και του έθνους.
Στην πραγματικότητα η Πόλη είχε «πεθάνει» ως πολιτικό πρόταγμα της οργάνωσης του «κόσμου», από την πρώτη της Αλωση στα 1204 από τους Φράγκους. Κι αυτό όχι επειδή οι Δυτικοί κατέστρεψαν την Κωνσταντίνου Πόλη, τη Νέα Ρώμη, το αρχαίο Βυζάντιο με υπερπολλαπλάσια αγριότητα απ’ όσην κατάφεραν να επιδείξουν ποτέ οι Οθωμανοί στις χειρότερες στιγμές τους, αλλά διότι ο θρόνος των Καισάρων είχε πλέον σαπίσει, το Βυζάντιο είχε μείνει πίσω απ’ την εποχή του, η πτώση του ήταν όχι μόνον αναπόδραστη, αλλά ίσως και αναγκαία.
Ούτε η ανάκτηση της Πόλης απ’ τους Παλαιολόγους της Νίκαιας, τον ελληνισμό δηλαδή της Ανατολίας στα 1261, μπόρεσε να αναστήσει το κλονισμένο ρωμαϊκό αυτονόητο κατά τη θεϊκή τάξη του παλιού κόσμου. Μάλιστα, αντιθέτως, εγκλώβισε σε αυτήν τη νεκροζώντανη αναβίωση όλες σχεδόν τις ζωτικές δυνάμεις του νέου κόσμου των ελληνικών κρατών που είχαν προκύψει από τον διαμελισμό της αυτοκρατορίας, σε ένα μάταιο εγχείρημα,
μάλιστα αντιδραστικό εν σχέσει με τη χειραφέτηση που στην ιταλική Δύση, κατ’ αρχήν, προκαλούσαν οι νέες οικονομικές σχέσεις των τάξεων. Γι’ αυτό και στις χώρες του Βυζαντινού κόσμου η πρώιμη (για τη Δύση αλλά πολύ ουσιώδης ως τροφοδότης της) Παλαιολόγια αναγέννηση περιορίστηκε στα γράμματα και τις τέχνες, επηρεάζοντας λιγότερο τις πολιτικές εξελίξεις.
Γιατί όμως το Βυζάντιο απονεκρώθηκε και σάπισε ο θρόνος των Καισάρων; Μετά την εποποιία των στρατιωτικών αυτοκρατόρων, με κορωνίδα τις επιδόσεις της Μακεδονικής Δυναστείας (9ος-11ος αιώνες), τα λαϊκά χαρακτηριστικά στη «Βασιλείου τάξη», (τρόπον τινά το βυζαντινό Σύνταγμα, έτσι όπως εξελίσσονταν αιώνα προς αιώνα) υποχώρησαν προς όφελος της στρατιωτικής αριστοκρατίας στην αρχή, των γαιοκτημόνων στη συνέχεια. Επί των Κομνηνών, ο λαός αποξενώθηκε από το κράτος, οι αγρότες-στρατιώτες έπαψαν μέσα στις αναστατώσεις των εισβολών από Ανατολή και Δύση να ‘ναι η ραχοκοκκαλιά της χώρας, αποδομήθηκε το σύστημα διοίκησης των Θεμάτων και οι Κομνηνοί, παρά τις λαμπρές προσπάθειες του Αλεξίου, του Ιωάννη και του Μανουήλ να περισώσουν τα πράγματα αυτοακυρώθηκαν καταφεύγοντας στη μισθοφορία, αποδεχόμενοι τη μεγάλη κληρονομική γεωκτησία (της οποίας, άλλωστε, υπήρξαν εκπρόσωποι), υπονομεύοντας διά της νοθείας το νόμισμα και παραδίδοντας τα λιμάνια άμα τε και το εμπόριο στους Ιταλούς. Ετσι όλη η προσπάθεια ανασύνταξης μετά το Ματζικέρτ (1071) εξαερώθηκε και, 100 χρόνια αργότερα, μετά το Μυριοκέφαλο (1180), η πτώση ήταν θέμα χρόνου.
*****
Ακόμα και ο τρόπος που έπεσε η Πόλη το 1204 ήταν από στρατιωτική άποψη γελοίος. Ηταν όμως τραγικές οι συνέπειες και συγκλονιστικό το σοκ για τον λαό. Ηταν τότε που το αιώνιο αδιατάρακτο της «ρωμαϊκής ταυτότητας» κλονίστηκε και, σαν βράχος που ράγισε, στη ρωγμή του, πλήθος αγριολούλουδα άρχισαν να ανθίζουν.
Τα στερεότυπα, που έως τότε ήταν οι ορίζουσες του έθνους (του «Ρωμαϊκού έθνους» κατά τη χιλιετή βυζαντινή ορολογία), δηλαδή α) η υπηκοότης στον Αυτοκράτορα, β) το χριστιανικό θρήσκευμα και γ) η ελληνική λαλιά, κλονίσθηκαν, έπαψαν να ορίζουν το συνανήκειν σε ένα κράτος (αλλά και το συνυπάρχειν σε έναν ευρύτερο κόσμο που το κράτος αυτό καθόριζε -ως εχθρός ή φίλος)
Ηδη τους Ρωμαίους της Ανατολής από το σχίσμα και μετά οι Δυτικοί αποκαλούσαν «Ελληνες» με περιφρόνηση ή «Σχισματικούς» με μεγαλύτερη ακόμα απέχθεια. Αντιθέτως, στον Βυζαντινό κόσμο εξακολουθούσαν όλοι, ανεξαρτήτως καταγωγής, να θεωρούν εαυτούς Ρωμαίους (ή συμμάχους των Ρωμαίων όπως οι Τούρκοι πριν από τους Σελτζούκους, οι Σέρβοι, οι Αλβανοί, οι Αρμένιοι κι άλλοι).
Με την κατάρρευση όμως του 1204, όλες οι αναζητήσεις, που ήδη επί Κομνηνών υπολάνθαναν και στους λόγιους και στον λαό για τους ίδιους ή διαφορετικούς λόγους, άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια σε όλους τους τομείς (ενωτικοί – ανθενωτικοί, ζηλωτές) σε συνθήκες διαρκούς αναστάτωσης, ώσπου να κατασταλάξουν στο καταλυτικό εκείνο «Ελληνες εσμέν» του Πλήθωνα, που άρχιζε να ιχνηλατεί ένα άλλο τοπίο, όχι πλέον κυριαρχίας όσον επιβίωσης· ένα στοιχειώδες αυτεξούσιο που, μετά το 1350 και την ανάδυση των Οθωμανών ήταν πλέον άκρως επισφαλές.
Στο μεταξύ, η καταρράκωση του Βυζαντίου ήταν τέτοια που όχι μόνον σπατάλησε τις τελευταίες δυνάμεις του στους εμφυλίους του 14ου αιώνα (απολύτως αποξενωμένο πλέον από τον λαό), αλλά ούτε καν της συντριπτικής ήττας των Οθωμανών απ’ τους Μογγόλους (Αγκυρα 1402) μπόρεσε να επωφεληθεί, φθάνοντας στο τελευταίο σκαλί να καταλάβουν Βυζαντινοί την τελευταία βυζαντινή πόλη στην Ανατολία, τη Φιλαδέλφεια, για να την παραδώσουν στους Οθωμανούς.
Ομως ο τελευταίος ηρωικός αγώνας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου τροφοδότησε την ιστορία με τον «θρύλο» πιά του Βυζαντίου. Η αξιοπρέπεια που επέλεξε πυροδότησε στη λαϊκή παράδοση αυτήν τη στάση που θα σημάδευε τον ελληνισμό στο νέο του στάδιο με ένα χαρακτηριστικό εξαιρετικά ιδιόμορφο: τη διαμόρφωσή του μέσα σε συνθήκες αντίστασης (στους Οθωμανούς και τους Ενετούς) ή προσχώρησης (στους ίδιους) και αφομοίωσης. Αν με τους Βαλκάνιους μας ενώνει η συνοίκηση στο Βυζάντιο, κι αν με τους Δυτικούς μάς ενώνει η αρχαιότης (στην εκδοχή που της έδωσε ο Διαφωτισμός), με τον εαυτό μας μας ενώνει και μας χωρίζει αυτή η διττή κληρονομιά, όσον δεν παραδεχόμαστε πως είναι μία.
Οι μεταβάσεις, οι διαφορές, οι αντιθέσεις είναι που συνθέτουν το ταξίδι του μαγικού θιάσου από τον Ομηρο έως τον Θεοτοκόπουλο, από τον Κριτόλαο έως τον Καβάφη, από τον Αρχιμήδη ώς την Αγια-Σοφιά, απ’ τον Μαρμαρωμένο βασιλιά έως το ΕΑΜ. Από το «Ελληνες είμαστε καθώς η γλώσσα μαρτυρεί» του Γεμιστού έως το «Γειά σας, ωρέ Ελληνες» του Κολοκοτρώνη και από το «Αξιον Εστί» του Ελύτη με τον Μίκη έως τους πιτσιρικάδες που καίνε τις σημαίες!
Δικές τους είναι! Ο,τι θέλουν τις κάνουν. Και είναι δικές τους, (πρόσφορες και πρόσφορα στην οργή, τα δάκρυα ή τις ελπίδες τους) διότι υπάρχουν…
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 29.V.2008 stathis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Στίχοι: Σταμάτης Σπανουδάκης
Μουσική: Σταμάτης Σπανουδάκης
Πρώτη εκτέλεση: Χορωδία
Μαρμαρωμένος Βασιλιάς
γυιός της γης και της φωτιάς
Κωνσταντίνε η πόλη σου – Εάλω
Μήνα Μάη κι εικοσιεννιά
Μαύρη Τρίτη βασιλιά
χάθηκες κι η πόλη σου – Εάλω.
Κι εσύ Κυρά που μας φιλάς
μη δακρύζεις πια για μας
δεν πεθαίνει η πόλη Σου – Εάλω.
Φωνάζεις, μόνος σου εκεί
και γίνεται η φωνή σου
μοίρα μας κοινή.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς
γυιός της γης και της φωτιάς
Κωνσταντίνε η πόλη σου – Εάλω.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς.
@ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΓΚΟΥΒΕΡΗ
Δεν με εκπλήσσει ο σχολιασμός σας, γνωρίζω και τους προηγούμενους. ΠΑΤΡΙΣ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ (και υποθέτω) ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ… Με γεια σας, με χαρά σας, σεβαστός. Πλην όμως, αναπαραγάγετε εντελώς κοινούς (νεοελληνικούς) τόπους. Πολύ ανιαρό! Σημασία έχει να κάνουμε κι ένα βήμα μπροστά.
Θα προτίμούσα η πρόθεσή σας να υποκινιόταν από άλλους λόγους, π.χ. εκείνη του ηθικού προβοκάτορα! ΕΚΕΙ, ΑΚΡΙΒΩΣ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. Δυστυχώς όμως, δεν πιστεύω ότι συμβαίνει αυτό. Καλά να είστε.
@ Ignis
Φίλτατη, μη φοβάστε για τη Θράκη. Η ελληνική πολιτεία, τουλάχιστον κατά το παρελθόν, είχε φροντίσει για την ακεραιότητά της. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, υπήρχαν ένα σωρό απαγορεύσεις για τη μουσουλμανική -και όχι τούρκικη- μειονότητα. Ακόμα θυμάμαι τις μπάρες και τις προειδοποιητικές πινακίδες, πηγαίνοντας στα Πομακοχώρια. Κίνδυνος θάνατος, κάτι χειρότερο από την πυρηνική ενέργεια…!
Όταν, επιτέλους, τακτοποιήσω και τη βιβλιοθήκη μου, αφενός θα αντιγράψω ένα από τα “ανέκδοτα” ποιήματα του Καβάφη για την Πόλη, αφετέρου θα βρω εκείνο το περίφημο άρθρο ενός -νεκρού πια- φίλου, Βυζαντινολόγου (κατά το ήμισυ Έλληνας – αλλά πιο Έλληνας απ’ όλους μας), του David Turner, με τον τίτλο “Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται!”, δημοσιευμένο (αγαπητή Γκούβερη) στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, πριν από πολλά χρόνια. Με τη διαφορά πως το περιεχόμενό του ήταν εντελώς ανατρεπτικό σε σχέση με ό,τι υποθέτετε. Ταιριάζει περισσότερο στο άρθρο του Στάθη που αντέγραψε ο Σπύρος Αραβανής.
Μέχρι τότε (για να θυμηθούμε την αείμνηστη Μαλβίνα και τον Άρη), θα τα πούμε στα γουναράδικα! Καλό ξημέρωμα.
ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Orhan Veli Kanik
(1914-1950)
Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΤΑ
Γέρνω στην κουπαστή
της γέφυρας και σας απολαμβάνω.
Άλλοι τραβάτε κουπί μουρμουρίζοντας,
κι άλλοι μαζεύετε όστρακα στις σημαδούρες.
Κάποιοι κρατάτε το τιμόνι στις μαούνες
και κάποιοι μαϊνάρετε τα παλαμάρια.
Μερικοί πετάτε σαν πουλιά -και ποιητές-
και μερικοί αχνοφέγγετε σαν ψάρια στο νερό.
Αυτοί λικνίζεστε σαν βάρκες κι εκείνοι σαν φελλοί.
Άλλοι είστε σύννεφα
κι άλλοι ατμόπλοια που τρυπώνουν, με σβησμένες μηχανές,
κάτω απ’ τη γέφυρα, σαν αλητάκια.
Κάποιοι φυσάτε και ξεφυσάτε σαν μπουρούδες
και κάποιοι απλώνεστε σαν την καπνιά.
Όμως όλοι ανεξαιρέτως, δίνετε τη μάχη της ζωής.
Μα, είμαι ο μόνος ηδονιστής ανάμεσά σας;
Δεν πειράζει. Κάποια μέρα
θα γράψω ένα ποίημα για σας,
θα πιάσω μερικά λεφτά
και θα κερδίσω επιτέλους το ψωμί μου.
(Μτφ: Γ. Μπλάνας)
Νίκος Εγγονόπουλος
(1907-1985
ΑΠΟ ΤΟ “ΜΠΟΛΙΒΑΡ”
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
Σε πρωτοσυνάντησα, σαν ήμουνα παιδί,
σ’ ένα ανηφορικό καλντιρίμι του Φαναριού.
Μια καντήλα στο Μουχλιό φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.
Μήπως νάσαι, άραγες, μια από τις μύριες μορφές
που πήρε, κι άφησε, διαδοχικά,
ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;
Συνήθως δεν διαφημίζω τα γραπτά μου. Δεν τα θεωρώ σημαντικά για να το κάνω, κι ούτε πάσχω από καμία επιθυμία προβολής. Ούτε το/τα blogs μου στη επιφάνεια, ούτε τίποτε. Ίσως επειδή γράφω για μένα.
Άλλωστε θα ήταν ματαιοδοξία και ανοησία επίσης να θέλω να σταθούν ανάμεσα σε όσα εδώ στη συγκεκριμένη ανάρτηση φέρατε. Καθαρή ανοησία μου.
Αλλ’ όμως κάποιες φορές θέλω να πω κάτι παραπάνω, και είτε είναι πολύ, είτε ήδη το έχω πει.
Στο θέμα λοιπόν αυτό (θαυμάσιο το άρθρο του Στάθη, με βρίσκει σύμφωνη μέχρις κεραίας, όχι ακριβώς κεραία όμως, να εξαιρέσω τον ιστό της σημαίας, μια και αν ήμουν παρούσα σε τέτοια φάση, θα τον έσπαγα στο κεφάλι αυτού(ναι, άλλη οργή, η οργή γεννά οργή!) που πάει να την κάψει αφού δεν είναι μόνον δική του για να την κάνει ό,τι θέλει, είναι και δική μου και όλων μας. Και ως κοινό κτήμα, και ως σύμβολο ανθρώπων που ακόμα και πρόσφατα έδωσαν την ζωή τους για αυτήν, για ό,τι αυτή συμβολίζει, να μάθει αν όχι να την σέβεται, να την αφήσει ήσυχη για τους υπόλοιπους) στο θέμα λοιπόν αυτό, δηλαδή να λαμβάνεις από μιαν άλλη οπτική πολύ πιο ευρεία ό,τι μπορεί να σε διδάξει η Ιστορία, το απόσταγμά της, το καλύτερό της, το ήθος εάν το βρεις κι όπου τύχει να το βρεις, έγραψα κάποτε αυτό.
Για όσους φιλοπερίεργους που επιπλέον δεν βαριούνται την ανάγνωση κειμένων αγνώστων ατόμων. Και η ταπεινή μου προσφορά στην ιστορία ενός Ανθρώπου που δεν έπαυσε να με γοητεύει η δύναμη της ψυχής του (πόσους τέτοιους ανέδειξαν οι καιροί;;; είδος υπό εξαφάνισιν)
http://www.logokipos.gr/portal/html/modules.php?name=News&file=article&sid=1754
(ίσως και το κάνω υπό τύπον μνημοσύνου αφού η συγκεκριμένη ιστοσελίδα είναι –σήμερα αύριο- υπό κατάργησιν, μια και πρόκειται να εκλείψει όλος ο χώρος που την/με φιλοξένησε, στην μορφή που έως τα τώρα είχε)
Κύριε Ψαραδάκη, ακριβώς αυτό που αναφέρετε (το τζιζ, εδώ καίει) είναι τα “λάθη του…μέλλοντος”. Αυτή η στάση (έτσι χάρις σε αυτά, ένα φύλο μη συγγενές με το Τουρκικό όπως οι Πομάκοι, λόγω θρησκεύματος και μόνον το προσεταιρίστηκαν μια χαρά. Λες και τους το προσφέραμε! )
Οι απαγορεύσεις, οι περιθωριοποιήσεις κλπ. δεν φέρουν ποτέ αποτελέσματα. Όπως η γάτα ρίχνει χώμα πάνω σε συγκεκριμένες εκκρίσεις της για να καλύψει την μυρουδιά των. Όπως η στρουθοκάμηλος κρύβει το κεφάλι της όταν τρώει χώμα και δεν βλέπει.
Κανένα δεν περιθωριοποιούμε, κανένα άγριο ζώο δεν στριμώχνουμε στην γωνιά του. Θα βγάλει νύχια και θα μας κατασπαράξει. Ίσος με ίσους πρέπει. Κι εκεί όμως ακόμα υπάρχει και ένα άλλο λάθος που συνήθως κάνουμε, το να τον βάζουμε τον άλλον πιο ψηλά από εμάς (“βασιλικότεροι του βασιλέως”) και να του δίνουμε χιλιάδες δικαιώματα. Και τέλος μας καταπίνει.
Η ισορροπία είναι το ζητούμενο. Και μια πολιτική όχι ανερμάτιστη, όχι ζαλισμένη και θολή, αλλά ευθεία: να μείνουμε ως έχουμε, έστω μικροί, μα σίγουρα αξιοπρεπείς. Και να δουλέψουμε χωρίς διενέξεις και διχασμούς, αρκετά τέτοια έχει η πρόσφατη ιστορία μας και όλα μας έκαναν μεγάλο κακό, μια και χάσαμε ό,τι με κόπους κερδίσαμε πριν.
Ευχαριστώ, κύριε Μπλάνα. Με καλύψατε – ιδιαιτέρως με τον Μπολιβάρ.
Η ελληνική ταυτότητα, σε πνευματικό επίπεδο, δεν ορίζεται από γεωγραφικά σύνορα. Είναι πανανθρώπινη, οικουμενική. Για να μην παραξηγηθώ, το γράφω αυτό χωρίς ίχνος εθνικισμού.
Αγαπητή Ignis, αυτό το “κάτι παραπάνω” που λέτε, έχει σημασία.
Και, πιστέψτε με, κατορθώνετε και το λέτε με τα σχόλιά σας. Έχετε το χάρισμα. Δεν ξέρω αν είναι κληρονομικό -αστειεύομαι, φυσικά, με την τελευταία φράση. Καλή συνέχεια.
ΣΧΕΤΙΚΟ
Μου αρέσει αυτό το 555, Μίχο, σε αντιδιαστολή με το 666 των ρασοφόρων
ΑΣΧΕΤΟ
Μου λείπει πάρα πολύ ο Voas και η λοξή ματιά του!
Κύριε, γνωρίζω πόσο διακριτικός είστε κι ότι δεν βοάτε… Η απουσία σας όμως, γενικώς στον σχολιασμό, είναι κάτι περισσόιτερο από αισθητή.
Επικαλώ τη χάρη σας… Στις σεντίνες;
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΟ ΨΑΡΑΔΑΚΗ
ΑΦΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΩΝ ΕΓΩ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΔΕ ΔΙΔΩ
uelv pisv thn perioysia ths giagias moy, elbiras papadopoyloy sthn kaisareia ths kappadokias
Η αλήθεια είναι πως οι απόγονοι ενός και μισού εκατομμυρίου Ελλήνων δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να δώσουν άφεση στον Κεμάλ Ατατούρκ και στα στίφη των Κούρδων, Αρμενίων, Τσετσένων και άλλων μισθοφόρων του, μα ούτε και στους Έλληνες πολιτικούς (συμπεριλαμβανομένων του βασιλιά και του Βενιζέλου), για την απώλεια μιας πατρίδας (η δική μου περιουσία βρίσκεται στα Βουρλά), Σκέπτομαι, όμως, πως ο ελληνικός στρατός υποχώρησε με την ταχύτητα του ελαφιού και την ψυχή του κουνελιού, αφήνοντας πίσω του γυναικόπαιδα για σφαγή. Σκέπτομαι πως οι Έλληνες υποδέχθηκαν με αισχρό τρόπο τους πρόσφυγες αδελφούς τους. Σκέπτομαι πως τους στέρησαν ακόμα και την πενιχρή αποζημίωση της Τουρκίας. Τους στάβλισαν σε παράγκες μέχρι το 1970! Είπαν τις γυναίκες τους πόρνες κι αυτούς ταραξίες. Έφτυσαν τα τραγούδια τους, τους έβαλαν να ξεχερσώσουν πετροχώραφα, να αποξηράνουν βάλτους. Όσοι επιβίωσαν και πολέμησαν τον Γερμανό κατακτητή πέθαναν σε εξορίες. Η κόλαση των Μικρασιατών δεν τελείωσε όταν κατάφεραν να φύγουν από τη γη τους. Οι Μικρασιάτες θυσιάστηκαν στα πολιτικά σχέδια του φασίστα Κεμάλ Ατατούρκ, του αλαζόνα Βενιζέλου, του προδότη βασιλιά, των ανόητων –αλλά ύπουλων- ιεραρχών, των ανίκανων στρατιωτικών, όλων αυτών, δηλαδή, που κόπτονται για τη σωτηρία των πραγμάτων που κατεξευτέλισαν: της οικογένειας, της πίστης, της πατρίδας. Με λίγα λόγια: η εξουσία είναι πάντα εξουσία. Καλύτερα θα ήταν να καταδικάσουμε τους γελοίους Τούρκους και Έλληνες και Ευρωπαίους «άρχοντες», που έπαιξαν σκάκι με πιόνια πραγματικούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι απίστευτα θρασείς. Να, ένα παράδειγμα σημερινό. Μέσα στη Βουλή των Ελλήνων, ο πρωθυπουργός μας (που εκφράζει τη βούληση της μειοψηφίας των πολιτών, λόγω εκλογικού ποσοστού) είπε, απευθυνόμενος σε αρχηγό πολιτικού κόμματος: «Φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης!». Πιστεύει ο θρασύς άνθρωπος πως είναι νοικοκύρης! Αλίμονό μας, αν έπρεπε να υπερασπίσουμε τη γη μας με τέτοιον «άρχοντα»! Μετά από αρκετές δεκαετίες θα ζητούσαμε τις περιουσίες μας από κάποιους άλλους «άρχοντες». Και επειδή δεν θα μπορούσαμε να δούμε την αλήθεια: πως όταν οι άρχοντες λένε Πατρίς εννοούν πισίνες να λιάζουν την τεμπελιά τους, όταν οι δούλοι των αρχόντων λένε Πατρίς εννοούν «κάνω ό,τι θέλω με το έτσι θέλω» κι όταν τα φτωχαδάκια λένε Πατρίς εννοούν μια δουλίτσα κι ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους -κι εδώ και στην Τουρκία και παντού- θα τρέχαμε να κρύψουμε την απελπισία μας πίσω από σύμβολα-ξόρκια: Τουρκαλάδες. Λέω, λοιπόν, απλά πως όποιον -άσπρο, μαύρο, κίτρινο- τολμήσει να πειράξει τη γη μου και την οικογένειά μου, θα τον σκοτώσω ή θα με σκοτώσει (άλλη περίπτωση δεν υπάρχει), όποιον «καλό συμπατριώτη μου» τολμήσει να με χώσει σ’ ένα γραφείο και να με απειλήσει για τις απόψεις μου, θα του στρίψω το λαρύγγι ή θα μου στρίψει το δικό μου (μέση λύση δεν αναγνωρίζω). Αν όλοι οι Τούρκοι είναι εγκληματίες για την σφαγή της Μικρασίας και όλοι οι Γερμανοί εγκληματίες για την σφαγή των Καλαβρύτων, τότε όλοι οι Έλληνες είναι εγκληματίες για τις σφαγές που διενήργησαν οι Ταγματασφαλίτες, οι Γερμανοτσολιάδες, οι Μάυδες, οι Χίτες, τα τσογλάνια της ΟΠΛΑ. Κάτω από την σκιά της ιερής ελληνικής σημαίας δόθηκαν ηρωικοί αγώνες για την ελευθερία, αλλά και άθλιες μασκαράτες επίορκων καραβανάδων. Όσο συνεχίζουμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε κατ’ αντιπαράθεση «βαρβάρων», «απάτριδων», «απίστων», «ανθελλήνων», εξευτελίζουμε το εθνικό μας σύμβολο. Ο καλός πιστός σέβεται την πίστη του άλλου, ο καλός στρατιώτης σέβεται τον αντίπαλο, ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν περιφρονεί τους «βαρβάρους». Όσο και να φαίνεται παράξενο, πραγματικός Έλληνας είναι αυτός που στέκεται μονάχος πάντα κι ελεύθερος, μεγάλος, γενναίος και δυνατός, όχι αυτός που εκμεταλλεύεται το χάος του συνόλου, για να σταθεροποιήσει την εξουσία του. Είναι δύσκολο να είναι κανείς πραγματικός Έλληνας• και πολύπλοκο και απροσδιόριστο και λίγο παράλογο.
Κε Ψαραδάκη
Εγκλωβισμένος δυστυχώς στο καθημερινό ταμάχι , ότι έπεσε απότομα η δουλειά φέτος , στερούμαι εμπνεύσεως . ( Αν και ουδείς δύναται να στερείται αυτό το οποίον ουδέποτε κατείχε ).
Παρακολουθώ ανελλιπώς το Ποιείν , συνήθως το μεταμεσονύκτιο.
Για το παρόν ζήτημα τι να πώ ;;;
Τα είπε ο κος Γ. Μπλάνας στο προηγούμενο σχόλιο.
Τα συζητούμενα μόνο ως ληγμένα κόλλυβα μπορώ να χωνέψω , αν και δεν απαιτείται προηγουμένως σύ(ν)-σφιξις και σύν-θλιψις ενώ είναι απαραίτητη η κατά-ποσις
Για τους διεκδικούντες περιουσία στη Κόκκινη Μηλιά θα πρότεινα να απευθυνθούν στο κο Σανιδά , όστις διακρίνεται για το ήθος και τις παρεμβάσεις του. Εναλλακτικά μια αυστηρά ρηματική διακοίνωσις της αυτής εξοχότητος της κας ΥπΕΞ ίσως…;
Εκφράζων και εγώ νοσταλγία να αναφέρω ένα όνομα : Ζώιλος….
EΔΓAPΔOY ΠOOY
ΣKIA [απόσπασμα]
Eγελώμεν εν τούτοις, και είχωμεν την αρμόζουσαν εις την κατάστασιν μας φαιδρότητα, -την φαιδρότητα του υστερικού- και εψάλλομεν τα άσματα του Aνακρέοντος, -άσματα όλως φιλοπαίγμονα· και επίνομεν κατά κόρον, – μολονότι το πορφυρόν του οίνου μας ανεπόλει το πορφυρούν τυ αίματος. Διότι και όγδοος τις εν τω θαλάμω υπήρχεν, – ο νεαρός Zωίλος. Nεκρός, εκτάδην κατακείμενος και εσαβανωμένος, ήτο ο ήρως και το δαιμόνιον της σκηνής. Oίμοι! Δεν μετείχε ποσώς του συμποσίου, μολονότι η συνταραγμένη εκ των δεινοπαθειών μορφή του, και οι οφθαλμοί του, ων ο θάνατος μόλις ηδυνήθη να ημισβέση την ολέθριον λάμψιν, τόσο εφαίνοντο μετέχοντες της φαιδρότητος ημών, όσο οι νεκροί δύνανται να μετέχωσι της φαιδρότητος ανθρώπων ετοιμοθανάτων.
MTΦ: K.I. Πρασσάς