stavrosi.jpg

Κατόπιν αναστήθηκε από τα ράφια, χωρίς προσκλήσεις ή άλλες φλυαρίες, την κρατούσε αγκαλιά, νομίζω στο άλλο χέρι ένα στρογγυλό φρούτο για τις στιγμές της ανάπαυσης, εν ζωή φυσικά – αφού όλα τʼ άλλα είχαν αμετάκλητα ξεπεραστεί, ύστερα αγκάλιασε το μόνο γυμνό στύλο στη μέση της κατάμεστης πλατείας και τον ερωτεύθηκε
Λάζαρε – του φωνάζανε – άλλα περιμέναμε από σένα τώρα πια.

ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

Ζήτησα άδεια. Μου δόθηκε. Μια εβδομάδα εννέα ημερών. Μια μεγάλη εβδομάδα. Να κλείσω την υπόθεση. Να τραβήξω μπρος. Ζήτησα. Άδεια να φύγω. Άδεια να προχωρήσω. Να κλείσω ειρηνικά την πόρτα πίσω μου. Στο στεγανό κλίβανο της μνήμης. Μέσα απʼ το διπλό χρόνο της νοσταλγίας. Νʼ ανασύρω το μέλλον.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Ξένος, πάντα. Έγκλειστος, μες στην καρδιά του πλήθους ερημίτης. Μόνο στον έρωτα χαράζοντας, για λίγο, το συμπαγές του κόσμου.

Από ψηλά αυτή η πόλη χυμένη στα πόδια του κι από μακριά ο κόσμος κλειδωμένος στη ζωή του. Με το βλέμμα αγγίζοντας, με την ακοή ακουμπώντας. Την οχλοβοή και τους ανθρώπους. Το θρόισμα στις φούστες των γυναικών, το υγρό στα χείλη τους. Δρόμους και μαγαζιά, το βρεγμένο οδόστρωμα της νύχτας. Τα δυτικά της φώτα και τʼ ανατολικά της κύμβαλα. Το ίδιο πάντοτε βαθιά επιθυμώντας: στην απαγορευμένη πόλη της αφής να περιπλανηθεί. Χαμένος, στʼ άγγιγμα, να βρει.

Σε εισόδους πόλεων ακίνητος για χρόνια. Στα μάτια του αδιάκοπα να καταγράφει. Σήραγγες, γέφυρες, διαβάσεις. Πλατείες και σταθμούς. Πλανόδιους, ταξιδιώτες, μετανάστες. Τα πρόσωπα τους παρακολουθεί μες στο συνωστισμό. Τα βλέμματα και τις χειρονομίες τους. Τα βήματα τους. Το φευγαλέο άγγιγμα των ρούχων τους. Ξένος κι αυτός. Ο άγνωστός τους

συγγενής.

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Πέρα οι μιναρέδες. Φρουρώντας το ξημέρωμα μέσα στην υγρασία της νύχτας. Εδώ, κόκκινος ήλιος που μετατοπίζεται. Αργά στʼ ανάκατα σεντόνια. Απλώνει φωτεινά εγκαύματα στο σώμα του. Σταδιακά το αποκαλύπτει. Σέρνει την παλάμη στο στήθος, σηκώνεται. Ξυπόλητος, ξύλινο πάτωμα, οσμή καφέ που φουσκώνει γρήγορα. Παραμερίζει τις λεπτές κουρτίνες: σπασμένες κολόνες ο δίσκος του ήλιου επίμονα. Ρουφάει την πρώτη γουλιά στο παράθυρο, αναρωτιέται. Τι γυρεύει εδώ.

Αυτή η χώρα πίσω του. Μεγάλη και άβολη. Με οχήματα παντού. Λέξεις που ορίζουν και δε μιλούν. Σύμμετρες σκέψεις πλανισμένες να μη χωρούν πόνο και θάνατο. Γυαλιστερές εικόνες μαγικές να κρύβουν την εικόνα. Μια κίνηση αδιάκοπη σβήνει συνεχώς την ιστορία. Αλλά στις τσέπες της πόλης, γυναίκες. Μητέρες δίχως μητέρες δίχως μητέρες. Με ρίζες χαμένες βαθιά στο σκοτάδι των ηπείρων. Με ιστορίες ψαλιδισμένες, γιατί όλα τα μεγάλα στρίγγλιζαν έξω απʼ τα παράθυρα με σειρήνες και φρεναρίσματα. Εκείνες που τον μεγάλωσαν κι ευγνώμων, τις ξεχνάει.

Ανήσυχος ύπνος χωρίς όνειρα. Κρυώνει. Ζεσταίνεται. Μʼ ένα τίναγμα ξυπνάει. Σαν ξαφνική απόφαση. Έχει επιστρέψει.

Σιωπηλό Δάσος του Dvorjak. Βαθιά μέσα απʼ την κοιλιά των ηχείων. Σε ελάχιστη ένταση μην την ξυπνήσει. Γυρίζει και την κοιτάζει. Το σώμα της κουλουριασμένο στο κρεβάτι, το πουλόβερ της στην πολυθρόνα. Το τσέλο ζεσταίνοντας το μεταλλικό χάραμα πάνω απʼ τους ουρανοξύστες. Απλώνεται σαν ψίθυρος στα γυμνά του πόδια, στο ινδιάνικο χαλί, τα χύμα χαρτιά στο παλιό γραφείο. Στο μεγάλο παράθυρο όπου παρακολουθεί τα τελευταία φώτα να σβήνουν αλλάζοντας συνέχεια τη γεωγραφία της πόλης. Εκεί ψηλά στο παράθυρο, το πρόσωπό του παγωμένο.

Το στόμα τους. Φιλόξενο και δυνατό. Μικρά γρυλίσματα καθώς πλέκουν τις γλώσσες τους. Γεμάτα στήθη που αναριγούν κάτω απʼ τα χέρια του. Τα λαγόνια τους καθώς αναδεύονται κάτω απʼ τα δικά του. Σκληρό δέρμα χωρίς μνήμη. Μαλακό υπογάστριο, υγρό. Το στόμα τους. Πάντα φιλόξενο.

Λίγο πριν το ξημέρωμα. Ξέφυγε από την αγκαλιά της σχεδόν μʼ ένα σπρώξιμο. Το χέρι της κοιμισμένο γύρω απʼ το στήθος της. Σημείωμα στην καφετιέρα. Η βαλίτσα. Το ταξί. Αραιή κίνηση. Ομίχλη στο αεροδρόμιο. Ο ωκεανός. Τα τετράγωνα της Δυτικής Ευρώπης. Η Έλβα. Οι γυμνές οροσειρές της Ελλάδας. Όταν τʼ αεροπλάνο ακούμπησε μʼ ένα τράνταγμα ένιωσε τα χέρια της αστραπιαία να τον αγκαλιάζουν και να τον αφήνουν. Δεν ειδοποίησε κανέναν.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

Είναι συμφωνημένο από χρόνια. Με νεύματα στις σκοτεινές αίθουσες του σινεμά. Μʼ ένα ξαφνικό ρεύμα στις σήραγγες του υπόγειου. Με κραγιόν σε καθρέφτες ξενοδοχείων. Με πατημένες γόπες. Σε νεκροταφεία αυτοκινήτων και χυτήρια. Στην πράσινη θάλασσα της Κυριακής και τʼ ανακάτεμα της άμμου τʼ απομεσήμερο. Όταν ξυπνούν ιδρωμένοι το χάραμα είναι ήδη έτοιμοι.:

Ακίνητοι μπροστά στη θάλασσα κι ερεθισμένοι απʼ το νερό τον κόσμο ατενίζοντας σαν όρθια περιπλάνηση Σχήματα γεωμετρικά κι αφηρημένα μαγνητικές φωνές όντα μισά παλλόμενα
Στις επιφάνειες του κόσμου θα συναντηθούν χωρίς να γνωρίζονται. Με το ακατανόητο στις κινήσεις τους, το κοινό στη φορεσιά τους. Ξένοι για τους απέξω. Εκπληρωτές ενός ανομολόγητου όρκου οι συντεχνίτες του 3Χ4. Χωρίς νʼ αγγίζουν χέρια. Χωρίς νʼ αλλάζουν βλέμματα και λόγια. Έξι μέρες θα δουλέψουν συνέχεια και την εβδόμη θʼ αναπαυθούν. Τον καθρέφτη των ονείρων τους θα στρέψουν στον κόσμο να τον δείξουν απʼ την αρχή:

Σαν από τοιχογραφία κατεστραμμένη σχέδια της πόλης
ασκοί μιας μνήμης που θολώνει

Τʼ απόγευμα της τρίτης μέρας θʼ αρχίσει η πομπή. Απʼ το γκρίζο της πόλης θα προβάλλουν έκπληκτοι οι κάτοικοι. Στο πολύχρωμο τείχος θα πλησιάσουν ένας ένας να κρεμάσουν τα κειμήλιά τους. Το κορίτσι τις τιράντες του κι ο ερωτευμένος το κύμβαλο της τύψης. Γυναίκες με μαντήλες χρυσά τάματα για τα παιδιά τους. Ο λιμενεργάτης τα μάτια της γοργόνας απʼ το ακρόπρωρο. Τα στρόφαλα του ύπνου οι υπνοβάτες κι οι κουρασμένοι κάρτες με ταʼ ανάκλιντρα της Θήβας. Οι φαντάροι τα δίκωχα κι οι ραβδοσκόποι τις διχάλες τους. Οι κολυμβήτριες τα γυαλιά τους. Κι άλλοι ανώνυμοι, χάλκινες μέδουσες και σκαραβαίους, σταυρουδάκια και κιλίμια, θαλασσογραφίες, μετρονόμους, φλάουτα και κονδυλοφόρους.

Σαν λιτανεία έρχονται αυτοί που δεν ανήκουν. Ένα καινούργιο κόσμο φτιάχνοντας για να τους κατοικήσει.

Οίκοι λευκοί στο μαύρο μάτι της δροσιάς χωράφια νεοσύλλεκτα με το φίλτρο της σιωπής τι σημασία έχει αν είδαν καθαρά
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Η αχαρτογράφητη πλευρά / πεταμένος στο διάστημα / ο χώρος ανοιχτός σαν χαίνουσα πληγή / ο παλμός του ασπρόμαυρου πλήθους χτυπάει σε λυόμενα και τρέηλερ / σε ημιφορτηγά πλάι στο ποτάμι / οπλίζουν τις καραμπίνες / οπλίζουν τις σύριγγες / ακούγονται φωνές μέσα από τους ψεύτικους τοίχους του μοτέλ (τι ήταν αυτό;) ανησυχεί ελέγχει έξω, μια πισίνα στη μέση του πουθενά, κανείς ξαναμπαίνει (που;) στην τηλεόραση η Μισέλ Φάϊφερ σαν όνειρο του νότου (σε ποιο προσανατολισμό;) / στη μέση ένα κρεβάτι / της απομόνωσης; / υπάρχουν κι άλλα : κρεβάτι της γέννησης, κρεβάτι του πόνου, κρεβάτι του αποχωρισμού, κρεβάτι του ύπνου, κρεβάτι του θανάτου (όχι εδώ) / κάθεται στην καρέκλα και το παρατηρεί / αλλάζει θέση / κι άλλη / (συνεχίζω να μη βλέπω τίποτε) / βγαίνει / ένα ταξίδι σχεδόν στις άκρες της Δύσης / (στις άκρες της Δύσης ένα σχεδόν ταξίδι) / ατέλειωτοι αυτοκινητόδρομοι / χριστιανικά φυλλάδια / συνεργεία / ψησταριές / κασκέτα και μπλουζάκια / Μίντυ, Μάντυ, Μέρρυ όρθιες πλάι στις κολόνες της Δύσης – με στρας / Η Τσουκαλίσσα μουσείο : υπάκουοι Ινδιάνοι επιδεικνύουν τη τέχνη τους φτιάχνοντας φλογέρες και χάντρες

πήρα το δρόμο του δάσους σε εφτά ώρες είχα βγει πάλι στον πολιτισμό (;) έβρεχε κοιμήθηκα σαν ξερός. Δεν υπήρχε περιθώριο για τίποτε άλλο πέρα από ημερολόγια. Συνέχισα να καταγράφω.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

Μια μακρινή φωνή σαν γυναικείο τραγούδι από την άκρη του άδειου. Σα νανούρισμα και θρήνος. Ανοίγει ο χώρος, πολλαπλασιάζεται. Ταξιδεύει με το τύμπανο της καρδιάς του ρυθμικό. Στο άγνωστο ανοίγει μια γλώσσα άγνωστη να κυλάει μαζί με το νερό. Ψίθυροι σχίζουν το άδειο, ψίθυροι ανοίγουν το μαύρο, τους μαύρους αφρούς της θάλασσας, τους μαύρους αφρούς της ψυχής του. Μαύροι ψίθυροι τον ταράζουν και τον συμβουλεύουν μαζί. Ψίθυροι της ψυχής του, τον οδηγούν. Σκοτεινά φωνήεντα, τα γράμματα που γράφει στον εαυτό του. Σαν ψίχουλα τα σκορπίζει πίσω του να μην ξαναβρεθεί ποτέ.

Το φαράγγι στην άκρη του κόσμου. Ο αρχαίος κόσμος πλαταγίζει εγκαταλειμμένος στον άνεμο με τους μουσαμάδες των φορτηγών. Κανείς στη στάση. Θάλασσα, πέτρες, ήλιος. Πόλεις φαγωμένες από το νερό, λιθόστρωτα λειασμένα από την άμμο του χρόνου. Χέννα του χρόνου βάφει συνέχεια τα ερείπια. Κελλάρια, Αδραβάστοι, Αζοκέραμος. Μια φωτιά που δεν σταματάει πουθενά, βάφει το χρόνο κόκκινο. Αγία Φωτιά. (σε άγιο νερό άγιο άνεμο άγιο χώμα). Λόγχες ξεραμένων καλαμιών σε όλη τη διαδρομή. Έστριψε απότομα.

Ο μαύρος χορός της νύχτας. Στριφογυρίζει στο γκρεμισμένο τζαμί με τους ερωτευμένους έφηβους, την ξαπλωμένη γάτα στην Οθωμανική Κρήνη, την κοιμισμένη γριά πλάι στο ημιφορτηγό, τον άντρα με το πιάτο του που τρώει στο κατώφλι. Το γέρο καφετζή να βλέπει μόνος τηλεόραση κάτω από μια παλιά φωτογραφία του Κέννεντι.

Χαλαρός ο ορίζοντας και πλατειές οι πεδιάδες κι οι όγκοι γυρτοί των βουνών κι ατέλειωτη η θάλασσα ως εκεί που καμπυλώνει ο κόσμος κι ασφαλίζει το βλέμμα στο δροσερό του πανί. Να μην τελειώσει.

Χαμηλά σπίτια, χαμηλά δέντρα, χώματα , άσφαλτος, οι τέντες στα μπαλκόνια, ο θάμνος στο κάγκελο, οι πόλεις σε άσπρο στεγνό φως, ξερή ζέστη παρασέρνει μικρά κοφτά γέλια μακριά.

Αργά τα βήματα. Κι ο θρήνος οξύς σχίζει το σούρουπο και τις διάφανες κουρτίνες. Απλώνεται ως τις βάρκες και τους κάμπους. Αύριο θα σφραγίσουν τα παράθυρα.

Ό,τι ήταν να δοθεί δοσμένο. Αυτός ο κλήρος μας στο χώρο και στον χρόνο. Αυτή η δική μας λεπτομέρεια μες στην τοιχογραφία του κόσμου. Μέσα της το φώς θα διϋλίζουν ιστία απλωμένα στον άνεμο, θαλασσινά όπως περιπλέουν τους αιώνες.

Πολιτισμοί πλάι στη θάλασσα Στο συνεχές του ήλιου ζαλισμένοι. Οξυδερκείς ταξιδευτές με το βλέμμα λοξό. Το πονηρό το μάτι το πλάγιο και το λάγνο, το μισοχαμόγελο της παγαποντιάς στην άκρη του σάλιου τους. Τα βράδια, στα μικρά δωμάτια με τον ασβέστη, σηκώνουν κούπες το κρασί θριαμβικά. Τώρα με ήχους μακρινούς σβήνουν στα πέρατα του χρόνου. Σε άλμπουμ πια θα ζουν και σε λευκώματα. Ακίνητοι, σε δυτικά μουσεία χαρτιού, θα είναι πάντα εκεί.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Στέκεται στην εξώπορτα. Ξεκλείδωτη. Τρίζοντας ανοίγει μια λουρίδα φως στο ξύλινο πάτωμα. Φεγγίτες αχνίζουν καλοκαίρι. Παλιές δαντέλες στα τραπέζια. Η κουπαστή της σκάλας δροσερή κάτω απʼ το ιδρωμένο χέρι του. Ανεβαίνει προσεκτικά. Ο πάνω όροφος. Το μπρούτζινο κρεβάτι. Το λαβομάνο. Ένα δάχτυλο σκόνη πάνω στις παλιές φωτογραφίες.

Ξύλινα. Στο πάτωμα μπαούλα. Φορέματα και τσάντες στις ντουλάπες. Παλτά. Παπούτσια άδεια. Μπουκάλια από αρώματα μισά. Χτένες, μαντήλια, εσώρουχα. Το καντήλι στεγνό. Τα παράθυρα σφαλισμένα. Όλα στη θέση τους κλειστά. Αιώνια μες στον κομμένο χρόνο.

Το λάδι του χρόνου. Το κήτος του κόσμου. Δίσκοι χρυσοί με το στάρι του σύμπαντος. Φως, το σβησμένο των εποχών. Η άδεια αγκαλιά. Κι ο φθόγγος άναρθρος. Γοερά. Ένα κρεβάτι τυλιγμένο σε φασκιές στο όνειρο αιωρείται.
Ο ύπνος νʼ ανοίξει τις πύλες του, βαθιά στα κύτταρα του πένθους. Κι ο θάνατος να ξεδιπλώσει τη φωνή του, σπαραχτικά απʼ την όχθη του χειμώνα. Ο ήλιος που ζέσταινε το σώμα, ποτέ πια να μην φανεί, τυφλός πλανήτης.

Πένθος στο πένθος. Στο μαύρο, μαύρο.

Τα έργα του θανάτου. Σιωπηλά κι απρόσβλητα, κρυμμένα στο χώμα. Χάλασμα στο χρόνο και χύνεται. Πάσχα, που το ψάχνει μα δεν το βρίσκει. Αύγουστο θα γυρνάει να μαζεύει τα στάχυα του πόνου. Με εικόνες νʼ αλωνίζουν τη μνήμη, τη γλώσσα στο άπειρο παγιδευμένη.

Ο χρόνος στα χορτάρια. Στα λιβάδια ο άνεμος. Ο αέρας στο πλατύσκαλο ακίνητος. Στο ύψος της θάλασσας το σώμα του θανάτου να σηκώνει. Στο ύψος των σπιτιών πιο άδειων κι από άδεια. Τον πόνο του στα σχίνα οι αράχνες θα υφαίνουν σαν τις παλιές νοικοκυρές. Στις σκεπασμένες καμινάδες, στις ξερολιθιές. Το μαύρο ιστό της μνήμης του ολοένα θα διορθώνει όσο θα τον χαλάει ο άνεμος του κόσμου.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Παράξενο πρωί.
Ανοίγει το ταβάνι.
Σαν κατακρημνισμένη νύχτα. Λικνιζόμουν από ένα άγνωστο κύμα. Κρύωνα.
Ένα παραλληλόγραμμο φως χύνεται και ορίζει το πάτωμα.
Το λιγοστό φως κατέβαινε σε δέσμες από άγνωστη κατεύθυνση, σαν να ήμουν κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Διαλύονται τα όρια.
Όμως ανέπνεα.
Πώς θα γυρίσω;
Είχα χάσει τον προσανατολισμό μου. Κωπηλατούσα στα τυφλά.
Σε λίγο θα είναι αργά. Κράτησέ με

Πάγοι.
Κράτησέ με.
Σε σχηματισμούς μεγάλων νησιών και περιπλέω προσεκτικά. Αντανακλούν τη μορφή μου στους όγκους τους σαν μια σειρά πετρωμένα πρόσωπα.
Πυκνώνει ο χρόνος,
Τα ξέρω καλά
επιβραδύνεται,
από παλιά.
κλειδώνει σε μια πορεία σύγκρουσης.
Είναι όλοι εκεί.
Παγώνει την αναπνοή
Καθρεφτίζονται κι αυτοί στη δική μου μορφή.
στην τελευταία αναπνοή.
Επικοινωνούμε. Κρυφά παρατηρώντας ο ένας τη ζωή του άλλου μέσα απ΄ τον πάγο.
Λύνει την αγωνία μʼ ένα λυγμό.

Καταρράκτες.
Μʼ ένα λυγμό.
Κατεβαίνουν από ψηλά
Μπαίνει στο ρεύμα.
και χύνονται σε μια δεξαμενή γεμάτη παραμύθια.
Τον παρασύρει και δεν μπορεί να ξαναβγεί.
Βλέπω ένα παλιό δάσος με πλατάνια,
Τον τραβάει ολοένα προς τα έξω
δέντρα σχισμένα στα δύο απʼ το ίδιο τους το βάρος,
Μην καθυστερείς
αρχαίες σπηλιές νʼ ανοίγονται βαθιά στους πετρωμένους κορμούς.
Δεν θα προλάβεις.
Μέσα απʼ αυτό το δάσος
Θα ξυπνήσει
περνούν οι καταρράχτες,
η ζωή μέσα μου
από αόρατες κορυφές,
και θα φύγω.
κατεβαίνουν
Θα ξυπνήσει ο θάνατος
και κατρακυλούν στο χρόνο
και θα χαθώ,
εξαργυρώνοντας
Θα είμαι
την αιωνιότητα με μύθους.
αλλά θα είμαι μόνος.

Τι δοκιμασία είναι άραγε αυτή; Τι ζητάω σκοτεινά απογεύματα στους κήπους των ηφαιστείων; Τι ζητάω με τρελά κατσίκια μες στους βράχους; Κάτι θα ζητάω. Φώτιση. Παρηγοριά. Γονιμότητα. Πρώτο βήμα νʼ αποδεχτώ. Τη διπλή μου φύση. Και το ενιαίο του κόσμου. Την πλεύση μου την ακυβέρνητη να εμπιστευθώ στον άνεμο.

***
Μόνος. Παρατηρεί τον χώρο. Μʼ ένα λευκό χαρτί πασχίζει να τον οικειωθεί. Όπου καθρεφτίζονται οι δικές του άγνωστες διαδρομές. Δεν εννοεί, όμως αφήνεται.

Πλέω στη νύχτα.
Ζωντανό φορτίο στο αμπάρι.
Μʼ όλα τα φώτα μου σβησμένα και σκονισμένος απʼ το ταξίδι.
Ήχοι. Από μακριά. Φωνές από το πουθενά.
Σα νυχτερίδα με κύματα σιωπηλά ανιχνεύοντας γραμμή-γραμμή τα σύνορα του κόσμου
Συνομιλίες με το άδειο..
Και η ποίηση, να.
Μουρμουρητό των άστρων τη νύχτα.
Ο αχάτης να, μαύρος, το μάτι του κόσμου φρουρώντας. Μα δίχως κέντρο ο ήχος μου.
Σιωπηλός θόρυβος που απλώνεται –
Στη μέση επιπλέει.
χαϊδεύει τους ώμους τα βλέφαρα.
Η αγάπη, η ξαφνικά κομμένη μου, μόνη με οδηγεί.
Μητέρα-

Αίμα. Λασπώνει τις υδάτινες μάζες γύρω μου. Από τα έγκατα των νερών αναβλύζει και από πηγή φυλαγμένη. Υπόγειο ρεύμα που ανακάτευε τις ρίζες και βρήκε δρόμο για την επιφάνεια. Τώρα απομακρύνεται ξανά. Αργά η πτητική ουσία καθαρίζει.

***

Μεταλλικό μαύρο ο ουρανός και μια μεγάλη γρατζουνιά το φεγγάρι. Κι ο βράχος να, φωτεινός στη μέση της θάλασσας. Εκτείνει την πυκνότητά του στο άπειρο.
Έσωσα ό,τι μπόρεσα. Τα πόδια μου γυμνά στηρίζοντας σε αέρα, λάσπη, ξύλο και νερό.
Του θανάτου επέζησα.
Στοιχεία αρθρώνοντας τον κόσμο πίσω στο μηδέν.
Κι η θάλασσα που βράχο γέννησε λεία πια, στον ύπνο αφημένη.

Ξημερώνει αργά. Αργά από δεξιά μου ανεβαίνει ο ήλιος. Ευθεία μπροστά διαγράφονται επίπεδες ακτές, καμπύλοι πίδακες ποτιστικών στʼ ατέλειωτα λιβάδια. Έρχεται μια οσμή σκόνης, τσίγγου και γράσου, φαντάζομαι τα μικρομάγαζα και τα χαμόσπιτα, σχοινοποιούς, μαχαιροποιούς, βαρελάδες. Με χαμηλό το βλέμμα μες στο κόκκινο ξημέρωμα. Πλευρίζω την ακτή. Και κατεβαίνω.

Λιβάδια και τα δόκανα του χρόνου. Εστίες φωτιάς πίσω από την κοιμισμένη θάλασσα. Κάτω από τις λαβίδες αυτής της τερατώδους άνοιξης. Καίγεται ο τόπος απʼ τον ήλιο, καίγεται το παρελθόν, βλέπεις τη φλόγα; Απʼ τα βάθη του χειμώνα λιώνει με τους πάγους ο όγκος μιας εποχής.

ΠΑΣΧΑ

Μια χώρα σαν πλάτωμα. Σαν οροπέδιο ηφαίστειου που έσβησε για πάντα και τώρα ανθίζει στη μέση της θάλασσας. Στις πλαγιές χλωρά τετράγωνα χωραφιών και σχηματισμοί οπωροφόρων – κι εδώ πάνω μια πλατεία με το φως σαν πηχτό υγρό να στραγγίζει στα κράσπεδα. Από μακριά οι καλεσμένοι. Με τριμμένα ρούχα σε λάντζες και μονόξυλα. Εξαρτυμένοι με ασκούς και τουμπελέκια πλησιάζουν τραγουδώντας:

Πότε θα κάνουμε πανιά
Να κάτσω στο τιμόνι
Να δώ της Λέρος τα βουνα
Να μου διαβούν οι πόνοι

Μ τελετουργία αρχαίας συμφωνίας πλευρίζουν την ακτή. Με στρεβλά σώματα αποβιβάζονται. Κυφωτικοί και ανάπηροι βυθίζουν τα βήματά τους στην άμμο. Με τραύματα αιώνων και στρώματα αλατιού λυγίζουν τα βλέφαρά τους στο φως. Στα παράλια ανοίγουν την αγκαλιά τους ναυτικοί και σφουγγαράδες να τους προϋπαντήσουν:

Ξημέρωσέ μου να χαρείς
Μπονάτσα να σκορπίσεις
Και τη μπρατσέρα πού ʽρχεται
Να την καλωσορίσεις

Με ατέλειωτη χάρη στηρίζουν ο ένας τον άλλο μέσα στην πυκνή βλάστηση. Νʼ αναρριχηθούν ως τη γιορτή κι εκεί ανάμεσα στις επιφάνειες του φρέσκου ασβέστη …

με τις νέες να ενώσουν τα κορμιά τους σε σούστες και σε μπάλους. Μέσα σε μουσικές να σβήσουν για πάντα τα δηλητηριώδη οράματα.

Ά, φωνές να αφυπνίσουν τα μεγάλα χωράφια του πρωινού. Γυναίκες να προβάλουν στα κατώφλια ξαναμμένες. Βροχή να ρυτιδώσει τη θάλασσα και μέδουσες μαύρες σαν βελούδινα σκουφιά. Η επίπεδη γη μου για να περιπλέω και να χαίρομαι. Ανάλαφρα σαν υπνοβασία και με το χέρι μου αγκιστρωμένο για πάντα στα φευγάτα σύννεφα.

Πανέμορφος, αφού με τίποτα δεν συγκρίνω,
νʼ αρχίσω πάλι από παντού.