
ΣΑΝ ΧΟΡΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ
Κράτα με στη -μνήμη σον
σαν ένα χόρτο τρυφερό
που άκαιρα φύτρωσε
μες στα χαλάσματα
κι έχασε εκεί το πρόσωπό του,.
καθώς δάσος αφρισμένο
μετά από δυνατή βροχή,
όπως πέτρα δύσκολη
που δεν μπόρεσες
κράτα με
όπως την άσπρη γραμμή
που αφήνει πίσω του
το πλοίο σαν φεύγει.
ΕΡΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑ
(απόσπασμα) ΙΕ
Σε κοιτώ από το πλάι — φυσάει.
Η νύχτα μας μετατοπίζει
σε άλλα σχήματα, σε άλλες εποχές
με διαφορετικά υλικά
εγγράφεται τώρα ο ήχος μας.
Κυλιόμαστε σε μια σκοτεινή
ακρογιαλιά — χώρα. θανάτου.
Μέσα από τα ρούχα μας περνούν
οι παγεροί διαβάτες.
ΚΗΦΙΣΙΑ
Ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΗΤΑΝ ΒΡΟΧΕΡΟ
Οι εικόνες τον υγρού προαστίου που αγαπήσαμε
θα σβήσουν η μια την άλλη αναιρώντας,
τα χρώματα θα πέσουν με ορμή στο νερό,
οι δρόμοι που βαδίζουμε
στο ίδιο πάλι αρχικό σημείο θα ενωθούν.
Και δεν θα ‘ναι μάτι ανθρώπου,
θα ‘ναι ζώο αυτό που θα μας κοιτάζει
στο σκοτάδι.
Τα σώματα που μας άγγιξαν θα μείνουν
για λίγο μετέωρα πριν το κενό τα καταπιεί,
οι χειρονομίες μάταια θ ‘ ανακληθούν,
η βροχή θα πέφτει χωρίς να χτυπά
τα πλήκτρα της ψυχής μας.
Και δεν θα ‘ναι κερί, θα ‘ναι η σελήνη
των ποιητών που θα λιώσει
στα δάχτυλα μας
Ο λόφος που φαίνεται από το παράθυρο
αθώος θα γείρει, τρομαγμένος
του ποταμού το στόμα θα ξεραθεί,
κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλήσει στον υπόνομο.
Και δεν θα ‘ναι χάδι αυγής φευγάτης
θα ‘ναι χέρι ξυλιασμένο
ο άνεμος που θα μας χτίζει στα κράσπεδα.
ΠΑΡΑΛΙΑ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Ζέστη Ιουνίου, εικόνες χωρίς συνοχή,
θάλασσα που δεν καθρεφτίζεται
ακόμη εντός, φώτα
που δεν ανάβουν παρά μόνον
όταν αγγίζουν το ανέκκλητο όριο της μνήμης.
Είμαστε εδώ, Κυριακή,
στην παραλία που πολέμησε ο Κυναίγειρος,
χιλιάδες σώματα υπερυψωμένα λίγο
πάνω απ’την άμμο,
άνθρωποι αιωρούμενοι,
από έναν ανεξήγητο, αρχέγονο πόνο
φουσκωμένοι,
όπως αυτό το Θαλάσσιο αερόστατο
που ανεβαίνει -ψηλά θεαματικά
και με τη βοήθεια τον ανέμου
χάνεται εκεί που το μάτι
σβήνει τον ορίζοντα.
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ “ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ”
Οδηγούσα τη μητέρα με την αναπηρική καρέκλα
στο βρώμικο διάδρομο τον νοσοκομείου,
όταν αισθάνθηκα τον πανικό στην είσοδο,
άκουσα το κλάμα της νεαρής κοπέλλας
και τις φωνές των — ψύχραιμων συνήθως —
τραυματιοφορέων που με καλούσαν να συνδράμω.
Σαν σε ακτινογραφικό μηχάνημα με διαπέρασε
η έκκληση και το σώμα μου ανάλαφρο,
πειθήνια υπάκουσε
εθισμένο στην απλή και άδολη τέχνη
του Ανθρώπου
από μια, βαθύτερη, πανάρχαια Ζωή.
Και με άγγιξε τότε ζεστός ο θάνατος
αυτού του πανύψηλου, άγνωστού μου άντρα
καθώς τον βοηθούσα να περάσει
τη στενή πύλη
— σχισμένες πιτζάμες, μάτια σβηστά
σώμα βαρύ, ασήκωτο
και οι καφέ παντόφλες του
ώρα πολλή μετά
στον πάγκο ξεχασμένες,
να περιμένουν την καθαρίστρια να τις πάρει
ή κάποιον αργοπορημένο άγγελο
να τις μεταφέρει -ψηλά κι αυτές
στον ουρανό.
ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΣΤΑΣΗ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ
Τι περιμένεις γυναίκα άγνωστη
κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο;
Το λεωφορείο δεν θα ‘ρθει.
Ο Έρωτας δεν θα ‘ρθει.
Εκείνος δεν θα’ ρθει.
Μέσα από τις ρυτίδες σου
μπορώ να διακρίνω τη ζωή
που χάνεται
– αυτή την ασπρόμαυρη τηλεόραση
με τον ένα μόνο σταθμό
τις συχνές διακοπές, τα παράσιτα.
Στενά δωμάτια, πολλά παιδιά
υγρασία στα κόκαλα και στην καρδιά
δύσκολα χρόνια
δύσκολα χρόνια
δύσκολα χρόνια.
Δεν είσαι εσύ η γυναίκα
που θαύμασα τις προάλλες στο ΕLLΕ,
δεν σε είδα στην τελευταία ταινία
του Αντονιόνι ή τον Τρυφώ
δεν άκουσα να σε υμνούν
μεγάλοι ποιητές και ζωγράφοι.
Περνάς κάθε μέρα ανάμεσα μας
ανώνυμη, σχεδόν αόρατη
περιμένοντας πάντα κάτι
που δεν θα ‘ρθει ποτέ,
γράφοντας κατά διαστήματα
κραυγές απογνώσεως
με το έμμηνο αίμα σου στον αέρα,
με φόντο τον, εξαίσια γαλάζιο,
αττικό ουρανό.
ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗ
Είκοσι χρόνια πεθαμένη την είδα στη θέση
που ήταν το πηγάδι τον παλιού σπιτιού.
«Πρέπει ν ‘ ασπρίσω έρχεται Πάσχα» μου είπε.
Κοίταζα πάνω απ’ τον ώμο της στο αντικρινό
οικόπεδο, εκεί που το πρωί χαλούσαν
τον κόσμο τα παιδιά: ένα παλιό στρώμα,
σακούλες πλαστικές, μια σπασμένη λεκάνη,
κουτιά κόκα-κόλα, σκουπίδια.
Εδώ ήταν το σπίτι της κυρά Ευθυμίας,
εδώ ζούσε με την αδελφή της τη Μαρίνα
τη γεροντοκόρη, εδώ ερχόταν κάθε μέρα
η Μαριάνθη Μπαλαμπάνη, το χρόνο – μια ζωή –
ξεγελώντας με τεχνάσματα, τα πράγματα
τρυφερά αιχμαλωτίζοντας στα γαλανά της
μάτια, σα να ‘θελε να μη τ’ αποχωριστεί ποτέ.
Όταν η νύχτα έπεφτε έβλεπα
και τις τρεις τριγύρω απ’ το μαγκάλι
—μοίρες καλές— να ζωντανεύουν ίσκιους
απ’ το παρελθόν και να μιλούν για τόπους
μιας Πατρίδας που δε γνώρισα: Σερίκιοϊ
Σεβδίκιοϊ, Σμύρνη, Μαινεμένη.
Μαριάνθη Μπαλαμπάνη, κυρά Ενθύμια, Μαρίνα
ελάτε στο μικρό σπίτι να συνεχίσετε
την κουβέντα που αφήσατε στη μέση
κι ανάψτε πάλι το μαγκάλι σας τώρα
που το χιόνι έχει σκεπάσει τις ψυχές
και κανένα ρούχο, κανένα, φως, καμιά φωτιά
δε φαίνεται ικανή να μας ζεστάνει.
Περιεχόμενα:
Ο βυθός της γκαζόζας || Το δάσος των εκρήξεων || Ηλικιωμένες μαργαρίτες || Ερωτογράφημα || Τα δέντρα τρέχουν βιαστικά || Το αόρατο νήμα || Τέσσερα αδέσποτα ποιήματα
Βιογραφικο
Ο Νίκος Λάζαρης γεννήθηκε το 1947 στη Νίκαια του Πειραιά, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Λυκόβρυση, όπου και κατοικεί μόνιμα. Σπούδασε Δημοσιογραφία και Κινηματογράφο. Επαγγελματικά, ασχολήθηκε αρχικά με τη δημοσιογραφία (δημοσιογράφος σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά) και στη συνέχεια, με τη διαφήμιση (κειμενογράφος και διευθυντής δημιουργικού τμήματος σε πολυεθνικές διαφημιστικές εταιρείες). Εργάστηκε επίσης ως Καλλιτεχνικός διευθυντής στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λυκόβρυσης (1994-2002) και ως διευθυντής στο Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος-Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης» (2003-2006). Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1974, με τέσσερα ποιήματα στον τόμο «Κατάθεση ’74». Ακολούθησαν πέντε ποιητικές συλλογές και η συγκεντρωτική έκδοση (εκτός εμπορίου) «Ο βυθός της γκαζόζας και άλλα ποιήματα» (1995). Ο Νίκος Λάζαρης διετέλεσε μέλος της συντακτικής επιτροπής στα λογοτεχνικά περιοδικά «Γράμματα και Τέχνες» και «Πλανόδιον», ενώ με την ιδιότητα του κριτικού λογοτεχνίας, συνεργάζεται με τη «Νέα Εστία» και το «Πλανόδιον». Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας συγγραφέων.










Ο φίλος Γιώργος Μύαρης μας έγραψε από την Κύπρο: …μάθε ότι χτες κηδεύτηκε στην Κέρκυρα, λίγα μέτρα από τον τάφο του Διονύσιου Σολωμού και του Ντίνου Θεοτόκη ο αθόρυβος λυρικός του περιοδικού “Πόρφυρα”, ο Δημήτρης Ι, Σουρβίνος, θανών εις Αθήνας ξημέρωμα Σαββάτου.
“όπως την άσπρη γραμμή
που αφήνει πίσω του
το πλοίο σαν φεύγει”
“κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλήσει στον υπόνομο”
“και με τη βοήθεια τον ανέμου
χάνεται εκεί που το μάτι
σβήνει τον ορίζοντα”
“Σαν σε ακτινογραφικό μηχάνημα με διαπέρασε
η έκκληση και το σώμα μου ανάλαφρο,
πειθήνια υπάκουσε”
“Τι περιμένεις γυναίκα άγνωστη
κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο;
Το λεωφορείο δεν θα ‘ρθει.
Ο Έρωτας δεν θα ‘ρθει”
“και κανένα ρούχο, κανένα, φως, καμιά φωτιά
δε φαίνεται ικανή να μας ζεστάνει”
Είχα διαβάσει κάποτε μια κριτική του κ. Λάζαρη για τη “Χλόη Θερμοκηπίου”. Αναρωτιέμαι-εξ αφορμής και πρόσφατων γεγονότων στο Ποιείν-τι θα είχε να πει η Κική Δημουλά για τους στίχους αυτούς, εφαρμόζοντας τους ίδιους άξονες κριτικής;
Η διαφορά ανάμεσα στον Λάζαρη και την εθνική ποιήτρια της Παπανδρεοκαραμανλικής Ελλάδας δεν εμπίπτει στην περιχή της κριτικής. Τις αστειότητες που γρ΄φει σήμερα η Δημουλά, ο Λάζαρης τις έγραφε πριν πολλά πολλά χρεόνια, όταν ήταν διαφημιστής, για τις ανάγκες των καλσόν και των τσιχλών. Τουλάχιστον έβγαζε το ψωμί του και δεν ισχυριζόταν πως κάνει τέχνη.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Ένας ανώνυμος θα λάμψει το κλέος-το πιστεύω.
Πραγματικά, η Κική Δημουλά είναι περιορισμένης αντίληψης. Όταν έγραφε “Το Λίγο του Κόσμου” και “Το Τελευταίο Σώμα Μου”, δεν είχε αντιληφθεί ότι ζει σε Παπανδεοκαραμανλική Ελλάδα. Έχει, βέβαια, τη δικαιολογία ότι κανείς δεν της το είπε. Αλλά και πάλι, ο ευφυής κάτι τέτοια μπορεί και τα αντιλαμβάνεται. Τοιουτοτρόπως, έγραψε αριστουργήματα, που, ευτυχώς, ελάχιστοι έως κανείς δε θίγει.
Κάπου αργότερα, όμως, εις καλοθελητής της το κάρφωσε. “Ζεις σε Παπανδρεοκαραμανλική Ελλάδα”, της είπε. Έκτοτε, γράφει αστειότητες. Δεν το ξεπέρασε ποτέ.
Σύρουμε γραμμή. Ο κ. Λάζαρης, σήμερα, γράφει αριστουργήματα (άραγες ξέρει ότι ζει σε Παπανδρεοκαραμανλική Ελλάδα;). Στο βάθος, αυτός θα έπρεπε να είναι ο εθνικός ποιητής (ποιας Ελλάδας; Ανώνυμων των Ελλήνων, βεβαίως).
γρ΄φει
χρεόνια
να όταν το μένος οδηγεί την πένα
παραλείπονται γράμματα
προστίθενται άλλα…
Kαι η ανωνυμία καλύπτει την οργή;
(όχι, την αποκαλύπτει)
Δεν αγγίζετε την Δημουλά κύριε.
Ήταν, είναι, και θα είναι κορυφαία
Ας την προσπεράσουν ΕΑΝ μπορούν
(να την παρακάμψουν αδύνατον)
Τι κρίμα που η ανάρτηση ήταν για άλλο, κι έφερε τόση κακία..
Και προς τι;
Αυτό είναι η ποίηση; Αυτό είναι τα άτομα που αγαπούν την ποίηση;
Αυτά;
Έτσι εκφράζονται, διαγράφοντας;
Με εμπάθεια, με μίσος;
Αν είναι έτσι, οι άνθρωποι που –δήθεν- αγαπούν την ποίηση,
την κηδεύουν κάθε μέρα
(αφού φονεύσουν τους δημιουργούς της)
Κανένα μίσος. Καμιά εμπάθεια. Θυμώσατε επειδή δεν θέλετε να ακούτε αρνητικά για το είδωλό σας και κατασκευάσατε ένα σύμπτωμα που μου το χρεώσατε. Εγώ λέω πως το “Ενός Λεπτού Μαζί” είναι κακό διαφημιστικό σλόγκαν. Αν δεν αντιδρούσατε σαν πιστός χριστιανός, όταν ακούει να αμφισβητούν πως η λατρεμένη εικόνα του δακρύζει, θα μπορούσα να σας εξηγήσω γιατί τα λουλούδια και τα πουλάκια μέσα στα καδράκια δεν είναι ποίηση ακριβώς. Αλλά αφού σας ικανοποιεί το μεγαλείο της Δημουλά, λίγο με κόφτει.
Φαίνεται, Ανώνυμε, πως η κ. Δημουλά δεν ήταν η γυναίκα που θαυμάσατε τις προάλλες στο ΕLLE…
Πικρία είδατε και όχι θυμό.
Σεις θυμώσατε και ως θυμωμένος γράψατε. Σπεύδοντας.
Ήταν εμφανές.
Επίσης εμφανές είναι ότι είστε εμπαθής. Εν θερμώ γράψατε, εν θερμώ επιλέγετε με ποιον εκ των δυο που σας αντετέθησαν (τον κ.Μουζάκη ή εμένα) θα ασχοληθείτε. Επιλέξατε τον πιο εύκολο στόχο. Και μου αποδώσατε άκριτα και αβασάνιστα τον ρόλο του μισότυφλου οπαδού.
Εάν είχατε ασχοληθεί λίγο περισσότερο των 4-5 ποιημάτων με την ποίηση της Κ.Δ δεν θα την χαρίζατε στα λουλουδάκια και τα πουλάκια κι άλλα που υπαινίσσεστε ότι ταιριάζουν σε αναγνωστικά της Γ’ δημοτικού (ή μήπως πάρα κάτω;)
Αλλά η διαγραφή είναι πιο απλή από την εμβάθυνση.
Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Έχετε δικαίωμα να μην σας αρέσει αυτό που αρέσει στους πλείονες. Έχετε δικαίωμα και να το κατακρίνετε. Έχετε επίσης δικαίωμα να έχετε πιο εκλεπτυσμένα γούστα από τους πολλούς, την μάζα, τον σωρό. Πιο “intellettuale”…
Όμως δεν νομίζω ότι έχετε δικαίωμα να προκαλείτε.
Αυτό κάνατε.
Εγώ απλώς -και αυτό ήταν εμφανές στο σημείωμά μου- πικράθηκα με την μιζέρια του καθενός: να γκρεμίζει τόσο εύκολα, ενώ δεν του είναι μπορετό να κτίσει.
Αυτό δεν είναι ίδιον των ποιητών, κύριε.
Δεν ξέρω αν το κάνουν οι μοδίστρες πχ.
Διότι αυτές τουλάχιστον όταν κατακρίνουν την δουλειά του αλλουνού, παράγουν και κάτι. Προσφέρουν κάτι εκτός από αφορισμούς και διαγραφές συνολικού έργου.
Σε αυτό η πικρία μου για τον κόσμο των “ποιητών”
Επιπλέον: Η ανάρτηση για τον Ν. Λάζαρη βάλλεται έτσι.
Κακώς, έχει πολλά άξια να σχολιαστούν θετικά.
Δεν θα συνεχίσω.
Είστε μόνος σας, σεις και οι ριπές σας.
Προβλέπω πως θα συνεχίσετε.
Θα με ενδιέφερε η άποψή σας, Ignis, επί του διατί είσθε ο εύκολος στόχος (κι εγώ ο δύσκολος, αν κατάλαβα καλώς), στο βαθμό που έχετε την καλοσύνη να μου την πείτε.
Πολύ ευχαρίστως κ. Μουζάκη αν και ερχόμενη εδώ έτσι, πάλι σφάλω με άσχετο μήνυμα σε ανάρτηση αφιερωμένη σε παρουσίαση βιβλίου.
(κι ότι είπα πως θα σιωπήσω!)
Ας το γράψω ως το παιχνίδι των διαφορών:
Είσαι παλαιός διαβάτης του Ποιείν, εγώ νέος .
Συμμετέχετε πολύ συχνά στα σχόλια. Η γραφή σας είναι ορθή και εύστοχη. Τα δικά μου ίχνη εδώ είναι πρόσφατα και τελούν κάτω υπό καθεστώς “παρακολούθησης”(!) για να διαπιστωθεί τι μέρος του λόγου είμαι (αν θα με λαμβάνει κανείς υπ’όψιν δηλαδή)
Έχετε συγγράψει, έχετε παρουσιαστεί. Εγώ όχι (και ούτε πρόκειται)
Είστε επώνυμος. Εγώ και πάλι όχι (από πείσμα)
Είστε άντρας. Εγώ όχι (οι γυναίκες “προσφέρονται’”, είναι πάντα εύκολοι στόχοι διότι έχουν αδυναμίες συναισθηματικής φύσεως)
(κι ένα παράδειγμα υπαναχώρησης άρα και αδυναμίας: είπα ότι θα σιωπήσω αλλά χάρις στο σχόλιό σας επανέρχομαι. Αυτό είναι δηλωτικό αδυνάμου χαρακτήρα)
Έχετε συμπάθειες στο χώρο, φίλους και γνωστούς. Οικείους. Εγώ είμαι ξένη.
Αυτά γενικά.
Ειδικά τώρα:
Γράψατε ένα ευφυές και ειρωνικό σχόλιο στον ανώνυμο αναγνώστη και επικριτή.
Κάτι δύσκολο να απαντηθεί, ει μη μόνον στο ίδιο μήκος κύματος, πράγμα που προϋποθέτει ευελιξία γραφής, ευστοχία, έμπνευση στιγμής.
Κι εγώ επέκρινα, αλλά όχι υπαινικτικά, κατευθείαν. Και το κυριότερο, στο αρχικό μου σχόλιο ξεκίνησα διαβλέποντας πάθος, μένος, βιασύνη δηλ. αποτελέσματα οργής στην γραφή του ανώνυμου αναγνώστη. Η γραφή πάντα προδίδει το πρόσωπό μας, αρκεί να βλέπει κανείς ψύχραιμα κι από απόσταση τον άλλον, και φυσικά να είναι εξαιρετικά παρατηρητικός. Μια ιχνηλασία δηλαδή, προθέσεων.
Αλλά κανείς δεν θέλει να είναι διάφανος στους άλλους. Οπότε εμένα σταμάτησε διότι από εμένα εθίγη.
(Ελπίζω να σας απάντησα ικανοποιητικά)
κ. Μίχο, δεν διαφωνώ με αυτό που λέτε για την κόπωση (και έκπτωση ίσως;) όποιος είναι πολυγραφότατος θα υποκύψει και σε λάθη, λογικό είναι.
Το σύνολό της υπερβαίνει το καλό, είναι το έξοχο πέρα από θεοποιήσεις κλπ. Κανείς δεν γίνεται επειδή κάποιοι θέλουν. Κανείς δεν πλασάρεται αν δεν είναι καλός, αν δεν αξίζει. Το λίγο, ό,τι και να κάνουν οι παρασκηνιακοί, δεν μπορεί να επιβληθεί, αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει στα πήλινα πόδια του.
Και ναι, έχει μανιέρα. Εντονότατη. Μα δύσκολη να την μιμηθεί κανείς χωρίς να γίνει φαιδρός, πρέπει να είναι κάποιος εξαιρετικά ταλαντούχος για να ανακατέψει έτσι λέξεις χωρίς να φαίνεται ότι απλώς παίζει με αυτές σε μίξερ στίχων. Να τις κατέχει, να κυριαρχεί στις έννοιές των, τις βαθύτερες. Κι όχι να έχει ένα λεξικό από δίπλα και να προσπαθεί να εντυπωσιάσει.
Το θέμα είναι ότι ήταν καινοτόμος σε αυτήν την μανιέρα της. Δεν μιμήθηκε. Και είπε πολλά στους στίχους της που χαράσσουν.
Τι έχει να πει κανείς για εκείνο το «Πέρασα»
Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει
Αυτή η περήφανη αποδοχή κι επίγνωση, πόσο βαθύς πρέπει να είναι κάποιος για να την αποτυπώσει έτσι…
Ποίηση είναι αυτό που αγγίζει.
Έτσι απλά.
Η ποίηση δεν είναι διθύραμβοι ή παιάνες κι εμβατήρια, φαμφάρες με βαρύγδουπες λέξεις και δυσνόητες. Υπάρχει και ο δυναμικός τρόπος γραφής, δεν αντιλέγω, μα κάθε “γροθιά στο στομάχι” δεν είναι απαραίτητα ποίηση, μπορεί να είναι, μπορεί όμως στα χέρια ενός ατάλαντου να είνα σκέτη μπουνιά…
Η ποίηση είναι η σιγανή μελωδία των αισθήσεων, κάτι σαν ψίθυρος, σαν θρόισμα φύλλων στην σιωπή του δάσους.
Η μουσική των λέξεων όταν αυτές επιτέλους συναντώνται στο πεντάγραμμο των στίχων .
(τώρα αν αυτό άλλοι το βλέπουν για πουλάκια και λουλουδάκια, δικαίωμά τους. Μόνο ας μείνει κάπου τόπος για εμας τους μικρούς να αφουγκραζόμαστε μακριά από κραυγές και ιαχές, ήσυχοι αυτό το παρήγορο το θρόισμα..)
Να μεταχειριστώ ένα παράδειγμα για αυτό που μόλις είπα
(ποίηση είναι)
“και οι καφέ παντόφλες του
ώρα πολλή μετά
στον πάγκο ξεχασμένες,
να περιμένουν την καθαρίστρια να τις πάρει
ή κάποιον αργοπορημένο άγγελο
να τις μεταφέρει -ψηλά κι αυτές
στον ουρανό”
Η κατακλείδα του 5ου ποιήματος της ανάρτησης. Αυτό που αφήνει.
Ποίηση.
Διαβάζω αργά και με δαιμονική απόλαυση τα σχόλια. Και πρότι αρνητική κριτική περιορισμένη στο άνευ -επί του παρόντος δηλαδή, όχι ελλείψει-αποδείξεων, συνυπογράφω και με τας δύο χειρας
στα περί διαφημιστικού σλόγκαν-και κακού μάλιστα, εύκολες λύσεις και προπαντός πάντα οι ίδιες…αφήστε που καθώς μπήκε με ευκολία εδώ και χρόνια στα διδακτικά εγχειρίδια η Δημουλά καταξιώθηκε στον ένα και μοναδικό κανόνα του συστήματος και του σχολείου.
Πώς θα μπορούσε ν’ αποδείξει κανείς, br, ότι είναι κακό ένα γλωσσικό σχήμα που του δημιουργεί την αίσθηση του κακού; Μόνο να εντοπίσει τον μηχανισμό μέσω του οποίου έχει αυτήν την αίσθηση μπορεί. Τι γίνεται, λοιπόν, με το «Ενός Λεπτού Μαζί». Είναι επέμβαση στην κοινή φράση «Ενός Λεπτού Σιγή». Το «Μαζί» έχει αντικαταστήσει το «Σιωπή» και ως εκ της θέσεώς του στο νέο περιβάλλον, φορτίζεται αφ’ ενός με την γλωσσική (νοηματική, συναισθηματική) αξία της λέξεως σιωπή και αφ’ εταίρου με την γλωσσική αξία της φράσεως. Η νεόκοπη φόρτιση, στο επίπεδο της λέξεως, συνδέει την συνεύρεση με την σιωπή. Δηλώνει, δηλαδή, ότι υπό ορισμένες συνθήκες η επικοινωνία έχει την αξία της σιωπής. Στο επίπεδο της φράσεως, η νεόκοπη φόρτιση συνδέει το πένθος ¬-το οποίο εκφράζεται με την τήρηση ενός λεπτού σιγής- με την βιαστική συνεύρεση των ανθρώπων, η οποία περιορίζει την επικοινωνία και καταντά πένθος για την χαμένη ευκαιρία επαφής. Ως ποιητική τακτική, η πρακτική αυτή διαθέτει την αξία της, η οποία όμως περιορίζεται, αφού θυμίζει περισσότερο την τεχνική με την οποία εργάζονται οι διαφημιστές και οι δημοσιογράφοι. Ως ποιητική στρατηγική, δεν διαθέτει καμίαν αξία, αφού αυτό που μας λέγει είναι κάτι που γνωρίζει ο καθένας μας: είναι κοινός τόπος –με τον οποίον αρχίζουν τα άρθρα τους όλοι οι δημοσιογράφοι- ότι η επικοινωνία στις ημέρες μας είναι έλλειψη επικοινωνίας και ότι κάθε προσπάθεια επικοινωνίας καταντά αποτυχία, λόγω έλλειψης χρόνου. Αν έργον της ποιήσεως είναι η αναπαραγωγή των κοινών τόπων με την χρήση καλολογικών στοιχείων, τότε τα ποιήματα της Δημουλά διαθέτουν αξία. Ποία όμως είναι αυτή η αξία; Η αίσθηση θαυμασμού η οποία προκαλείται από την επιτήδεια κατασκευή ενός γλωσσικού σχήματος. Αυτό το είδος τέχνης ονομάζετε Conceptual και θεμελιώνεται επί της νωθρής αρέσκειας του πλήθους να βλέπει διαφορετικούς συνδυασμούς των ακλόνητων πεποιθήσεών του, των αντικειμένων του περιβάλλοντός του. Είναι απολύτως βέβαιον ότι πολύ σύντομα, το πλήθος των καταναλωτών ποιήσεως, θα αρχίσει να αισθάνεται ανία με τα ποιήματά της, και θα αναζητήσει άλλα ψυχοδηλωτικά ποιήματα. Όταν ο ποιητής εξαντλεί την δύναμή του στον χαρακτηρισμό ενός τραπεζιού ανακρίσεως ως «γρονθοκοπημένου», μας προσφέρει μίαν άσκηση ρητορικής. Μαθητική.
Όλα αυτά μου θύμισαν την ατάκα του Τζίμη Πανούση,κάθε φορά που έπρεπε να διακόψει τη ραδιοφωνική του εκπομπή για διαφημιστικά μηνύματα:
“Και σε λίγο…πάλι Χαζοί!”
……………………………….
Το λογοπαίγνιο επί του τίτλου μιας ποιητικής συλλογής δεν ξέρω αν μπορεί από μόνο του να δηλώσει την ποιητική αξία ενός ολόκληρου βιβλίου.
Αναρωτιέμαι ποιο μη κοινό τόπο περιμένει κανείς από τον ποιητή να εκφράσει….Τα νοήματα είναι περιορισμένα κι αυτό που μπορεί να ποικίλλει κάθε φορά νομίζω πως είναι ο τρόπος εκφοράς τους.
Μην περιμένουμε από τους ποιητές να ανακαλύψουν κάτι νέο-αλλά να δούμε με νέα μάτια το ήδη γνωστό…
Και κάτι άλλο:
αν κάποιους ενοχλεί η μανιέρα ενός ποιητή,αυτό σημαίνει ότι τον ενοχλεί η επανάληψη των ίδιων εκφραστικών τρόπων και όχι η απουσία πρωτοτυπίας ως προς το περιεχόμενο.
Μα αναρωτιέμαι και ποιος δε διαθέτει μια τέτοια “μανιέρα”.Μήπως κι ο μέγας Ελύτης δεν είχε τυποποιήσει προς το τέλος τους “ποιητικούς του μηχανισμούς” που δε δίσταζε κάθε φορά να κινητοποιεί;….
Μήπως όμως αυτό είναι εν τέλει και το ποιητικό ύφος;…
KOIMHΣΟΥ ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΠΙΠΙΛΗΣΩ
Ή ΟΤΑΝ ΞΕΡΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙ ΔΙΨΑΣ
Ομολογώ πως δε θα μιλούσα αν ο αγαπητός κ. Μίχος δεν είχε υποκλιθεί.
Ανώνυμε, μας είπατε ότι
“Ποία όμως είναι αυτή η αξία; Η αίσθηση θαυμασμού η οποία προκαλείται από την επιτήδεια κατασκευή ενός γλωσσικού σχήματος”.
Εφόσον η επιτήδεια κατασκευή γλωσσικού σχήματος είναι μέρος του κακού, υποθέτω ότι γνωρίζετε ποιήματα και ποιητές που στιχουργούν μακράν του κακού της επιτήδευσης. Δε χρειάζεται, δε, να σας ζητήσω να μου τους υποδείξετε, μιας και έχει καταστεί σαφές ότι ο κ. Λάζαρης είναι ένας από αυτούς.
Επιτρέψτε μου, όμως, Ανώνυμε, να επισημάνω, ότι η αντίληψη της επιτήδευσης που καταθέσατε στο σεβαστό δικαστήριο είναι λίαν αδύνατη. Και τούτο, διότι επιλέξατε να βλέπετε την επιτήδευση στην παραποίηση κοινότοπων φράσεων, θέαση απολύτως μεροληπτική και αποκλειστικώς σχετιζόμενη με το προσωπικό σας γούστο. Εγώ, από την άλλη μεριά, θεωρώ ότι η ποιητική τέχνη συλλήβδην είναι conceptual, και άρα συλλήβδην επιτηδευμένη-για να μην ήταν, θα έπρεπε να εκφέρεται εξομειωμένη με τον καθημερινό λόγο. Ο ποιητής είναι δεδομένο ότι έχει ποικιλοτρόπως και ανεξιχνιάστως (από άποψη νευροφυσιολογίας) αναζητήσει τρόπους να εκφραστεί. Η ποίηση δεν ξεπήδησε ωσάν ατίθασο περιστέρι από μέσα του, άνευ της αδείας του.
Ξέρω, βέβαια, πως αυτές οι διαπιστώσεις δε θα σταματήσουν ούτε εσάς ούτε τον υπόλοιπο κόσμο στο χαρακτηρίζειν επιτήδευση ότι, απλώς, εις κάθε περίπτωση δεν αρέσει (ταπεινώνοντας το σημαίνον επιτήδευση στο σημαινόμενο τζιζ κακό): τα καλολογικά στοιχεία, το λιτό στίχο, τους νεολογισμούς, την παραποίηση κοινότοπων φράσεων, τη σωματοποίηση εννοιών. Ο καταλογισμός επιτήδευσης είναι σε όλα πανεύκολος-με μια επιτήδευση, καθαρίζεις.
Σημαντικότερη, όμως, από την αντίληψη της επιτήδευσης, Ανώνυμε, είναι η αντίληψη της ποίησης. Σεις, λοιπόν, δείτε την ποίηση εδώ
“κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλήσει στον υπόνομο”
κι αφήστε όσους ασύλληπτους να τη βλέπουν αλλού:
“Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια
άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός
υπάρχει”
Διανοητές σαν εσάς, δεν μπορεί, θα επιτρέψουν τα ρίγη των αστειοτήτων στην πέτσα των αστείων.
Τι σας συμβαίνει, κ. Μουζάκη; Εγώ δεν μίλησα περί επιτηδεύσεως. Χαρακτήρισα επιτήδεια (ενδεδειγμένη δια την εκτέλεση ενός έργου) και όχι επιτηδευμένη (προσποιητή) την κατασκευή ενός γλωσσικού σχήματος. Καταλάβατε με λανθασμένο τρόπο μία λέξη και χαλάσατε τόσες άλλες λέξεις προκειμένου να επιχειρηματολογήσετε. Επιπλέον, μην με ζαλίζετε με τον κύριο Λάζαρη. Αν είχα σχηματίσει κάποιαν άποψη δια την αξία ή μη των ποιημάτων του θα την εξέθετα. Ο υπογράφων ως «kyriaz» διατηρεί τουλάχιστον την ικανότητα να αντιλαμβάνεται σωστά τις λέξεις. Θα ήθελα όμως να του ειπώ ότι η ποίηση κατέκτησε την θέση της εις τον πολιτισμό επειδή μεγάλοι ποιητές απεκάλυψαν ιδιάζουσες διαστάσεις του ανθρωπίνου βίου, οι οποίες δεν ανήκαν εις το σύνολον των εν ενεργεία ιδεών. Ας αναλογιστούμε τον Φάουστ, τον Προμηθέα, τον Άμλετ, τον Πρόσπερο, τον Οδυσσέα -και του Τζόυς- τον Κρητικό, τον Στρατή Θαλασσινό. Επιπροσθέτως, η άποψη συμφώνως προς την οποίαν τα νοήματα είναι περιορισμένα δεν συνάδει προς ουδεμία εκ των διδασκαλιών περί ανθρωπίνου πνεύματος, προς ουδεμία εκ των επιστημών, οι οποίες μελετούν την ανθρώπινη διάνοια. Τέλος, το ύφος συνίσταται εξ όλων των σταθερών στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν έναν δημιουργό, αλλά δεν αρκεί δια να τον χαρακτηρίσουμε μεγάλο. Η έννοια του ύφους είναι απολύτως περιγραφική και όχι αξιολογική. Εκπίπτει εις αξιολογική, όταν η κενότητα μίας δραστηριότητας επιχειρεί να καλυφθεί μέσω των τεχνικών στοιχείων της.
Παρανόησα, ανώνυμε. Θεώρηση ότι η επιτηδειότης είναι τζιζ κακό εξαιτίας επιτηδεύσεως, μιας και θυμίζει τακτικές διαφημιστών. Τα κάνω κάτι τέτοια λάθη.
Μιλήστε μας, μαιτρ, για τις ιδέες που αναδύθηκαν από τα έργα των σπουδαίων, τις έξω από τις εν ενεργεία του καιρού τους. Φωτίστε περαιτέρω. Εγώ είμαι αγράμματος-θεωρώ ότι απαξάπασες προϋπήρχαν.
Για την επιστήμη, έχετε δίκιο. Το νέο νόημα το περιμένει από την ποίηση. Ίσως την εξιχνίαση της προέλευσης της ζωής και της ύλης. Την αποκρυπτογράφηση του θείου. Τους περιορισμούς της γονιδιακής ιδιοσυστασίας στον καθορισμό της συμπεριφοράς.
Υπάρχουν, πράγματι, εξωγήινοι;
κ. Μίχο μην με απογοητεύετε….. θέλω να πιστεύω ότι οι φελλοί επιπλέουν μεν, δεν επιβιώνουν δε. Βέβαια και υπάρχει παρακμή παντού, αλλά χωράει αυτό στην ποίηση, στην τέχνη γενικότερα; Ιδίως όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός. Ο χρόνος πιστεύω πάντα φέρνει αποτέλεσμα, και σαφώς πολλοί εντυπωσιάζουν στην πρώτη ακόμα παρουσία τους (πολλά τα παραδείγματα στον χώρο της συγγραφής) και μετά το κενό, αλλά αυτά είναι τα εύκολα και εύπεπτα για την μάζα. Τα εμπορικά που στοχεύουν στα “πιασάρικα”, στον προσεταιρισμό του γούστου της απαίδευτης πλέμπας (τι απαξιωτικός όρος…ντροπή μου!) και δεν επιζούν στον χρόνο. Με το πέρας της 50ετίας θα έχουν γίνει χαρτοπολτός, τι ωραία!
Πιστεύω πως δεν γίνεται να μείνει κάτι στο πέρασμα του χρόνου, αν δεν αξίζει. Ο χρόνος θα φιλτράρει και θα δώσει το απόσταγμα της αξίας.
Επομένως το θέμα είναι ποιος θα επιζήσει του θανάτου του….για τον βιολογικό μιλάω, μια και εν ζωή όλοι χτυπούν αυτό που δεν μπορούν να φτάσουν. Μετά είναι που αρχίζουν να το σέβονται τόσο, ώστε να αρχίσουν να σιωπούν περισσότερο, και να μιλούν αν υπάρχει κάτι να ειπωθεί. Τότε κατασταλάζει και η αξία.
Τώρα για τον κ. Λάζαρη είπα την γνώμη μου στο σχόλιο ν. 13. Αυτό το ποίημα μου άρεσε πολύ και θα το ξεχώριζα από όλα. Πάντα ένα καλό τέλος δικαιώνει το προηγούμενο ή και το αναιρεί εάν δεν οδηγεί κάπου, δεν “φέρει” κάτι.
Αλλά δεν είμαι σε θέση να κρίνω ένα σύνολο ποιημάτων, αφού πολλά αγνοώ. Ως καλός (θέλω να πιστεύω) αναγνώστης, προσεκτικός και αθεράπευτος βιβλιόφιλος (αν και όχι όπως τον παρουσιάζει ο Εκο ως συλλέκτη, δεν με ενδιαφέρει η συλλογή, μα η μελέτη, η γνώση) όταν θα διαβάσω όλο το βιβλίο θα είμαι σε θέση να εκφράσω μιαν άποψη. Πάντα με τα δικά μου κριτήρια όμως που -όπως εξυπακούεται- θα είναι προσωπικά. Επομένως μια απλή άποψη θα είμαι σε θέση να εκφράσω και όχι μια σοβαρή κριτική.
Θα συμφωνήσω και θα επικροτήσω απόλυτα το δεύτερο μέρος στο σχόλιο ν. 19 του κ.Κυριαζή, καθώς και στο ν. 20.
κ. Μουζάκη, εξαιρετικά τα παραδείγματα που επιλέξατε. Ας απενοχοποιηθεί η “επιτήδευση” ή έστω ας παύσει να είναι τόσο περιεκτική ως όρος. Σε ένα ποίημα, ή έτσι ή αλλιώς, επιδιώκουμε να συμπτύξουμε και να τραβήξουμε την προσοχή στα νοήματα-συναισθήματα που θα εκθέσουμε, προς τι λοιπόν να αποκλεισθούν αυτά τα μέσα; Είναι φορεσιές του ίδιου σώματος. Αν δείχνουν σε ορισμένους αποκριάτικες μεταμφιέσεις, δεν είναι κακό, κι αυτά ενδύματα είναι. Καλύπτουν κι αποκαλύπτουν ακόμα.
Κι αν θα είχα να παρομοιάσω κάτι, ο τρόπος της Δημουλά σε αυτό το βεστιάριο μου θυμίζει …Βενετία! Περίτεχνο, καλόγουστο, και ευρηματικό. (και όχι Ρίο και χύμα)
Αλλά αυτά είναι γούστα.
Να προσθέσω κάτι για να είμαι δίκαια, χαίρω για το νέο (;) πρόσωπο του επιμένοντα ανωνύμως σχολιαστού. Αυτό μάλιστα, με επιχειρήματα και θέσεις. Αξιοπρόσεκτα, και δύσκολα να αντικρουσθούν.
Και αυτό το Ποιείν με ελκύει. Όχι να αφορίζει, μα να συζητά σε επίπεδο κατά πολύ ανώτερο του μέσου όρου του συνήθους στα διαδικτυακά δρώμενα. Αν μάλιστα λείπανε και οι …”κονταρομαχίες” (που όπως είδα είναι σπορ αρκετά συχνό), θα ήταν ως και Εδέμ!
Συνεχίστε, σας απολαμβάνω (σαν τον br, “δαιμονικά”, αλλά από την άλλη πλευρά του σταδίου, στους “Δημουλακικούς”) και επιτρέψατέ μου να σιωπήσω από τούδε, μόνον και μόνον για να σας “ακούω” καλύτερα.
Ανώνυμε,
αν κρίνετε τη Δημουλά με βάση τον Shakespeare και τη βρίκετε κατώτερη,νομίζω ότι σ’ αυτό δε θα διαφωνούσε ούτε κι η Δημουλά… 🙂
Επιμένω πάντως ότι από έναν ποιητή μάλλον ζητάμε να μας αναπαρθενεύσει το βλέμμα μας προς τα πράγματα κι όχι τα πράγματα αυτά καθαυτά…
Κι αυτό επιτυγχάνεται με μια πρωτότυπη εκφορά ήδη γνωστών “μηνυμάτων”.
Τα έργα που αναφέρατε αποτελούν φόρμες με τις οποίες οι δημιουργοί προσπάθησαν να εκφράσουν μέσω ενός μύθου κάτι που ίσως και να ήταν κοινότοπο,με τις δικές τους πάντα ευαίσθητες κεραίες.
Δε διεκδικούν μια “άρση της πραγματικότητας” ,μιας κι η ίδια η πραγματικότητα είναι αυτή που τροφοδοτεί όλους τους μύθους.Η σημασία του έρωτα,το υπαρξιακό άγχος,η έλλειψη επιοκοινωνίας,η στάση του ατόμου απέναντι στηνεξουσία κτλ. σίγουρα αποτελούν κοινούς τόπους για την ποίηση και τη λογοτεχνία.
Η φόρμα(γλώσσα,μύθος,”καλολογικά στοιχεία” όπως τα λέτε κτλ)μπορεί να διεκδικήσει την πρωτοτυπία ή όχι.
Ο προορισμός είναι κοινός κι οι νέοι δρόμοι που φτάνουν σ’ αυτόν,δεν τον αλλάζουν…
Πάντως η κουβέντα λοξοδρόμησε και νιώθω κι εγώ ένοχος γι’ αυτό.
Νομίζω πως τα ποιήματα του Νίκου Λάζαρη είναι αρκετά αξιόλογα κι είναι κρίμα να μιλάμε γι’ άλλα.
Εγώ προσωπικά δεν πρόκειται να συνεχίσω…
Θα μ’ ενδιέφερε περισσότερο ν’ ακούσω σχόλια γι’ αυτά τα ποίηματα…
Η λοξοδρόμηση, νομίζω, έχει ένα ελαφρυντικό: της ενδιαφέρουσας συζήτησης.
Δε νομίζω, Γιάννη, ότι τέθηκε θέμα γενικής συγκρίσεως μεταξύ μορφών της ποιήσεως. Τέθηκε, νομίζω, το θέμα της αποστολής της ποιήσεως, το οποίο, ως το κατάλαβα από τον ανώνυμο, δεν είναι ζήτημα εκφραστικής ισχύος, αλλά φιλοσοφικής ανάδυσης ιδεών.
Θα περιμένω, λοιπόν, εναγωνίως να πληροφορηθώ τις ποιητικοφιλοσοφικές αναδύσεις, τις προηγουμένως αδιανόητες, στον Κρητικό και αλλού.
Κυρίως θα τις περιμένω στο κομμάτι του έργου της Δημουλά που δεν ήταν “αστειότητες”-διότι ο ανώνυμος παραδέχεται ότι υπάρχει τέτοιο. Και για να γίνω πιστευτός
“Τις αστειότητες που γρ΄φει σήμερα η Δημουλά”
αυτά είναι λόγια του ανώνυμου. ΣΗΜΕΡΑ. Χθες, επομένως, ή προχθές, η Δημουλά συνέβαλε στην ανάδυση των νέων ιδεών, αναδείκνυε τα νέα νοήματα, τα προηγουμένως ανενεργά.
Εγώ, όμως, ξέρω ότι μια Δημουλά υπάρχει, η της απώλειας, του Άθου, της Μεγάλης Εβδομάδας και των αγαλμάτων. Δημουλά του πρωτοϊδωμένου νοήματος δεν ξέρω.
Ο ανώνυμος, όμως, ξέρει. Ας μας τη δείξει.
Εκτός αν έγραφε πάντα αστειότητες, και το “σήμερα” είναι εκ παραδρομής.
Ή-γιατί μπαΐλντισα-εκτός αν είναι άλλα αστειότητες.
Η κουβέντα λοξοδρόμησε (ευτυχώς) αλλά ο λόγος δεν λαθεύει ποτέ. Ίσως όλα τα παραπάνω να υποσημαίνουν ένα και μόνο γεγονός: πως ο Λάζαρης θα μείνει στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας μόνον ως κριτικός, και μάλιστα στην ευρεία χορεία εκείνων που καλλιέργησαν την αρνητική κριτική με σωστές αποτιμήσεις και λανθασμένα μέσα. Πριν από την Δημουλά (όλο το ιστορικό του σάλου που προκάλεσε μπορείτε να το βρείτε ατόφιο εδώ:
http://www.hridanos.gr/volume05/proseggiseis/index.php
), τα είχε βάλει με τον Σαχτούρη, και μετά με τον
Μέσκο…και τον Γκανά, σε βαθμό που να κάνει τον τελευταίο να μας εκμηστηρευτεί δημόσια πως ο ποιητής δεν είναι “Μπούμκα”, που πρέπει να κάνει κάθε χρόνο νέο παγκόσμιο ρεκόρ. Ο ποιητής μπορεί να πήδηξε κάποτε ψηλά, αλλά τις επόμενες φορές μπορεί και να πηδήξει κάτω από τον πήχυ…
Καλά έκανε ο Λάζαρης και χτύπησε τις ατέλειες των τελευταίων έργων των μεγάλων ποιητών που ζουν ακόμη ανάμεσά μας, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Δημουλά προχώρησε την ελληνική γλώσσα ένα βήμα παραπέρα, ο Μέσκος τη συμφιλίωσε με το δημώδες, το οποίο πήρε σε μια ιδανική σκυταλοδρομία ο Γκανάς και το απογείωσε κι ο Άγιος Σαχτούρης πάλεψε μια ζωή να μεταγλωττήσει τους εφιάλτες από τη γερμανική και τη γαλλική στην ελληνική γλώσσα…Ο Νίκος Λάζαρης ποιητικώς πέφτει από το ίδιο μαχαίρι που πρόταξε στους “μεγάλους”. Αυτά τα πέντε-έξι ποιήματα είναι όλη κι όλη η κατάθεσή του στην Τράπεζα της Τέχνης: στέρεα, αντιρητορικά, μες στον αιώνα και την συγκεκριμένη εποχή της γραφής τους διαβάζονται ακόμη και μας συγκινούν επειδή είναι ο φόρος που πλήρωσε στη γενιά του…
Για να λοξοδρομήσουμε κι άλλο την κουβέντα, τα συγκεκριμένα ποιήματα είναι από την Ανθολογία “Γενιά του ’70”, εκδόσεις Όμβρος, Αθήνα 2001 με επιμέλεια Δημήτρη Αλεξίου και εισαγωγή Αλέξη Ζήρα. Την επιλογή των ποιημάτων την έκαναν οι ίδιοι οι ποιητές, οι οποίοι απέστειλαν και τα βιογραφικά σημειώματα και το απάνθισμα των κριτικών σημειωμάτων για το έργο τους…Θα με ρωτήσετε τι έπιμελήθηκε ο Αλεξίου; Mα να πλασάρει μέσα στην “μνημειώδη” Ανθολογία τον ΕΑΥΤΟ του, τίποτα άλλο…
Αγαπητέ Κυριαζή, τα ποιήματα του Λάζαρη έχουν επιπλέον μια ξεκάθαρη φωνή…αλλά η συνέχεια είναι μάλλον στο σχόλιό σας για τον Χρήστο Μιχαήλ, οπότε θα συνεχίσω εκεί…
“Εδώ τελικά βρεθήκαμε…
Καθισμένοι
στο ολισθηρό οδόστρωμα
της ικεσίας,
ρακένδυτοι clochard
απορριπτόμενων λέξεων,
εκδιωκόμενοι επαίτες
λησμονηθέντων στίχων
εδώ τελικά βρεθήκαμε…
να φτιάχνουμε άλυτα σταυρόλεξα
προσπαθώντας να χωρέσουμε
τα γράμματα ποιητών
μέσα σε κακοσχεδιασμένα
τετράγωνα λογικής
εδώ τελικά βρεθήκαμε…
μονομάχοι με δανεικά σπαθιά
σε αρένες εξαγνισμένες
απο ξένο αίμα.”
Γιατί φωνασκείτε κάτω
απο αλλότρια φεγγάρια;
Κατακτήστε δικούς σας λόφους
ν’αλυχτάτε με την άνεσή σας.
ακόμα και οι τυμβωρύχοι
στην σιωπή εργάζονται…
Με Εκτίμηση
_Σκοτεινή Πριγκήπισσα_
Το ποίημα δεν έχει προορισμό
Στοιχειωμένο τρένο, ακαταπαύστως πάνω στις ράγες του χρόνου
Περνάει από παντού και κάνει στάσεις παντού
Άλλοι το βλέπουν και για άλλους είναι αόρατο
Διαλέγει αυτό τους επιβάτες του
Απαιτείται κόμιστρο, ακριβό των αισθήσεων.
Υ.Γ. Για την αναγκαιότητα της αλληλεξόντωσης
Εγώ πάντως πιστεύω ότι το ποίημα έχει πολλαπλούς προοορισμούς, ή και έναν. Πάντως δεν πλανάται έτσι. Ανώνυμε ευχαριστώ δια την εμπεριστατωμένη ανάλυση…μήπως είσθε φιλόλογος; μήπως συγγράφετε εγχειρίδια δια μαθητάς και φοιτητάς;
br, κι εγώ πιστεύω ότι το ποίημα απλώς πηγαίνει…. Ξεφεύγει από τον δημιουργό του και “διατίθεται” σε όποιον το δει. Σε όποιον μπορεί να το δει. Και όπου θέλει ας πάει, ας οδηγηθεί. Μερικές φορές συμπίπτει η κατεύθυνση αυτή με την κατεύθυνση που είχε κατά νου ο δημιουργός του, όταν οδυνηρά (συνήθως) το γέννησε. Άλλοτε όχι. Αλλά δεν παύει να είναι το ίδιο αξιοπρόσεκτη αυτή η κατεύθυνση με αυτήν την αρχική. Σε μια άλλη διάσταση το νόημα, αν μπορώ να το πω έτσι.
Αρκεί το ποίημα να μην χλευάζεται από κανέναν, και κυρίως από αυτούς που δεν μπορούν να το δουν, να το εννοήσουν. Τους τυφλούς που εμμένουν να αποβιβαστούν σε αυτό, μη βλέποντας ούτε τα λίγα σκαλιά που οδηγούν, μη βλέποντας την θύρα. Προσκρούουν στους υαλοπίνακες των παραθύρων και βλέπουν αυτό που έχουν πίσω τους, και τον εαυτό τους μαζί να καθρεπτίζεται. Την καθαρότητα της μορφής των, στις προθέσεις των.
Να μην χλευάζεται, με προσοχή να το εγγίζουμε, ιδίως όταν δεν το βλέπουμε καθαρά. Γιατί το ποίημα έχει πάντα μέσα του -έτσι να κυλάει στον χρόνο- την ψυχή του ποιητή του.
Το διάβασα στην Περισυναγωγή Διαδικτυακής Ποίησης και το αντιγράφω:
Όταν
η άπνοια χλευάζει την όποια προσπάθεια
να σαλέψει έστω ένα φύλο συναίσθημα
όταν τα επίπεδα δεν καμπυλώνονται από το βάρος της ανίας τους
αλλά σπάνε κατευθείαν
όταν λείπει η απαιτούμενη περίσσεια
πώς να βγάλει κανείς βόλτα τις λέξεις
και πού να τις πάει…
KATARAMENOS’ WEBLOG
“Όμως αυτό που τελικά αφήνει μέσα μου η κερδισμένη γνώση το αισθάνομαι περισσότερο ως κάτι πικρό, θλιμμένο”
Παρομοίως…
Αλλά δεν το απεμπολώ, ακόμα κι αν ήταν δυνατό κάτι τέτοιο. Και έτσι γίνεται σύμφυτη η θλίψη, βλασταίνει πάνω στην πικρία της αποδοχής.
Δέντρο του Ήλιου χάρισμα (ελαιόδεντρο ή πεύκο σκιερό;) , μου φώτισε την μέρα το να βρω κάτι τέτοιο αφημένο εδώ, πετράδι τρυφεράδας να λαμπυρίζει. (και καταλληλότερη δεν μπορούσες να βρεις, άρα δική μου είναι η ευγνωμοσύνη, κι άσε με να ξέρω εγώ γιατί…). Κι όχι για τα καλά σου λόγια, αλλά διότι είναι φως, καθαρό φως, να συναντάς ανθρώπους τόσο να (συν)αισθάνονται. Κι ακόμα και μες τις διαφωνίες τους, να σέβονται τον λόγο του άλλου, όμοια με τον δικό τους. Οπουδήποτε κι αν είναι αυτό δυνατό, είτε έξω από την φωτεινή οθόνη, είτε εντός, μια που σπανίζει πλέον. Ανάμεσα σε συνομιλίες και σχέσεις βαβέλ, παρακάμπτοντας ακιδωτές λέξεις απολήξεις σκαντζοχοίρων που βάλλουν κατά της νηνεμίας του νου, μερικά πράγματα πάντα θα στέκουν σαν ευλογία. Νησίδες οάσεις, να βρίσκεις κουράγιο για να συνεχίζεις την ίδια πορεία: εκεί που σε πάει το ίχνος θεότητας που φυλάς εντός σου. Κι όχι τ’άλλα, τα ζωώδη, τα φθοροποιά, που σιδηροδέσμιο σε πάνε στον τελειωμό σου.
Τελικά, το πιο δύσκολο είναι το να αφήσουμε πίσω μας για πάντα την προβιά του είδους που αρχικά πλαστήκαμε και να θρώσκουμε, άνω..
Προς τα αστέρια; (που έλεγε και ο Ουάιλντ) Μάλλον κατά κει. Και ας είμαστε στην λάσπη βυθισμένοι. Μα ποτέ με αυτήν πλασμένοι.
ΥΓ. μήπως αυτό είναι η Ποίηση;
Να είστε βέβαιη Ignis πως αυτό είναι ποίηση: οι κραυγές οδύνης που αφήνει ο άνθρωπος, όταν μες από το άθλιο παραθυράκι του κελιού των μαρτυρίων του αντικρίζει ένα κομμάτι παράφορα μελανού ουρανού να φωτίζεται από την ακατανόητη ζεστασιά των αστεριών. Τα μαρτύρια των ανθρώπων τ’ αντέχει ο άνθρωπος. Τη θέα των ουρανών δεν αντέχει. Ξέρει πως από τα μαρτύρια των ανθρώπων δεν μπορεί να ξεφύγει, πως δεν υπάρχει πιο έξω από το ενθάδε του κτήνους, πως ο θάνατος μπορεί να φτάσει και να είναι κάποτε σπλαχνικός. Όμως ο ουρανός είναι μια πρόκληση ελευθερίας, ο ουρανός λέει στον άνθρωπο πως υπάρχει κάπου, κάποτε, κάτι άλλο, και του το χρεώνει αυτό το άλλο, με τον τρόπο που χρεώνει η δίψα την επιθυμία για δροσιά. Χιλιάδες χρόνια και είμαστε ακόμα στο ίδιο σημείο: δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί υπάρχει τόσο σκοτάδι γύρω μας και γιατί μια πέτρα περιφέρεται μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι με τόση επιμονή. Γι’ αυτό επιμένει η ποίηση. Όπως επιμένει και ο έρωτας. Μόνο η ποίηση και ο έρωτας αξίζουν κάτι. Όλα τ’ άλλα είναι σκουπίδια πάνω στο χώμα. Από την στιγμή που οι άνθρωποι ανακάλυψαν τον τροχό, ήταν βέβαιο πως θα κατασκευάσουν σύγχρονα αυτοκίνητα. Από την στιγμή που οι άνθρωποι αξιοποίησαν τη φωτιά, ήταν βέβαιο πως θα διασπάσουν το άτομο. Όμως από την στιγμή που ερωτευτηκαν και τραγούδησαν για πρώτη φορά, η πρώτη αυτή φορά επαναλαμβάνεται σε κάθε έρωτα, σε κάθε ποίημα. Ένα μόνο δεν βλέπω με κακό μάτι: την προβιά. Είναι εντελώς αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ μη ανθρώπινος άνθρωπος. Ο πρωτογονισμός είναι κατασκευή του πολιτισμού, υπό την εξής έννοια: ταυτίζουμε τον άνθρωπο με την τεχνολογία. Λάθος, νομίζω. Μπορεί να μην είχαν πλούτο πόρων, αλλά είχαν κι αυτοί καλλιέργεια. Δες τι παράξενο που είναι: ανάμεσα σ’ ένα μπούμεραγκ και σ’ ένα σύγχρονο μίξερ υπάρχει τεράστια διαφορά. Όμως ανάμεσα σ’ ένα ερωτικό τραγούδι των ιθαγενών της Αυστραλίας και σ’ ένα ερωτικό ποίημα από τη σημερινή Ευρώπη, η ζυγαριά ενδέχεται -κάποτε- να κλείνει προς το πρωτόγονο τραγούδι των ιθαγενών. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πως ο πρωτογονισμός είναι ένα μύθευμα του πολιτισμού μας· χωρίς ν’ αμφιβάλω για τις αρετές του. Απλά, οι αρετές αυτές ζητούν να γίνουν υπόδειγμα για τα πάντα. Ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ προβιά. Μόνο ψυχή. Η προβιά είναι κάτι που φανερώνεται, όταν η λάμψη της ψυχής, που προστατεύει το κτηνώδες μηδέν, σβήσει. Η προβιά είναι ο τρόπος με τον οποίο η εποχή μας προσπαθεί να παραστήσει την αιωνιότητα.
Τα ποιήματα του Λάζαρη δεν είναι τίποτε άλλο παρά εφηβικές αδέξιες περιπλανήσεις σε κοινότατους ποιητικούς τόπους. Η γραμμή που σβήνει πίσω από το πλοίο απαντά ως έκφραση στο πρώτο τυχαίο ντοκυμαντέρ του Αντ1. Επίσης η ρυτίδα της κυρίας στη στάση είναι κατευθείαν αντιγραφή της κυρίας Νικολακοπούλου.
Τον Ελύτη νόμισε πως τον έπληξε κάποιος Κοββατζής, τον Σεφέρη κάποιος Παναγιωτόπουλος, τη Δημουλά κάποιος Λάζαρης. Τους θυμάται κανείς;
Γέλως
γεια σας,διαβασα τα παραπανω πολυ ενδιαφεροντα κ.Μιχος ,κ. ignis πολυ πολυ συμφωνο με τι λετε και πως τα λετε…καλη συνεχεια!!!
και μια και ”μιλαμε” για ποιηση {φοβερο του Σαχτουρη} να και ενα ‘δικο’μου.αν υπαρχη κεφι και χρονος σχολιαστε το να Δω και γω πως ακουγεται παραεξω…Ευχαριστω εκ των προτερων.Καλη Αναγνωση Φιλοι μου..
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΣΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΦΕΛΛΗΝΙΚΟ
ΔΙΑΝΥΕΙΣ ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
ΑΚΟΥΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΧΤΥΠΑ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ
ΕΞΕΤΑΖΗΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΟΥ ΝΑ ΔΕΙΣ “ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ”
ΤΙ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ…
”ΒΛΕΠΗΣ” ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΗΣΥΧΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΗΣ…
ΣΥΝΕΧΙΖΗΣ ΝΑ ΖΗΣ΄ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΗΣ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΟΡΑ
ΣΥΝΝΑΜΑ ΒΟΥΤΑΣ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΑΟΡΑΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΤΗΝ ΚΟΛΥΜΠΑΜΕ.
ΧΩΡΙΣ ΗΡΩΙΣΜΟΥΣ ΑΥΤΗ Η ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ {ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΣ}
Ο.Ι.