28222213.jpg

ΣΑΝ ΧΟΡΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ
Κράτα με στη -μνήμη σον
σαν ένα χόρτο τρυφερό
που άκαιρα φύτρωσε
μες στα χαλάσματα
κι έχασε εκεί το πρόσωπό του,.
καθώς δάσος αφρισμένο
μετά από δυνατή βροχή,
όπως πέτρα δύσκολη
που δεν μπόρεσες
κράτα με
όπως την άσπρη γραμμή
που αφήνει πίσω του
το πλοίο σαν φεύγει.

ΕΡΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑ
(απόσπασμα) ΙΕ
Σε κοιτώ από το πλάι — φυσάει.
Η νύχτα μας μετατοπίζει

σε άλλα σχήματα, σε άλλες εποχές
με διαφορετικά υλικά

εγγράφεται τώρα ο ήχος μας.

Κυλιόμαστε σε μια σκοτεινή

ακρογιαλιά — χώρα. θανάτου.

Μέσα από τα ρούχα μας περνούν

οι παγεροί διαβάτες.

ΚΗΦΙΣΙΑ
Ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΗΤΑΝ ΒΡΟΧΕΡΟ

Οι εικόνες τον υγρού προαστίου που αγαπήσαμε
θα σβήσουν η μια την άλλη αναιρώντας,
τα χρώματα θα πέσουν με ορμή στο νερό,
οι δρόμοι που βαδίζουμε
στο ίδιο πάλι αρχικό σημείο θα ενωθούν.
Και δεν θα ‘ναι μάτι ανθρώπου,
θα ‘ναι ζώο αυτό που θα μας κοιτάζει
στο σκοτάδι.
Τα σώματα που μας άγγιξαν θα μείνουν

για λίγο μετέωρα πριν το κενό τα καταπιεί,

οι χειρονομίες μάταια θ ‘ ανακληθούν,

η βροχή θα πέφτει χωρίς να χτυπά

τα πλήκτρα της ψυχής μας.
Και δεν θα ‘ναι κερί, θα ‘ναι η σελήνη

των ποιητών που θα λιώσει

στα δάχτυλα μας
Ο λόφος που φαίνεται από το παράθυρο
αθώος θα γείρει, τρομαγμένος
του ποταμού το στόμα θα ξεραθεί,
κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλήσει στον υπόνομο.
Και δεν θα ‘ναι χάδι αυγής φευγάτης
θα ‘ναι χέρι ξυλιασμένο
ο άνεμος που θα μας χτίζει στα κράσπεδα.
ΠΑΡΑΛΙΑ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Ζέστη Ιουνίου, εικόνες χωρίς συνοχή,

θάλασσα που δεν καθρεφτίζεται

ακόμη εντός, φώτα

που δεν ανάβουν παρά μόνον

όταν αγγίζουν το ανέκκλητο όριο της μνήμης.

Είμαστε εδώ, Κυριακή,
στην παραλία που πολέμησε ο Κυναίγειρος,
χιλιάδες σώματα υπερυψωμένα λίγο
πάνω απ’την άμμο,
άνθρωποι αιωρούμενοι,
από έναν ανεξήγητο, αρχέγονο πόνο
φουσκωμένοι,
όπως αυτό το Θαλάσσιο αερόστατο
που ανεβαίνει -ψηλά θεαματικά
και με τη βοήθεια τον ανέμου
χάνεται εκεί που το μάτι
σβήνει τον ορίζοντα.

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ “ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ”

Οδηγούσα τη μητέρα με την αναπηρική καρέκλα

στο βρώμικο διάδρομο τον νοσοκομείου,

όταν αισθάνθηκα τον πανικό στην είσοδο,

άκουσα το κλάμα της νεαρής κοπέλλας

και τις φωνές των — ψύχραιμων συνήθως —

τραυματιοφορέων που με καλούσαν να συνδράμω.

Σαν σε ακτινογραφικό μηχάνημα με διαπέρασε

η έκκληση και το σώμα μου ανάλαφρο,

πειθήνια υπάκουσε

εθισμένο στην απλή και άδολη τέχνη

του Ανθρώπου
από μια, βαθύτερη, πανάρχαια Ζωή.

Και με άγγιξε τότε ζεστός ο θάνατος

αυτού του πανύψηλου, άγνωστού μου άντρα

καθώς τον βοηθούσα να περάσει

τη στενή πύλη
— σχισμένες πιτζάμες, μάτια σβηστά

σώμα βαρύ, ασήκωτο

και οι καφέ παντόφλες του

ώρα πολλή μετά

στον πάγκο ξεχασμένες,
να περιμένουν την καθαρίστρια να τις πάρει

ή κάποιον αργοπορημένο άγγελο

να τις μεταφέρει -ψηλά κι αυτές

στον ουρανό.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΣΤΑΣΗ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ

Τι περιμένεις γυναίκα άγνωστη

κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο;

Το λεωφορείο δεν θα ‘ρθει.

Ο Έρωτας δεν θα ‘ρθει.

Εκείνος δεν θα’ ρθει.

Μέσα από τις ρυτίδες σου

μπορώ να διακρίνω τη ζωή

που χάνεται
– αυτή την ασπρόμαυρη τηλεόραση

με τον ένα μόνο σταθμό

τις συχνές διακοπές, τα παράσιτα.

Στενά δωμάτια, πολλά παιδιά

υγρασία στα κόκαλα και στην καρδιά

δύσκολα χρόνια

δύσκολα χρόνια

δύσκολα χρόνια.

Δεν είσαι εσύ η γυναίκα

που θαύμασα τις προάλλες στο ΕLLΕ,

δεν σε είδα στην τελευταία ταινία

του Αντονιόνι ή τον Τρυφώ

δεν άκουσα να σε υμνούν

μεγάλοι ποιητές και ζωγράφοι.

Περνάς κάθε μέρα ανάμεσα μας

ανώνυμη, σχεδόν αόρατη

περιμένοντας πάντα κάτι

που δεν θα ‘ρθει ποτέ,

γράφοντας κατά διαστήματα

κραυγές απογνώσεως

με το έμμηνο αίμα σου στον αέρα,

με φόντο τον, εξαίσια γαλάζιο,

αττικό ουρανό.
ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗ
Είκοσι χρόνια πεθαμένη την είδα στη θέση

που ήταν το πηγάδι τον παλιού σπιτιού.

«Πρέπει ν ‘ ασπρίσω έρχεται Πάσχα» μου είπε.

Κοίταζα πάνω απ’ τον ώμο της στο αντικρινό

οικόπεδο, εκεί που το πρωί χαλούσαν

τον κόσμο τα παιδιά: ένα παλιό στρώμα,

σακούλες πλαστικές, μια σπασμένη λεκάνη,

κουτιά κόκα-κόλα, σκουπίδια.
Εδώ ήταν το σπίτι της κυρά Ευθυμίας,
εδώ ζούσε με την αδελφή της τη Μαρίνα
τη γεροντοκόρη, εδώ ερχόταν κάθε μέρα
η Μαριάνθη Μπαλαμπάνη, το χρόνο – μια ζωή –
ξεγελώντας με τεχνάσματα, τα πράγματα
τρυφερά αιχμαλωτίζοντας στα γαλανά της
μάτια, σα να ‘θελε να μη τ’ αποχωριστεί ποτέ.
Όταν η νύχτα έπεφτε έβλεπα

και τις τρεις τριγύρω απ’ το μαγκάλι

—μοίρες καλές— να ζωντανεύουν ίσκιους

απ’ το παρελθόν και να μιλούν για τόπους

μιας Πατρίδας που δε γνώρισα: Σερίκιοϊ

Σεβδίκιοϊ, Σμύρνη, Μαινεμένη.
Μαριάνθη Μπαλαμπάνη, κυρά Ενθύμια, Μαρίνα
ελάτε στο μικρό σπίτι να συνεχίσετε
την κουβέντα που αφήσατε στη μέση
κι ανάψτε πάλι το μαγκάλι σας τώρα
που το χιόνι έχει σκεπάσει τις ψυχές
και κανένα ρούχο, κανένα, φως, καμιά φωτιά
δε φαίνεται ικανή να μας ζεστάνει.
Περιεχόμενα:
Ο βυθός της γκαζόζας || Το δάσος των εκρήξεων || Ηλικιωμένες μαργαρίτες || Ερωτογράφημα || Τα δέντρα τρέχουν βιαστικά || Το αόρατο νήμα || Τέσσερα αδέσποτα ποιήματα

Βιογραφικο
Ο Νίκος Λάζαρης γεννήθηκε το 1947 στη Νίκαια του Πειραιά, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Λυκόβρυση, όπου και κατοικεί μόνιμα. Σπούδασε Δημοσιογραφία και Κινηματογράφο. Επαγγελματικά, ασχολήθηκε αρχικά με τη δημοσιογραφία (δημοσιογράφος σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά) και στη συνέχεια, με τη διαφήμιση (κειμενογράφος και διευθυντής δημιουργικού τμήματος σε πολυεθνικές διαφημιστικές εταιρείες). Εργάστηκε επίσης ως Καλλιτεχνικός διευθυντής στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λυκόβρυσης (1994-2002) και ως διευθυντής στο Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος-Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης» (2003-2006). Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1974, με τέσσερα ποιήματα στον τόμο «Κατάθεση ’74». Ακολούθησαν πέντε ποιητικές συλλογές και η συγκεντρωτική έκδοση (εκτός εμπορίου) «Ο βυθός της γκαζόζας και άλλα ποιήματα» (1995). Ο Νίκος Λάζαρης διετέλεσε μέλος της συντακτικής επιτροπής στα λογοτεχνικά περιοδικά «Γράμματα και Τέχνες» και «Πλανόδιον», ενώ με την ιδιότητα του κριτικού λογοτεχνίας, συνεργάζεται με τη «Νέα Εστία» και το «Πλανόδιον». Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας συγγραφέων.