
Προκλητικό σκαλίζω τον οργισμένο παλμό μου
Σε βράχο βασαλτικό, Κρανίου τόπος,
Χριστέ μου, ο ποιητής που λάτρεψα,
Σε πούλησα, Θεέ μου.
Ονειρεύτηκα κάθε όνειρο που στιγμάτισε την καρδιά σου,
Έζησα σαν να ʽμουνα η ψυχή σου, σωσίας σου στη σκιά σου,
Σʼ έστεψα, απʼ όλους τους ανθρώπους εγώ·
Τότε σε αγαπούσα.
Τώρα σε πούλησα, παντοδύναμε βασιλέα,
Ότι Ζωή είνʼ η αγάπη μου, είναι το πάν μου.
Ότι είχα κι εγώ οράματα κραταιά,
Καθώς οι ποιητές μονάχα έχουν.
Τα χείλια σου ιερά δεν χλευάζουνε τη φωτιά μου,
Η αυτοκρατορία σου πάνσεπτη δεν ήταν για μένα,
Ένα κορίτσι θέλει λεφτά, να φορέσει μετάξια,
Με θέλει εδώ.
Είμαι θαρρείς ποταπός; Η ζωή στερείται νοήματος,
Έχασʼ ο Λόγος την υπέροχη σημασία του;
Γιατί θνητός να δελεάζομαι
Από την πληρωμένη ηδονή;
Τώρα το σκαλισμένο μου βράχο εκσφενδονίζω στην άβυσσο,
Θα τρέμει για αιώνες η γη
Και κατεστραμμένο το μέλλον, μάτια παραιτημένα
Θα με κοιτούν με εμπάθεια.










Απέραντα ελεήμων και απέραντα ανελέητος ο Ιησούς, εξάντλησε το αυστηρό βλέμμα του, στην ένοχη καρδιά του Ιούδα. Για να υπάρξει ο συμβολισμός της αιματηρής προδοσίας. Ο συμβολισμός της Ενοχής. Και ο Ισκαριώτης δεν είχε άλλη επιλογή απο το να κρεμαστεί απο την σιωπηλή κρίση του δασκάλου του. Αν δεν υπήρχε όμως αυτός ο προδότης, αυτός ο στασιαστής, αυτός ο Εχθρός, πώς θα ολοκληρωνόταν αυτό το υπέροχο δράμα που κορυφώνεται στην Σταύρωση; Όταν μιλάει ο Ιούδας, θα έπρεπε να μιλάει ο μέγιστος μαθητής… Ο συνδημιουργός της τελευταίας πράξης. Δυστυχώς όμως αποσιωπήθηκε η συγχώρεση. Ίσως ακόμα να αποσιωπήθηκε και ο έπαινος. Γιατί μέσα στα μάτια του Ναζωραίου που μας παραδόθηκε, υπάρχει και η απαραίτητη ματαιοδοξία.
ΠΗΓΕ ΝΑ ΞΑΡΑΧΝΙΑΣΕΙ ΤΟΝ ΑΔΗ
Σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη του έτους 2008, στις 1 το μεσημέρι, μάζεψε τα λιγοστά υπάρχοντά της –μια χούφτα ανάσα κι ένα κάρβουνο ψυχή- για τον Άδη η Καλομοίρα Μωραΐτη, η γυναίκα που –ως μητέρα της μητρός μου- με μεγάλωσε και με δίδαξε ζωή και γνήσιο λαϊκό λόγο, στον οποίο διέθετε έμφυτο ταλέντο. Η Καλομοίρα γεννήθηκε το 1914 στο Σεβδίκιοϊ της Ιωνίας, μεγάλωσε στα παραδείσια Βουρλά, και ήρθε στην Ελλάδα το 1922, με ματωμένα πόδια από το αίμα των «συνωστισμένων» στο λιμάνι της Σμύρνης. Από τρυφερή ηλικία εργάστηκε ως οικιακή βοηθός σε ανθρώπους που την σεβάστηκαν ως προσωπικότητα, άσχετα από την ιδεολογία της και τις ιδεολογίες τους: ο δικτάτορας Πάγκαλος, ο συνδικαλιστής Λάσκαρης και ο υπουργός γιος του, ο βιομήχανος Στεφανούρης. Η Καλομοίρα αγάπησε και παντρεύτηκε τον τεταρτοδιεθνιστή Αλέξανδρο Μωραΐτη, τον οποίο έχασε υπό τραγικές συνθήκες, στα 1944, από χέρι κατακτητή. Έκτοτε, αφιέρωσε τη ζωή της στην εργασία και την ανατροφή του παιδιού της, των παιδιών των συγγενών, των εγγονιών και των δισεγγονιών της. Βαθιά θρησκευόμενη και ακλόνητα σοσιαλίστρια, πίστευε πως η τυραννία έχει τρεις ρίζες: τη Βασιλεία, το Κεφάλαιο και το Ιερατείο. Όταν πληροφορήθηκε πως αυτή ήταν και η άποψη του –άγνωστού της- Θεόφιλου Καΐρη, είπε: «Σε ποια φυλακή πέθανε αυτός;». Όταν έμαθε πως πέθανε στη φυλακή της Σύρου, είπε απλά: «Θεός σχωρέσ’ τον. Τον δικό μου τον σκότωσαν στου Αβέρωφ». Γενναιόδωρη, απροκατάληπτη, εργατική και εξαιρετικά μειλίχια, δεχόταν οτιδήποτε ανθρώπινο ως απολύτως φυσικό. Αντιδρούσε μόνο στην φυσική και πνευματική βρωμιά. Και τη μεν πρώτη την αντιμετώπιζε με άπειρα ξεσκονόπανα, σκούπες, σφουγγαρίστρες, σαπούνια, νερά… Τη δε δεύτερη αντιμετώπιζε με έξαλλη οργή, στη διάρκεια της οποίας ούτε δυνατός άντρας δεν μπορούσε να την αντιμετωπίσει.
Ας αναπαύεται στους αιώνες, αν και το πιθανότερο είναι να παλεύει μέχρι το τέλος της πλάσης να «ξαραχνιάσει» τον Άδη, μουρμουρίζοντας: «Μα τι άνθρωποι μένουν εδώ! Πόσον καιρό έχουν να καθαρίσουν;»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ΥΓ. Συγχωρείστε μου την κατάχρηση κ. Αϊναλή
Ο Ιούδας κρεμάστηκε υπέροχα
Φωνές και κακό τριγύρω μου ν’ αγκομαχάνε
να χαϊδέψουνε τα αυτιά μου λαχανιάζουνε, λυσσάνε,
όμως, αυτά δεν ιδρώνουν δεν περνούν χαμπάρι,
αφού έχει μείνει το σπαθί μες το θηκάρι.
Πολλά σκυλιά γαβγίζουν χωρίς λόγο γυρίζουν,
ξερά τα μάτια από το φόβο, δεν γυαλίζουν.
Πολλή κακία για το τίποτα, πολλά έχουν ειπωθεί
κι ας έχω μάθει πως οι κίνδυνοι κρύβονται στη σιωπή,
κυλάνε και διαβρώνουν τη μαγκιά λόγια αβέρτα,
κρύβει η λέξη τη ζωή και το κύμα τη κουβέρτα
σε καράβι χωρίς μπούσουλα σ’ άναστρη νύχτια
με σκισμένα τα πανιά στα ανοιχτά.
Έτσι και για όσους διάλεξαν ρόλο προδότη
φρόντισε πάντα η συνείδηση να φύγουν πρώτοι
και μπλέξανε με ευλάβεια σκοινί και θηλιά
διαλέξανε γέρο κλαδί και πήγαν σα σκυλιά
δεν βγάλανε μιλιά, τελευταίοι άλλοι μίλησαν
δεν στείλανε φιλιά – πιο τυχεροι, θεό δεν βρίσαν.
Φύγαν μονάχοι πριν έρθει το ξημέρωμα.
Ο Ιούδας κρεμάστηκε υπέροχα.
Πολλές φωνές και κακό για το τίποτα
ντύνονται αλήθεια όλα τα λόγια τα ξετσίπωτα.
Πετιούνται τα συμβάντα όλα στη μπάντα
είναι δειλία η λησμονιά κι όχι αβάντα.
Πολλά κοκόρια λαλούν, να φαν’ κι οι κότες,
γλεντάνε αγκαλιά όλοι οι Ισκαριώτες,
μεθοκοπάνε από το μίσος για τον έρωτα
– ο Ιούδας κρεμάστηκε υπέροχα.
Τριάντα αργύρια στο χέρι σου φαντάζουνε ασήκωτα
και η τριχιά σφίγγει το δέρμα τόσο αλύπητα
που δεν χωράει ο νους και μοιάζει η λύτρωση τρέλα,
αφού έρχεται κοντά σου και σου ψιθυρίζει «γέλα».
Γέλα να μη βρει το δάκρυ ταίρι το χώμα
και ζήσεις το χαμό χίλιες φορές ακόμα,
γιατί τη χάβρα και το όχλο πολλοί καταραστήκαν,
μα μπερδεύτηκαν κι αυτοί στο πλήθος χαθήκαν
ενώ όλοι πάντα θα θυμούνται το όνομα σου αιώνια
κι αν ξεχαστεί θα ‘χει περάσει σα κατάρα με τα χρόνια
σαν τον εφιάλτη ένα ονειρο κακό
θα ζεις ανάμεσα στον ύπνο και το ξύπνο σα στοιχείο
και μ’ ένα παφ- θα παύεις πάλι να υπάρχεις
δικό σου τίποτα στο κόσμο αυτό ποτέ δεν θα ‘χεις.
Πες το ριζικό, άμα θες πες το και τύχη
μα είναι η μοίρα σου που γράφονται για σένα οι στίχοι
αυτοί εδώ που έχουν στερέψει από το μίσος κι έχουν μείνει
με τον οίκτο, μεγάλη ευθύνη.
Είναι τα λόγια τα δικά μου το ίδιο ένοχα
ο Ιούδας κρεμάστηκε υπέροχα
Στίχοι-Μουσική: Active Member
Αγαπητοί φίλοι,
>
> Η “Κοινωνία των (δε)κάτων” καταγγέλλει την παρέμβαση της δικαιοσύνης στην
> απόσυρση από τις Σχολικές Βιβλιοθήκες του βραβευμένου με το Κρατικό
> Βραβείο μυθιστορήματος της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ-ζαγκ στις
> νεραντζιές» ως ωμή παρέμβαση στο έργο της λογοτεχνίας και της
> εκπαίδευσης και ως πράξη λογοκρισίας. Ζητά από το Υπουργείο Παιδείας να
> χρησιμοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για την αναστολή της εφαρμογής της
> απόφασης προκειμένου να διαφυλάξει την ελευθερία της έκφρασης και το
> κύρος των Γραμμάτων και της Παιδείας. Με την πράξη αυτή η Δικαιοσύνη,
> ποινικοποιώντας την τέχνη του λόγου, μας επιστρέφει στο μεσαίωνα.
>
> Αθήνα, 17 Απριλίου 2008
> (Υπογραφές 19 μελών)
>
> Επισκεφθείτε τον παρακάτω σύνδεσμο για να υπογράψετε κι εσείς ή/και
> προωθήστε αυτό το ψήφισμα με όποιον τρόπο εσείς θεωρείτε κατάλληλο.
>
> http://www.gopetition.com/petitions/restore-freedom-of-artistic-creation-and-education-greece.html
>
> Περισσότερα: http://dekata.wordpress.com
Γιώργο Μπλάνα, καλή αντάμωση σε λίγες μέρες-ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει-και καλήν αντάμωση και μαζί της…
Η κυρία Ερση Σωτηροπούλου χάριν οφείλει στο δικαστή κύριο Δημήτριο Γαβαλά και τους συν αυτώ, αφού με την Απόφαση 511 / 18-01-08 το βιβλίο της “Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές” πρόκειται να φθάσει σε πολύ περισσοτέρους μαθητές απ’ όσους αρχικώς είχε αγορασθεί να φθάσει – πρόκειται, δηλαδή, να σπάσει τα προστατευτικά κρύσταλλα των, συνήθως, διπλοκλειδωμένων σχολικών βιβλιοθηκών.
Μακάρι και τα δικά μας κείμενα να τύχαιναν κάποτε μιας αναλόγου καταδικαστικής Αποφάσεως…
Πάντως, επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι, το ψήφισμα της “Κοινωνίας των (δε)κάτων” μιλάει για “πρωτοφανή” (“unprecedented”) δικαστική απόφαση. Λοιπόν, τούτο δεν είναι τελείως αληθές. Ας μην δίνουμε εύσημα για λόγους εντυπωσιασμού μόνον. Χωρίς να πάμε μακρυά, η ίδια η κυρία Σωτηροπούλου έχει “τύχει” αναλόγου αποφάσεως, όταν ανακλήθηκε από τη Ρώμη, όπου κατείχε την θέση της Μορφωτικής Συμβούλου στην εκεί Πρεσβεία μας επί σειράν ετών, με το αιτιολογικό ότι το βιβλίο της “Η Φάρσα” (Κέδρος, 1982) κρίθηκε “πορνογραφικό” και, ως εκ τούτου, μη αρμόζον σε κρατικό λειτουργό (η απόφαση τότε συνοδεύθηκε με φωτοτυπίες σελίδων -πολλών- από το εν λόγω βιβλίο, οι οποίες απεδείκνυαν πώς η κυρία Σωτηροπούλου, απαντώντας στον Ελύτη, είχε βρει το linguaphone της ηδονής).
Με άλλα λόγια: Θέλετε πορνογραφία; Ξεχάστε το διαδίκτυο! Μην τρέχετε στα περίπτερα της Ομονοίας! Αγοράστε Σωτηροπούλου!
Κε Γιώργο Μπλάνα, μου θυμίσατε την ιστορία της γιαγιάς μου, Κλεοπάτρας Τσιλάκη απο το ίδιο χωριό, το Σεβδίκιοι Σμύρνης.
Ας κοιμούνται αναπαυμένοι, μας έδωσαν την σκυτάλη ,μαζί με την αγάπη, την ηθική και τις μνήμες των αισθημάτων τους.
Το καλοκαίρι θα κάνω το ταξίδι που εκείνη ποτέ δεν επιθύμησε να κάνει, που δεν άντεξε να κάνει. Ο κύκλος θα ολοκληρωθεί.