daglarca.jpg

Η εποχή του λίθου

Οι κόρες των ματιών του
Γυαλίζανε στο σκοτάδι,
Και δεν φοβότανε τίποτα.

Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.
Στην είσοδο της σπηλιάς,
Κάποτε καιροφυλακτήσαμε
Και όπως περνούσε
Σπρώξαμε κείνο το βράχο:
Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή
Κι ύστερα τίποτα
Κι ο σύντροφος των νυχτών
Και των δασών σώπασε.

Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,
Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,
Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,
Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.

Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά
Απʼ ό,τι συνιστούσε την ομορφιά του,
Απλά φυλακτά και παράξενα
Που θα είναι τόσο φωτεινά,
Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.

Το τσιμπούσι της νίκης
Στην οικειότητα των πραγμάτων:
Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα
Επιτέλους χορταίνανε.

Ο Ασού

Το έγκλημα του μεγάλο όσο κι ο ουρανός,
Έβαλε το λίθο του ενάντια στο Θεό-Ήλιο,
Άδοντας κάποιαν άγνωστη άρια
Βγαλμένη από τα βάθη του χρόνου…

Ήταν που ήτανε άρρωστος, άγρυπνος, πεινασμένος,
Ήτανε που τα μαύρα πνεύματα είχαν αγγίξει το δέρμα του.
Πάνω στον ουρανό τώρα η μέρα στεκότανε σκυθρωπή
Ζαρωμένα τα δέντρα…

Και τα στομάχια θρεμμένα καθώς κι αυτά των προγόνων
Τη σάρκα του σερπετού, κι εκείνη του αετού,
Κι ακόμα τον άνεμο της φωτιάς και τʼ αστέρια,
Κι εκείνα καυτά.

Η ελαφρότητα του είναι εγχάρακτη επάνω στα μέτωπα,
(Ότι τα πονηρά πνεύματα βυθίζονται σʼ έναν πολύχρωμο ύπνο…)
Ότι τα παράξενα τούτα στολίδια πάνω σʼ όλα τα στόματα
Μοιάζουνε τόσο μʼ εκείνα των παραμυθιών!

Από το βάθος του δάσους αντηχούν τα ταμ-ταμ:
Ασού, Ασού!
Το πράσινο, το κόκκινο, το κίτρινο ουρλιάζουν παράφρονα:
Ασού, Ασού!

Και ο φόβος τυλίγεται
Σε πανάρχαιους πόνους,
Η μιζέρια της σάρκας σιωπά
Σε πέτρες σκαλισμένες στις άκριες.

Το μαύρο αίμα της μαγείας αναπνέει
Μέσα στα κέρατα και τις ρίζες
Μέσα στη μέθη διαυγή κάποιου διαυγούς λήθαργου,
Και η φυγή των θηραμάτων που δραπετεύουν.

Η ένταση του πλάσματος αντηχεί:
Ασού, Ασού!
Στην ισχύ των θεών:
Ασού, Ασού!

Δεν εινʼ ορατό παρά το ασπράδι των ματιών του,
Το στήθος του εκρήγνυται ο τρόμος
Όλη η φυλή στη γυμνότητα
Δεν είναι παρά φωτιά, δεν είναι παρά θάνατος!

Δεν έχει ύπνο, πεινάει ακόμα,
Τα μπράτσα του πέφτουν αδύναμα,
Το σώμα του ζωντανό ήτανε τόσο άτονο,
Το κορμί του νεκρό είναι τόσο λαμπρό!

Κι από τη μοναξιά της γης ο ήλιος να αποσύρεται:
Ασού, Ασού!
Κι η μοναξιά σου μόνη σε ξενυχτά:
Ασού, Ασού!

Ο γιος του Ασού

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,
Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,
Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
Και γω, ο γιος του Ασού, βαθιά μέσα στο βάθος της σκιάς,
Μόνος, λησμονημένος.

Τώρα όλοι πιάνονται
Κάτω από τα ιερά μπαμπού…
Δεν ακούγονται παρά μόνο λυγμοί…
Πονάω παντού τόσο πολύ κι είμαι τόσο πολύ κουρασμένος
Που θα ξεριζώσω το μαύρο από το δέρμα μου…

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,
Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,
Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
Πίστεψα που θα παίζαμε
Όταν τον δέσανε, και βάλθηκαν
Όλοι γυμνοί να χορεύουν!…
Τʼ αστέρια κι η νύχτα, όλα γι αυτούς ήταν ένα…
Η οσμή της σάρκας βαριά,
Και πτηνά με μεγάλα φτερά να πλανώνται ολόγυρα,
Έβρεχε ένας πόνος στα χέρια μου, στον ουρανό
Στην πεδιάδα!

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,
Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,
Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
Και τα πονηρά πνεύματα στριφογυρίζανε στον καπνό
Κι η σελήνη σηκωνότανε τη πείνα των νέων κτηνών.

Και το χορτάρι αιματοβαμμένο δεν σταματούσε νʼ απλώνεται
Και τʼ ακούγαμε από μακριά που δίναμε το θήραμα
Στους γιους των Djinns χωρίς κεφάλι…
Κι η φωτιά έκαψε τη ζεστασιά του πατέρα μου
Κι η σιγή κίτρινη κατακάθεται καθώς που οι αετοί.

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,
Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,
Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
Και το ξέρεις, Θεέ-Ήλιε, εσύ, λαξεμένε στο ξύλο,
Το ξέρεις τι θα σου κάνω;…
Θα σκίσω τη νύχτα καθώς που πτώμα ζωγραφισμένο,
Κρατώντας τα μάτια κλειστά
Ότι κανείς να μη δει αυτό που έχω μες το κεφάλι μου…
Και θα σε κάψω, Θεέ-Ήλιε,
Και του πατέρα μου θα ξαναγεννηθεί η πνοή…

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,
Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,
Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…
Και θα γλιστρήσω στον τρόμο τυφλό,
Βραδύς καθώς το πνεύμα-ερπετό
Σε μια γη ο πόνος μου γεμάτη ρωγμές,
Νιώθοντας τα νύχια μου μαύρα να σπρώχνουνε στη σιωπή
Και το κόκκινο πράμα στην άκρη του που θυμόμαστε
Και θα καείς, Θεέ-Ήλιε, και θα καείς.

Fazil Hϋsnϋ Daglarca (b. 1914)

Ο Fazil Hϋsnϋ Daglarca γεννήθηκε στην Istanbul στις 26 Αυγούστου 1914. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή του Kuleli. Γρήγορα εγκατέλειψε το στρατό για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια πρωτοτυπία. Η ποίηση του είναι συχνά ερμητική. Ο λόγος του μοντέρνος και συχνά ιδιαίτερα δύσκολος, μας σταματά κάποτε με τις έντονα απροσδόκητες εικόνες του. Φαινομενικά δεν εντάσσεται σε καμιά λογοτεχνική σχολή, αν και προσωπικά μου θυμίζει ενίοτε, ίσως εξαιτίας της ʽκαθαρολογικήςʼ χρήσης της γλώσσας, την «καθαρή ποίηση» και τον Paul Valιry. Ίσως, βέβαια, γι αυτό να είναι υπεύθυνη η γαλλική μετάφραση που χρησιμοποίησα…
Fazil Hϋsnϋ Daglarca (b. 1914)

Ο Fazil Hϋsnϋ Daglarca γεννήθηκε στην Istanbul στις 26 Αυγούστου 1914. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή του Kuleli. Γρήγορα εγκατέλειψε το στρατό για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια πρωτοτυπία. Η ποίηση του είναι συχνά ερμητική. Ο λόγος του μοντέρνος και συχνά ιδιαίτερα δύσκολος, μας σταματά κάποτε με τις έντονα απροσδόκητες εικόνες του. Φαινομενικά δεν εντάσσεται σε καμιά λογοτεχνική σχολή, αν και προσωπικά μου θυμίζει ενίοτε, ίσως εξαιτίας της ʽκαθαρολογικήςʼ χρήσης της γλώσσας, την «καθαρή ποίηση» και τον Paul Valιry.

Fazil Husnu Daglarca was born in 1914, in Istanbul. He graduated from Military Academy, and after fifteen years of service, he left the Turkish Armed Forces in 1950. Between 1952 and 1960, he was employed as an inspector; he retired in 1959 and dedicated himself to composing poetry. However, Dağlarcaʼs relationship with literature is rooted in his earliest ages. His literary career was launched at age thirteen, as he won first place in a story contest for students. In 1933, his first poem appeared in the periodical entitled İstanbul. Starting from his years at the War Academy, Fazıl Hüsnü Dağlarca wrote poems for the leading literature magazine Varlık. He also wrote for the publications Yücel, İnkılapçı, Gençlik, Türk Dili, Yeditepe, Yenilik, Kültür Haftası, Çağrı, Devrim, Vatan, Ataç, Türk Yurdu, and Yön. In 1935, his first volume of poetry Havaya Çizilen Dünya appeared, and in 1940, fame found him as his second book Çocuk ve Allah was published. Fazil Husnu Daglarcaʼs poems concentrated on the relationship between the human being and the cosmos, and on the relationship between nature and the supernatural. Yet, the poetry volumes that he published in the 1950s took a different twist and portrayed the relationship between the individual and society, and the relationship between the individual and nature. During the 1960s, social changes that took place in the country caught up with him, and he became increasingly sensitive to domestic and international issues, and aware of national interests. In his poems, he took a stance against exploitation, condemned imperialism, and sympathized with the struggle of abused peoples.

Fazil Husnu Daglarca is also known as the innovator who introduced the epic poem genre into Turkish literature. Fazıl Hüsnü Dağlarca believed that “poetry should emphasize the elements that turn a society into a nation, it should feature its triumphs, and pains.” Indeed, his ardent epic poems earned him a special place in the Turkish literary universe. Fazıl Hüsnü Dağlarcaʼs work is also unusual because of the special emphasis that it placed on children. His poetry sequence entitled Çocuklarda is made up of more than twenty books that targeted younger readers. He said, “My love for children is equal to my love for poetry.” These poems focus on the inquisitive stance that children adopt in the face of nature and the universe, and on the childrenʼs struggle to establish balance between objects and their minds.

One of the most prolific poets of the Turkish literature of the republican period, Fazıl Hüsnü Dağlarca has led a life dedicated to poetry, and preferred not to express himself in any other genre. He is a not only a creative poet who used allegories and symbols that were truly original, but also a sensible citizen who has always been concerned with the problems of his country. Fazıl Hüsnü Dağlarca also focused on the conceptual problems of society, on the situation of children, and on the supernatural. The poet currently resides in Istanbul, and he is still actively composing poetry.

Fazil Husnu Daglarcaʼs Works:

Poetry: Havaya Çizilen Dünya (The World Drawn in Air, 1935), Çocuk ve Allah (The Child and the God, 1940), Daha (More, 1943), Çakırın Destanı (The Epic of Çakır, 1945), Taş Devri (The Stone Age, 1945), Üç şehitler Destanı (Epic of Three Martyrs, 1949), Toprak Ana (The Mother Soil, 1950), Aç Yazı (The Hungry Writing, 1951), İstiklâl Savaşı-Samsun’dan Ankara’ya (The Independence War – From Samsun to Ankara, 1951), İstiklal Savaşı-İnönüler (The Independence War – İnönü and His Friends, 1951), Sivaslı Karınca (The Ant from Sivas, 1951), İstanbul-Fetih Destanı (Epic of the Conquest of İstanbul, 1953), Anıtkabir (Mausoleum of Atatürk, 1953), Asû (Asu, 1955), Delice Böcek (The Crazy Bug, 1957), Batı Acısı (The Pain of West, 1958), Mevlânaʼda Olmak (Being in Mevlana, 1958), Hoo’lar (Hooʼs, 1960), Özgürlük Alanı (Field of Freedom, 1960), Cezayir Türküsü (The Song of Algeria, 1961), Aylam (My Ayla, 1962), Türk Olmak (Being Turkish, 1963), Yedi Memetler (The Seven Memets, 1964), Çanakkale Destanı (The Epic of the Dardanelles, 1965), Dışardan Gazel (Singing an Ode from Outside, 1965), Kazmalama (Digging, 1965), Yeryağ (Soil Oil, 1965), Vietnam Savaşımız (Our Vietnam War, 1966), Kubilay Destanı (The Epic of Kubilay, 1968), Haydi (Come On, 1968), 19 Mayıs Destanı (The Epic of May 19th, 1969), Dört Kanatlı Kuş (A Bird with Four Wings, selected poems, 1970), Malazgirt Ululaması (An Appraisal to the Victory of Malazgirt, 1971), Gazi Mustafa Kemal Atatürk (Mustafa Kemal Atatürk, 1973), Horoz (Rooster, 1977), Hollandalı Dörtlükler (Dutch Quatrains, 1977), Çukurova Koçaklaması (Epic of Çukurova, 1979), Çıplak (Naked, 1981), Kaçan Uykular Ülkesinde (In the Land of Escaped Sleep, 1981), Yunus Emre’de Olmak (Being in Yunus Emre, 1981), Nötron Bombası (The Neutron Bomb, 1981), İlk Yapıtla 50 Yıl Sonrakiler (With the First Work, Those of 50 Years Later, 1985), Dişiboy (Dişiboy, 1985), Takma Yaşamlar Çağı (The Age of Fake Lives, 1986), Uzaklarla Giyinmek (Wearing with Distance, 1990), Dildeki Bilgisayar (The Computer in the language, 1992), O’1923 – Tapınağa Asılmış Gövdeler – Gezi, Mevlana’da Olmak, (Oʼ1923 – The Bodies Hang on the Temple – Travel, Being in Mevlana) – Göbistan (Göbland, 1998), Batı Acısı – Akdeniz – Aç Yazı (The Pain of West – The Mediterranean – The Hungry Writing, 1998), Sevişirlerken (As They are Making Love, 1999).

Childrenʼs Poetry: Açıl Susam (Open, Sesame, Skopje, 1967), Kuş Ayak (Birdy Feet, 1971), Kınalı Kuzu Ağıdı (Wailing of Hennaed Lamb, 1972), Arka Üstü (Falling Back, 1974), Yeryüzü Çocukları (Children of the Earth, 1974), Yanık Çocuklar Koçaklaması (Epic Of Burned Children, 1976), Balina ile Mandalina (The Whale and the Tangerine, 1977), Yaramaz Sözcükler (Naughty Words, 1979), Göz Masalı (The Fairy Tale of Eye, 1979), Yazıları Seven Ayı (The Bear who Liked Writings, 1980), Şeker Yiyen Resimler (The Pictures that Ate Sugar, 1980), Cinoğlan (The Cunning Kid, 1981), Hin ve Hincik (Cunning and Cunningsome, 1981), Güneş Doğduran (That Rises the Sun, 1981), Kaçan Ayılar Ülkesinde (In the Land of Escaped Bears, 1982).