
Φυσάει ένας τοίχος ρωγμή· και το φως ανοίγοντας την κάτεργη
καταγωγή της ύλης στο σκοτάδι. Ένα χέρι· ανδρός· κλειστό κατά την
πέτρα που υπάρχει οργή την επικράτειά της· και η φωνή του
χαμηλή: φλέβα λιγότερο από την έντρομη φορά της. Διαβάζει: […]
το υποκείμενο χρειάζεσαι· ακόμη και στην τρομερή αντιστροφή της
εικόνας σου εντός μου κι ο ίσκιος εκδικεί ως τον άρρωστο· [στοχάσου
πώς πεθαίνει δέντρο μες στο ξύλο του: δες πάλι την σκηνή σε όλο το
δωμάτιο· άδυτος μια ρίζα επιστροφή· και χρόνος: πριν η κάθετη
νύχτα της πληγής].










Παρατηρώ μια πολύ έντονη εσωτερική πραγματικότητα. Οδηγείται όμως σε εξαιρετικά αφαιρετικό κατακερματισμό του λόγου, που δε βοηθά τον αναγνώστη να ακολουθήσει τον ποιητή στα φορτισμένα αυτά μονοπάτια. Θα παρεμβάλλω μια κριτική που είχα διαβάσει σχετικά με το ύστερο έργο του Σκαλκώτα: Όγκος πληροφοριών δυσαφομοίωτος για τον ακροατή.
Με κάθε εκτιμηση και θαυμασμό.