
Παρασκευή βράδυ έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας
Θανάσης Κωσταβάρας, Χαιρετισμοί
Μια κουβέντα του Θανάση Κωσταβάρα με τον Στάθη Κουτσούνη
Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Πρώτης Μεταπολεμικής γενιάς, ο Θανάσης Κωσταβάρας, γεννήθηκε στο Βόλο το 1927. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων, ως Επονίτης, προσχωρεί στον ΕΛΑΣ. Το 1944 τραυματίζεται σε μάχη με τους Γερμανούς. Με το τέλος του πολέμου έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών το 1946. Τον Ιανουάριο του 1949 συλλαμβάνεται στα Εξάρχεια, δικάζεται και μεταφέρεται στις φυλακές Βούρλων. Το Νοέμβριο του 1948 εκτοπίζεται στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Με την απόλυσή του ολοκληρώνει τις σπουδές του και ξεκινά να εργάζεται ως οδοντίατρος, παραμένοντας έως σήμερα μάχιμος, «ταγμένος στο όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο», όπως έλεγε ο ίδιος.
Ήταν παντρεμένος με τη δοκιμιογράφο Αγγελική Κωσταβάρα και είχε ένα γιο.
Από το 1956 που κυκλοφόρησαν τα πρώτα του ποιήματα («Αναζήτηση»), μέχρι σήμερα εξέδωσε είκοσι ποιητικές συλλογές (Ο μουγγός τραγουδιστής, Ιστορήματα, Τα ερωτικά, Ο φόβος του ακροβάτη, Κήποι στον Παράδεισο, Στο βάθος του χρώματος, Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας, Η μακρινή άγνωστη χώρα, κ. ά.)με τελευταία την εκτός εμπορίου αφιερωμένη στην απώλεια της αγαπημένης του Αγγελικής. Έγραψε δοκίμια, διηγήματα, θέατρο, που ανέβηκαν από τη «Δωδεκάτη Αυλαία» (1960) και το Θέατρο Τέχνης την περίοδο 1977-78, ενώ Τα ιερά και τα όσια παρουσιάστηκαν το Νοέμβριο του 1983 από την ΕΤ1. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μανδραγόρας. Αφιερώματα για το έργο του έγιναν από τα περιοδικά Ελί-τροχος, (τχ. 3, 2001), Μανδραγόρας, (τχ. 25, Ιούλιος 2001), Θέματα λογοτεχνίας, κ. ά.
Η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη 23 Οκτώβρη 2007 και ώρα 3.30μμ από το νεκροταφείο Χαλανδρίου.
(από το poeticanet.com)
Σημείωση Ποιείν: Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να προσθέσουμε τίποτα άλλο. Πένθος.










Ισως το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι (αν μου επιτρέπετε) να τον αποχαιρετήσουμε με τα παρακάτω λόγια με τα οποία ο ίδιος αποχαιρέτισε τη γυναίκα του πριν από λίγο καιρό. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτ’ άλλο στην παρούσα φάση..
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΥ
Ένας λυγμός για την αποδημία της Αγγελικής
Ούτε ο θεός σε θυμήθηκε
τις ατέλειωτες ώρες του τέλους σου
ούτε όσο ζούσες οι άνθρωποι
σε είχαν γνωρίσει έτσι όπως σου άξιζε.
Μόνο κάποιοι υποψιασμένοι, σ’ αγάπησαν.
Γιατί εσένα η καρδιά σου
δεν ήταν σαν τα άνθη της βιτρίνας, με τα έντονα φώτα
και τα ψεύτικα χρώματα.
Ένα αγριολούλουδο ήταν.
Σαν αυτά που φυτρώνουν ψηλά, στ’ απόκρημνα βράχια.
Κι έξω από κάποιους παράτολμους
μόνον ο αγέρας χαίρεται τα φιλιά τους.
Ο αγέρας και τα πουλιά. Που έρχονται μαγεμένα
να τρυγήσουν κάτι απ’ τ’ ασυνήθιστα χρώματα τους
να τονίσουν μ’ αυτά, τα τραγούδια τους.
Εσύ δεν ήσουν μόνον ωραία.
Εσύ, σ’ όλη σου τη ζωή, ονειρεμένη και ονειρική
ήσουν δοσμένη στο ανειρήνευτο πάθος.
Τώρα, πλαγιασμένη σ’ ένα άσπρο σύννεφο, ταξιδεύεις.
Είσαι κιόλας μακριά, πέρα απ’ τα σύνορα
του εφήμερου κόσμου.
Κι εμείς μένουμε μόνοι και λυπημένοι
χαμένοι σ’ αυτή την πικρή ερημιά.
Πουθενά και ποτέ πια δεν θα συναντηθούμε.
Πουθενά και ποτέ πια δεν θα ξανακούσουμε τη φωνή σου.
Λεν θα μας αγγίξουν τα χέρια σου.
Δεν θα βαδίσουμε πλάι-πλάι
δεν θα κοιταχτούμε στα μάτια.
Αφήνοντας την καρδιά να μιλήσει.
Να τραγουδήσει τις χαρές και τα βάσανα της Αγάπης.
Ούτε και θα διαβάσεις ξανά τα ποιήματα.
Τ’ αγαπημένα σου ποιήματα.
Ακόμα κι αυτά που είναι γραμμένα για σένα.
Άδειες θα είναι τώρα οι μέρες μας
και σκοτεινά για μας και κρύα τα βράδια.
Όμως το φως πού το πνεύμα σου άφησε πίσω του
θα είναι ανέσπερο.
θα μας βοηθάει ν’ ανιχνεύουμε τα σκοτάδια.
Να βρίσκουμε τα πολύτιμα εκείνα πετράδια
που κάποιοι ευαίσθητοι άνθρωποι
κρύβουν μέσα στους στίχους τους.
Αυτά που τα συλλέγουν απ’ τα κρυφά όνειρα τους
και στολίζουν μ’ αυτά τα γραφτά τους
αθανατίζουν τα έργα τους.
Έφυγες και εμείς ορφανέψαμε.
Όμως εσύ και πέρα ακόμα απ’ το πουθενά
δεν θα πάψεις να είσαι κοντά μας.
Εσύ που μας δίδαξες την Αγάπη
θα μας διδάσκεις το χρέος.
Εσύ που μας έμαθες ν’ αναζητούμε παντού και πάντα την
Ομορφιά
θα μας δίνεις θάρρος και δύναμη.
Εμείς και με τη σκέψη σου μόνο θα αισθανόμαστε
δυνατότεροι.
Πιο δυνατοί απ’ όλους τους ισχυρούς που δυναστεύουν τον
κόσμο.
Απ’ τους φτωχούς σε αισθήματα που λατρεύουν τον πλούτο
εμείς θα είμαστε πλουσιότεροι.
Όλοι εμείς, οι δικοί σου.
Οι αγαπημένοι σου, οι συνοδοιπόροι, οι φίλοι σου.
Θα είμαστε υπερήφανοι που σ’ αγγίξαμε και μας άγγιξες.
Επιτέλους θα ξέρουμε τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι.
4•5•ο6 Θανάσης Κ. Κωσταβάρας
MONON MΕΣΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΊΤΑΙ Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Έλα πάλι στα όνειρά μου απόψε.
Έλα άνθος που ανοίγεις και κλείνεις και γίνεσαι πέτρα.
Και γίνεσαι άγριο πουλί κι άλλοτε πάλι ραγισμένο χαμόγελο.
Έλα μέσα στον κήπο μου όσο θα κρατάει η εφήμερη βλάστηση.
Όσο θα παίζουν τα τρυφερά βιολιά των γρύλων
Κάτω απ’ τ’ ανύποπτα φύλλα.
Έλα πριν να πέσει η πάχνη.
Πριν να σύρει το γυάλινο ξίφος της
η σκοτεινή αυγή.
Πριν να ματώσουν τα βλέφαρα.
Έλα και γίνε εσύ το κλειδί που ανοίγεις τις πόρτες.
Και γίνε η βροχή και ο κρύος αέρας.
Έλα και χτύπα σαν το αστροπελέκι και χτύπα με.
Χτύπα με στην ασίγαστη επιθυμία μου να σ’ αγγίξω
και να σε κρατήσω για πάντα.
Για πάντα όπως κρατάει ο ουράνιος θόλος
Τον ήλιο και το φεγγάρι και τ’άστρα.
Κι έτσι, από στιγμή σε στιγμή
Μέσα από ίσκιους κι από ψεύτικα είδωλα
ας σε κερδίζω.
Κι ας σε χάνω πάλι σε λίγο.
Κι ας γίνεσαι πέτρα κι ας γίνεσαι βροχή και κρύος αγέρας.
Εγώ θα είμαι εκεί’ εκεί θα βρίσκομαι πάντα.
Εκεί θα σε περιμένω.
Ακόμα κι ως την άλλη ζωή θα σε περιμένω.
Αγγίζοντας σε μονάχα στον ύπνο μου.
Θ.Κ.
Μ’ αυτό το ποίημα αποχαιρέτησε ο Θανάσης Κωσταβάρας τον Γιώργο Καραβασίλη πριν τρία χρόνια. Σήμερα είναι η δική του σειρά για τον ύστατο αποχαιρετισμό μας.
Η αναχώρηση
Αποχαιρετισμός στον Γ. Καραβασίλη
Ένας ένας φεύγουμε.
Σαν να ξυπνάμε από ασυνήθιστο όνειρο.
Σαν ξαφνικά, να έχουμε βγάλει φτερά.
Μπαίνουμε σε άλλους ουρανούς.
Περνάμε άλλες θάλασσες.
Πάμε να συναντήσουμε τους χτεσινούς μας φίλους.
Μέσα από μαγικά τοπία
προχωρούμε συντροφιά με τ’ αγρίμια του δάσους.
Τρυγάμε τους καρπούς από άγνωστα παραδείσια δέντρα.
Ανοίγουμε την αγκαλιά μας στα φιλιά των ανέμων.
Μιλάμε με τα πουλιά.
Ζούμε μιαν άλλη αίσθηση του χρόνου.
Σε πανηγύρια ξέφρενα
μεθάμε με δυνατά ποτά από εξωτικά αποστάγματα.
Καπνίζουμε τσιγάρα σέρτικα με ονειρικά χαρμάνια.
Κι απ’ την άλλη
ακούμε τη Μητέρα να μας φωνάζει με το πρώτο μας όνομα.
Γέρνουμε πάνω σε φύλλα στρωμένα από χλοερά παραμύθια.
Γινόμαστε πάλι παιδιά.
Κι απαλλαγμένοι από το βάρος μιας χτεσινής ματαιότητας
για πρώτη φορά αισθανόμαστε ελεύθεροι.
Ελεύθεροι από κάθε είδους ιδιοτέλεια.
Από τον προαιώνιο φόβο
για πάντα, αυτό προπάντων: Ελεύθεροι.