
ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ, ΑΡΑΓΕ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΚΡΙΝΕΤΑΙ
ΣΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΞΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ
ΚΟΙΝΟ (ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ); Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΙ
ΣΤΑΘΕΡΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΗΣ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ,
ΑΛΛΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΤΕΧΝΗ ΤΟΥΣ, ΔΙΝΟΥΝ ΜΙΑΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Το γεγονός ότι στα ένθετα των εφημερίδων για το βιβλίο δεν υπάρχει, εδώ και καιρό, συστηματική κριτική αποτίμηση της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής είναι αδιαμφισβήτητο. Στα ένθετα αυτά, βιβλιοκριτικά κείμενα για ποιητικά βιβλία δημοσιεύονται πλέον, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε πριν από μερικές δεκαετίες, με δυσκολία και εξαιτίας κυρίως διαφόρων συγκυριών που αφορούν στον κρινόμενο ποιητή ή στον κρίνοντα κριτικό ή στη μεταξύ τους σχέση. Ανήκω σε όσους αποθαρρύνονται ή και ενοχλούνται από την τόσο αισθητή μείωση της παρουσίας της ποίησης στα εν λόγω ένθετα. Πάντως, οι συχνές, ιδιωτικές ή δημόσιες, κατηγορίες ενός μέρους της λογοτεχνικής κοινότητας προς τους υπεύθυνους δημοσιογράφους των ένθετων για το βιβλίο ότι δεν δίνουν σημασία στην ποίηση δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα, επειδή οι επιλογές των δημοσιογράφων ως επαγγελματιών ευθυγραμμίζονται με τις διαθέσεις του αναγνωστικού κοινού γύρω απ΄ ό,τι ασαφώς θεωρείται σήμερα λογοτεχνικό βιβλίο. Εν προκειμένω, η επιλογή να μην κρίνεται συστηματικά η ποίηση στα ένθετα των εφημερίδων, εντύπων μεγάλης κυκλοφορίας, οφείλεται στην πανθομολογούμενη υπερίσχυση, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, της πεζογραφίας στις προτιμήσεις του κοινού και στη συνακόλουθη στροφή της μεγάλης πλειονότητας όσων γράφουν (ή προσπαθούν να γράψουν) από την ποίηση στην πεζογραφία. Προς αποκατάσταση, μάλιστα, μιας πιο ισορροπημένης αποτίμησης των ένθετων για το βιβλίο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτά, παραχωρώντας τη μερίδα του λέοντος στην ελληνική και ξένη πεζογραφία, ορθώνουν κατά κανόνα ένα τείχος άμυνας, καθώς οι συνεργάτες τους αγνοούν την ιδιαίτερα ευπώλητη και πολύ φτηνού γούστου πεζογραφία και επιλέγουν εκείνη που τηρεί, λιγότερο ή περισσότερο κατά περίπτωση, τις ποιοτικές προδιαγραφές του είδους.
Η πεζογραφία
Η παγίωση, πάντως, της προτίμησης του κοινού και ο σταθερός προσανατολισμός των συγγραφέων προς την πεζογραφία προκάλεσαν ορισμένα δημόσια συμπτώματα που δείχνουν ότι κάποιοι εκφραστές της «κυρίαρχης τάσης» απαξιώνουν γενικότερα την ποίηση και συλλήβδην τη σοβαρή λογοτεχνία. Τα συμπτώματα αυτά εκδηλώνονται τόσο από δημοσιογράφους (π.χ. την Λώρη Κέζα που στη στήλη της «Βιβλιογραφίες» στην κυριακάτικη «Βιβλιοθήκη» του Βήματος σταχυολογεί τέτοιους στίχους ποιητικών συλλογών ώστε οι ποιητές να εξομοιώνονται με ψώνια ή ημιπαράφρονες) όσο και από νεαρούς πεζογράφους (π.χ. εκείνους του περιοδικού Να ένα μήλο, που απορρίπτουν εμφατικά την κανονικοποιημένη λογοτεχνική παράδοση). Αυτή η επιδεικτική άρνηση της ποίησης και της σοβαρής λογοτεχνίας ίσως συνιστά, για τους θιασώτες της, μια αντισυμβατική στάση: όχι στην αραχνιασμένη λογοτεχνία της παράδοσης, των βιβλιοθηκών και των σπουδαστηρίων, στους αντιδραστικούς που την συντηρούν και στους αρτηριοσκληρωτικούς που την υποστηρίζουν. Η κατ΄ ουσίαν γραφική αυτή αντίληψη είναι ευεξήγητη: νέοι συγγραφείς που εκκόλαψαν νέους αναγνώστες και νέα ήθη με τα οποία οι νέοι συγγραφείς προσπαθούν να μείνουν αρεστοί στους νέους αναγνώστες.
Σε πείσμα των καιρών
Όσο, όμως, κι αν η σύγχρονη ελληνική ποίηση σχεδόν αγνοείται από τις εφημερίδες και απαξιώνεται από ένα μέρος των νεοφώτιστων της πεζογραφικής μόδας, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ποίηση κινδυνεύει, υπό οποιαδήποτε έννοια. Πεποίθησή μου είναι ότι οι ποιητές/ποιήτριες των τελευταίων δεκαετιών, όντας η απώτερη συνέχεια μιας παράδοσης που συνενώνει τους μείζονες και ελάσσονες ομότεχνους του λαμπρού παρελθόντος, συντηρούν, σε πείσμα των καιρών, έναν λογοτεχνικό λόγο όπου ακόμη διακυβεύεται η έκφραση της ομορφιάς και της «αλήθειας» του κόσμου. Σε μια εποχή, λοιπόν, που η πεζογραφία έχει επιβληθεί στο γούστο του «μεγάλου» αναγνωστικού κοινού, η συνείδηση ότι η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής ποίησης έναντι του πεζογραφικού λόγου παραμένει διαχρονική και σταθερή συνιστά ένα μέτρο για να καταλαβαίνουμε τι διαβάζουμε και πώς το διαβάζουμε.
Η μεταμοντέρνα θέση περί του οριστικού θανάτου της λογοτεχνίας επαληθεύεται ίσως με τα γραπτά των νεοβαρβάρων που ισχυρίζονται πως για να γράψεις σήμερα πεζογραφία είναι περιττό να έχεις διαβάσει Βιζυηνό και Παπαδιαμάντη, αλλά διαψεύδεται τόσο με τον ποιητικό λόγο όσο και τα δοκίμια για την ποίηση. Ο κάθε συστηματικός αναγνώστης της ποίησης γνωρίζει ότι δύσκολη δεν είναι μόνο
η γραφή της λογοτεχνίας, αλλά και η ανάγνωσή της. Γι΄ αυτό η μοναχική ποίηση δεν πλήττεται, επειδή απουσιάζει από τα ένθετα των εφημερίδων. Τα μέλη της ποιητικής κοινότητας, οι ποιητές/ποιήτριες και οι αναγνώστες τους, ακόμη κι αν αναγνωρίζουν ότι η ποίηση είναι «μια τέχνη περιττή» ως προς την κοινωνική λειτουργικότητά της (στην παραδοχή αυτή επικεντρώνονται τα δοκίμια του Βλαβιανού στο πρόσφατο βιβλίο του Ποιόν αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή ), δεν την εγκαταλείπουν, με την επίγνωση που υποδηλώνουν οι στίχοι του Μάρκου Μέσκου:«ούτως ή άλλως είμαστε μειονότης και βάσανο πικρό/ το ξαφνικό μεθύσι των ανθρώπων».
Το δοκίμιο καλλιεργείται ακόμη
Απόδειξη της σθεναρής αντοχής της περιθωριοποιημένης ποίησης απέναντι στην πεζογραφική μόδα είναι ο υψηλός στοχασμός των
ποιητών για την τέχνη τους, έτσι όπως εκδηλώνεται στα δοκίμιά τους με θέμα διάφορες όψεις του ποιητικού φαινομένου. Όσο κι αν αυτό το
είδος δοκιμίου παρουσιάζει στις μέρες μας κάμψη, σε σύγκριση με την εντυπωσιακή άνθησή του στο Μεσοπόλεμο και στα μεταπολεμικά
χρόνια, μια κάμψη μάλιστα που είναι δυσανάλογη με τη δυναμική και την ποιότητα του σύγχρονου ποιητικού μας λόγου, εξακολουθεί να
συντηρεί και να ανανεώνει τον βαθιά συνειδητό και εκλεπτυσμένο στοχασμό των ποιητών για την τέχνη τους. Το δοκίμιο για την ποίηση
καλλιέργησαν και καλλιεργούν, παράλληλα με το ποιητικό έργο τους, άξιοι σύγχρονοι ποιητές, όπως ο Νάσος Βαγενάς, ο Χάρης
Βλαβιανός, ο Διονύσης Καψάλης, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Θανάσης Χατζόπουλος (η μνεία των ονομάτων είναι ενδεικτική). Αρκεί, σε
αντιδιαστολή, να σκεφτούμε ότι ο στοχασμός των σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων, όλου του ηλικιακού φάσματος, για τις προϋποθέσεις
και τα αιτούμενα της γραφής τους είναι ποσοτικά ισχνός και ποιοτικά επιφανειακός.
Ο Ευριπίδης Γαραντούδης είναι καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών










1. “Πάντως, οι συχνές, ιδιωτικές ή δημόσιες, κατηγορίες ενός μέρους της λογοτεχνικής κοινότητας προς τους υπεύθυνους δημοσιογράφους των ένθετων για το βιβλίο ότι δεν δίνουν σημασία στην ποίηση δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα, επειδή οι επιλογές των δημοσιογράφων ως επαγγελματιών ευθυγραμμίζονται με τις διαθέσεις του αναγνωστικού κοινού γύρω απ΄ ό,τι ασαφώς θεωρείται σήμερα λογοτεχνικό βιβλίο.”
Σκέψεις μου:
α. Οι δημοσιογράφοι, κατά τον κύριο Γαραντούδη, δεν έχουν προσωπικότητα, είναι μόνο επαγγελματίες συνεπώς ετεροκαθοριζόμενοι…Η Μικέλα Χαρτουλάρη όμως , που είναι η υπεύθυνη του Βιβλιοδρομίου, δίνει μια ξεκάθαρη και τίμια απάντηση που νομίζω “αδειάζει” τον υπογράφοντα του άρθρου: Στο ερώτημα “Γιατί το Βιβλιοδρόμιο δεν δίνει πολλή βάση στην ποίηση;” απαντά; “Η ποίηση είναι ένα παρα πολύ δύσκολο είδος. Ποιητές υπάρχουν πάρα πολλοί, αλλά για να ξεχωρίσει κάποιος παρουσιαστής κάποιο από τα ποιητικά βιβλία είναι πάρα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Πρώτον, γιατί είναι αρκετά δυσεύρετος ένας συνεργάτης που ξέρει και μπορέι να μιλήσει ουσιαστικά για την ποιηση και δεύτερον γιατί απευθύνεται σε μικρότερο κοινό” (Βιβλιογραφίες, Δίφωνο, τευχ. 142).
β. Και οι δημιουργοί είναι επαγγελματίες άρα θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τις διαθέσεις του κοινού…άρα σταματήστε να γράφετε ποίηση…
γ. Γιά όλα φταίει το κοινό ή αλλιώς το κοινό πάνω από όλα..
2. “Το γεγονός ότι στα ένθετα των εφημερίδων για το βιβλίο δεν υπάρχει, εδώ και καιρό, συστηματική κριτική αποτίμηση της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής είναι αδιαμφισβήτητο”
Σκέψεις μου:
α. Δηλαδή γίνεται συστηματική κριτική αποτίμηση της πεζογραφίας…; Παρουσιάσεις βιβλίων γίνονται μόνο. Παρουσιάσεις. Για να μην το πάω παρά πέρα και πω αντιγραφές Δελτίων Τύπου.
β. Άν είναι να κρίνονται έτσι και τα ποιητικά βιβλία, καλύτερα που δεν υπάρχει καν αναφορά τους.
3. “Η συνείδηση ότι η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής ποίησης έναντι του πεζογραφικού λόγου παραμένει διαχρονική και σταθερή συνιστά ένα μέτρο για να καταλαβαίνουμε τι διαβάζουμε και πώς το διαβάζουμε”
Σκέψεις μου:
α. Αυτή η ποιοτική υπεροχή κάνει όλη τη ζημιά, η οποία βρίσκεται στη φαντασία και μόνο του υπογράφοντος του άρθρου, κατά τη γνώμη μου. Με αυτή την “καραμέλα” χαιδεύονται και υπνωτίζονται οι ποιητές ενώ η πραγματικότητα είναι άλλη και αλλού.
β. Περιμένω νέο άρθρο του κυρίου Γαραντούδη που να αναλύει, με επιχειρήματα, ονόματα, άποψη και κρίση (προσωπική ασφαλώς και πέρα για πέρα αποδεκτή ως προσωπική) τα όσα θεωρητικώς γράφει για την ΚΥΡΙΑ ποίηση και τους ποιητές της που “σε πείσμα των καιρών, συντηρούν έναν λογοτεχνικό λόγο όπου ακόμη διακυβεύεται η έκφραση της ομορφιάς και της «αλήθειας» του κόσμου”. Αλλά με επιχειρήματα και κριτική.
Να τους εξασφαλίσει την ελευθεροτυπία που βρίσκουν στα λογοτεχνικά περιοδικά..; Δεν νομίζω, πράγματι, να μπορεί…Εκεί η ελευθερία είναι τέχνη.
Το να δεις άρθρο στην Καθημερινή δεν είναι κακό. Το τι γράφει είναι το πρόβλημα. Διαπλοκές υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Γιατί πχ εδώ στο Ποιειν είμαστε αθώοι όλοι; Ή δεν εχουμε τις συγγένειές μας. Το εκνευριστικό είναι οτι όλο μιλάμε ασαφώς κτλ ενώ αφού σου δίνεται μια σελίδα σε εφημερίδα (αναφέρομαι στον καθε κριτικο-καθηγητή-δημοσιογράφο) γράψε και απέδειξε αυτό που λες, προώθησε 5 νέους, κρίνε 5 παλιούς, με ευγένεια και επιχειρήματα. Προσωπικά δεν ζητάω κρεμάλες ή βρισιές…ή ευχέλαια..Κάτι πρακτικό ζητώ όχι πια αυτές οι αόριστες και ασσύμετρες απειλές.
και μετά μου λένε ότι δεν είναι ωραία να κωπηλατείς σε σεντινόνερα….
Αγαπητοί φίλοι, δυό κουβέντες θα μπω να πω και θα φύγω. Η γενική / γενικόλογη περί ποιητών συζήτηση με αρρωσταίνει από παλιά – από τότε που εντελώς βλακωδώς συμμετείχα κι εγώ σ’ ένα παιχνίδι, του οποίου όχι μόνο δεν γνώριζα τους κανόνες, αλλά ούτε κατά πού πέφτει το γήπεδο οπού παιζότανε. Μόλις έμαθα απάνω στο τομάρι μου ότι πρέπει να ταγίσω, να ποτίσω, να κοιμήσω, να ευλογήσω, να… να… να… πολλούς και διάφορους, είπα εις εμαυτόν: “Άσε, Γιώργη, δεν είναι αυτό το παιχνίδι για σένα”. Είπα και κάτι άλλο -και θα το γράψω, κι ας φανεί σνομπίστικο ή (ενδεχομένως) ας με αποδείξει ψωνισμένον και καβαλημένον: “Ούτε ο Ρίτσος ούτε ο Εγγονόπουλος θα κάνανε ποτέ κάτι τέτοιο αποδεχόμενοι τέτοια ξεφτίλα”. Αυτά είπα κι έκανα στην πάντα. Όποτε γράφω για ποιήματα και ποιητές, φροντίζω να μην είναι φίλοι μου ή να μη γίνουν φίλοι μου οι “κρινόμενοι”. Γράφω μόνο για καλά βιβλία (και ποιητικά και άλλα) τις σπανιότατες πλέον φορές που νιώθω την αξεπέραστη ανάγκη να κρίνω κάτι.
Στα πιο πολλά συμφωνώ και με τον Μίχο και με τον Αραβανή.
Αυτά.
Σε μερικά περιοδικά (όπως, π.χ., το Πλανόδιον, το Οροπέδιο, ο Πόρφυρας) διαβάζεις σοβαρότατες κριτικές προτάσεις πάνω στην ποιήση και την ποιητική παραγωγή. Καναδύο δημοσιογραφούντες κριτικογράφοι μεγάλων αθηναικών εφημερίδων είναι όντως κριτικοί. Το μέγα πλήθος των ασχολουμένων με το σπορ είναι ευγενείς παρουσιαστές – από εκεί ξεκινούν και εκεί καταλήγουν.
Προσωπικώς έχω το μπλογκάκι μου και κάνω (άνευ κρίσεων, ανακρίσεων και κατακρίσεων) το κέφι μου. Ώσπερ άλλος Αρχίλοχος σπάω πλάκα με όλα και -όπως θα έλεγε και ο Τσιφόρος- “στεναχώργια μηδέν”.
Το αβαθές και αβαρές σχόλιο του κυρίου Γαραντούδη, όπως πολύ καλά δείχθηκε παραπάνω (βλ. Σπύρος Αραβανής), μάς παραπέμπει στο αβαθές και αβαρές – σχετικά προσφάτως εκδοθέν – βιβλίο του κου Βλαβιανού; Και μάλιστα ως επίρρωση του “επιχειρήματός” του περί του ζωντανού και γόνιμου θεωρητικού λόγου των ποιητών; Scripta manent, κύριοι… Κι όποιος δεν βαριέται, γιατί το πράγμα ενέχει πολλή ανία, εδώ είμαστε για να συζητήσουμε, αλλά πώς – πάνω στα ίδια τα κείμενα και με το μολύβι στο χέρι…
Κατ’ αναλογίαν προς το υπέροχο εκείνο “ενδεικτικά” του κου Γαραντούδη, να παραπέμψω λοιπόν στο βιβλίο του Μπένγιαμιν για τον Μπωντλαίρ; Για να δούμε τι σημαίνει gravitas λόγου θεωρητικού και τι πραγματικός στοχασμός πάνω στην ποίηση.
Και κάτι τελευταίο. Κάπου σημειώνεται ένα “σε πείσμα των καιρών”.
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι κύριοι αυτοί “είναι” οι καιροί.
Το “πείσμα” είναι αλλού και άλλοι.
Βολκώφ
“….Ο κάθε συστηματικός αναγνώστης της ποίησης γνωρίζει ότι δύσκολη δεν είναι μόνο η γραφή της λογοτεχνίας, αλλά και η ανάγνωσή της….”
Εμένα περισσότερο από όλο το κείμενο με κέντρισε αυτή η φράση. Δεν πιστεύω ότι η ανάγνωση της ποίησης είναι οπωσδήποτε και πάντα δύσκολη.
(Επίσης δεν πιστεύω ότι είναι οπωσδήποτε δύσκολη ούτε η συγγραφή, για όποιον αγαπάει την ποίηση και τη διαβάζει από αγάπη και ως υποχρεωτική μελέτη. Αυτό δεν είναι και το νόημα της έμπνευσης, εξάλλου; Ο συνδυασμός ταλέντου, ανάγνωσης και αγάπης; )
Αλλά ας μην επεκταθούμε στη συγγραφή, γιατί θέλω να σχολιάσω κυρίως το θέμα της ανάγνωσης. Ας πάρουμε τον εθνικό μας ύμνο. Είναι δύσκολος στην ανάγνωση; Δεν καταλαβαίνει το νόημά του κι ένας μαθητής Δημοτικού; Θα συμφωνήσουμε πιστεύω ότι ο εθνικός μας ύμνος είναι ένα έξοχο ποιητικό έργο.
Ας πάρουμε την Αρνηση του Σεφέρη. Θα συμφωνήσουμε ότι είναι έξοχη επίσης. Δεν κατάλαβε όλος ο λαός μας, είτε έχει ποιητική παιδεία και μορφωτικό υπόβαθρο είτε όχι, ότι “πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή” ; Δεν το τραγούδησε και δεν το αγάπησε με πάθος; Ακόμη κι αν, αυθορμήτως, ο λαός κατάργησε την περίφημη άνω τελεία στο στίχο, δεν παύει να ισχύει η πρόσληψη των νοημάτων του ποιήματος.
Οπωσδήποτε, όποιος έχει μορφωτικό υπόβαθρο και ποιητική παιδεία μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα τα νοήματα ακόμη και των πιο δύσκολων στίχων. Μα η πρόκληση της ποίησης, για μένα, δεν βρίσκεται στο να προκαταλάβουμε τον κόσμο λέγοντάς του ότι η ποίηση είναι πάντοτε δύσκολη και ακατανόητη – άρα προς τι να προσπαθήσει έστω να την προσεγγίσει;
Για μένα η πρόκληση είναι να μπορούμε να γράψουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να συνεπάρουμε τον αναγνώστη, που αυθόρμητα και με αγάπη θα προσπαθήσει στη συνέχεια να μας καταλάβει.
Όπως έκανε π.χ. ο Καββαδίας, που παραμένει αγαπητός στο ευρύ κοινό. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έγραψε εύκολη ποίηση ο Καββαδίας. Ωστόσο κατάφερε να μας συνεπάρει, σε βαθμό που και αναζητήσαμε το γλωσσάρι με τις ναυτικές του λέξεις, και τον διαβάσαμε πάλι και πάλι για να τον αποκωδικοποιήσουμε.
Κι αυτή τη διαδικασία δεν την κάναμε μόνο εμείς που αγαπάμε την ποίηση, αλλά και ένα πλήθος κόσμου, που κατά τ’ άλλα έχει πειστεί πως η ποίηση είναι κάτι ομιχλώδες και ακατανόητο, που ίσως προσφωνεί τους ποιητές “λαπάδες”, που ρωτάει περιπαιχτικά “τι θέλει να πει ο ποιητής”, αλλά κατά τ’ άλλα γνωρίζει απέξω (ως τραγούδι) όποιον στίχο έχει μελοποιηθεί.
Αυτό για μένα είναι το σημερινό μας ποιητικό παράδοξο, και δεν οφείλεται στο ότι η ποίηση είναι τόσο δύσκολη, αλλά στην διαδεδομένη προκατάληψη του κοινού περί δυσκολίας. Αν ο κόσμος μπορεί να τραγουδήσει και να κατανοήσει το:
“πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Mαγιού, το ‘χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου”,
για να μείνουμε μόνο στον Ελύτη, δεν βλέπω γιατί να μην μπορεί να προσλάβει και άλλους στίχους, με παρόμοιο επίπεδο δυσκολίας.
Διόρθωση: για όποιον αγαπάει την ποίηση και τη διαβάζει από αγάπη και ως υποχρεωτική μελέτη ——-εννοώ και ΟΧΙ ως υποχρεωτική μελέτη, προφανώς.
Αγαπητή μου Σοφία,
γι αυτά ακριβώς που λές χρειάζεται η διαμεσολάβιση. Ο δημοσιογράφος με το σχόλιό του, ο πανεπιστημιακός με το δοκίμιό του, ο ποιητής με την διασαφήνισή του (όποτε και αν χρειάζεται…), είναι οι κρίκοι που μας λείπουν.
Αγαπητέ Κεντρωτή,
γνωρίζουμε όλοι μας εν τη αθωότητί μας, πως ο αδύναμος κρίκος της σημερινής λογοτεχνικής παραγωγής είναι οι έλειψη διαμεσολαβητών, κριτών δηλαδή, οι οποίοι ελεύθερα θα διαβάσουν και θα ερμηνεύσουν το πρωτογενές αγαθό που στην περίπτωσή μας είναι η ποίηση. Όταν έχουμε αφήσει τη διαμεσολάβηση σε δημοσιογράφους που τρέφουν “ποιητικές ανησυχίες” και σε καθηγητάδες που όχι μόνον τρέφουν αλλά και βραβεύονται για τα “ποιητικά τους πονήματα”, έχουμε ένα μπέρδεμα ρόλων (και λόγων…) που λέμε εμείς στην ψυχιατρική, που αποβαίνει σχιζοφρενογόνος…Το “ποιείν” και οι προσωπικές σελίδες δεν παίζουν ρόλο διαμεσολαβιτή…πρωτογενές υλικό παράγουν. Τον διαμεσολαβητή θα έπρεπε να τον παίξουν τα Πανεπιστήμια και η έντυπη δημοσιογραφία…
Αγαπητέ Βολκώφ,
θαυμάζω το θάρρος σου όταν άλλοι συνομίληκοί σου σιωπάν αποβλέποντας προφανώς σε…εκδοτικές επιτυχίες…Προσυπογράφω την παρατήρησή σου για το “πείσμα”…έχοντας στο μυαλό μου εσένα, τον Αραβανή, τον Παπαντωνόπουλο, τον Βιολάρη και τόσους άλλους…Ας το αλλάξετε εσεις το τοπίο…εμείς εκθρέψαμε απλώς τα θηρία (τ΄ακους, Μίχο;) εσείς σκοτώστε τα!!!
Ο καλύτερος τρόπος να υπερασπιστείς την ποίηση είναι να γράφεις καλή ποίηση.
Κι αυτό,δυστυχώς,σπανίζει.
Μα ακόμη κι η στροφή προς την πεζογραφία δεν είμαι βέβαιος πως συνοδεύεται από μια ανάλογη ποιοτική αναβάθμιση της τελευταίας.
Η ποίηση πάντοτε ήταν ένα πιο…”δύσκολο” είδος.
Το κοινό της περιορισμένο.Τώρα κατασυκοφαντείται από τους άθλιους υπηρέτες της που περνούν για ποιητές λόγω καλών δημοσίων σχέσεων,όπως γράφει κι ο κ. Μίχος.
Για να γίνει πιο γόνιμος ο προβληματισμός,ίσως θα έπρεπε να μιλήσουμε πιο καθαρά και να προβάλουμε την καλή ποίηση και τους καλούς ποιητές.
Πολύ θα ήθελα να “πέσουν” ονόματα στο τραπέζι
που εσείς θεωρείτε νέους καλούς ποιητές .
Χρέος ενός χώρου όπως το “ποιείν” κι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι είναι να μην προβάλλει προς τα έξω οτιδήποτε, μα να υπερασπιστεί μάχιμα την αντιπρότασή του στα “καθιερωμένα” που συχνά είναι και σαθρά…
@ Σωτήρης Παστάκας,
Δεν γράφουμε για να κάνουμε εχθρούς, αλλά αλίμονο αν γράφουμε για να κάνουμε φίλους.
Και τη σύγκρουση τη βλέπω αναπόφευκτη και βιαιότερη ακόμα ίσως όχι τόσο με τους “εγνωσμένους”, αλλά ακριβώς με τους νεότερους εκείνους που σιωπούν, συναινούν και ήδη ετοιμάζονται να λάβουν τις θέσεις που, κατά σύστημα πάντα, τους αναλογούν. Και δεν είναι λίγοι.
Όταν ο Σέλλευ έστρεφε τους μύδρους του κατά των κακώς κειμένων μιας υπερσυντηρητικής αγγλικής κοινωνίας και λίγοι φίλοι τού έλεγαν ότι δεν θα σε διαβασει κανείς, απαντούσε ότι “μπορεί να μην με διαβάσουν οι σημερινοί “αυθέντες”, θα με διαβάσουν όμως τα παιδιά τους”. Εγώ δεν είμαι τόσο αισιόδοξος. Βλέπω τα καλά παιδιά να υπερασπίζονται με ακόμα μεγαλύτερη πονηρία τα “κεκτημένα” των πατεράδων τους, καθότι η ελληνική κοινωνία δείχνει να έχει εισέλθει σε μια νέα περίοδο συντηρητισμού. Και για να το πάω ακομα παραπέρα, αυτό σημαίνει ότι ο συγγραφέας θα βρει – βρίσκει ήδη – απέναντί του όχι μόνο τούς περί τα φιλολογικά τυρβάζοντες αλλά και ένα μεγάλο μέρος του κοινού…
Αγαπητέ Σωτήρη Παστάκα, τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Στην πορεία πολλοί από τους φερέλπιδες νέους, αυτούς που κατά Ρίλκε δεν βιάζονται να φτάσουν στα βραβεία και στα φεστιβάλ, ίσως και να συνθηκολογήσουν. Κανείς δεν ξέρει. Ένα είναι το βέβαιο ωστόσο – το πραγματικό “πείσμα”, το πραγματικό θάρρος, αυτό δηλαδή που απορρέει από μια συνειδητή στάση, αυτό που γνωρίζει πολύ καλά τους κινδύνους και εντούτοις προχωρά, φαίνεται – και θα φανεί – σε βάθος χρόνου και μόνον.
Βολκώφ
Ελπίζω πως μιλώ ξεκάθαρα και χωρίς…χρησμούς.
Διάβασα το άρθρο αλλά και όλα τα σχόλια.
Γενικώς θα μου επιτρέψετε να πω ότι διακρίνω μια πολεμική σε πρόσωπα και καταστάσεις που αγνοώ-κι αναρωτιέμαι πώς θεωρείτε δεδομένη τη γνώση τους από τους αναγνώστες σας…εκτός κι αν απλώς θέλετε να συμμετάσχουν σε αυτόν το διάλογο μόνον οι…επαΐοντες.Όμως τότε αναρωτιέμαι γιατί δε μαζευόσαστε σ’ ένα ταβερνάκι να τα πείτε-να μη σπαζοκεφαλιάζουμε κι εμείς οι υπόλοιποι με το ποιος είπε τι,τι συνέβη και γιατί κατηγορείται κάποιος κτλ…:))
Ξέρετε,δεν ανήκω σε καμιά λογοτεχνική παρέα-αν κι έχω περάσει ξώφαλτσα απ’αυτές.
Κι αυτό έγινε με δική μου επιλογή.
Πάντα διέκρινα μια επιθετικότητα-που μόνο λόγοι αντιζηλίας θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν,γιατί συνήθως φτάνει στην εμπάθεια ,αν και υπήρχε πάντα θεωρητικό υπόβαθρο που λειτουργούσε όμως ως άλλοθι-προς άλλη λογοτεχνική παρέα κ.ο.κ.
Οι “άσημοι” εναντίον των “διάσημων”,οι “διάσημοι” να μην καταδέχονται τους άλλους κι αυτό εις τους αιώνας των αιώνων.
Κι όλα αυτά,για ένα ξεροκόμματο υστεροφημίας…,υποθέτω.
Ο μόνος που την πλήρωνε,ήταν η ποίηση…
Ωραία,όλα στραβά με τους διαμεσολαβητές-συμφωνώ.
Πείτε μου,σας παρακαλώ -επιμένω-ποια καλή ποίηση αποκρύπτουν από το αναγνωστικό κοινό,για να καταλαβαινόμαστε δηλαδή…
Καλή τη πίστη σας τα λέω όλα αυτά,σας διαβεβαιώ…
@Τειρεσία
Το Ποιειν ευτυχώς λόγω των ευκολιών του διαδικτύου, δείχνει τις επιλογές του καθημερινώς και το αρχείο είναι στη διάθεση του καθενός.Λέτε ΌΛΟΥΣ αυτούς που ανεβάζουμε ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΩΣ να τους ξέρουμε προσωπικά; Άρα ποιούς μας αρέσει και ποιούς πιστέυουμε δεν χρειάζεται να τους αναφέρουμε, τα αρχεία υπάρχουν και είναι στη διάθεση του καθενός. Εσείς ως αναγνώστης, αν είστε τακτικός, θα έπρεπε πρώτος να αναγνωρίζετε οτι έχουν δημοσιευτεί εδώ ίσως τα περισσότερα νεα ή λιγότερο, πρόσωπα, πολλά από αυτά για πρώτη φορά, σε σχέση με άλλα sites (δεν συμπεριλαμβάνω τα forum)
Το μόνο που εξακολουθώ όμως να πιστεύω είναι οτι πρέπει να εμμένουμε στο μεγαλύτερο ποσοστό στο κείμενο και όχι…στο περικείμενο. Εκεί, ναι, πολλές φορές ξεφεύγει η μπάλα. Αλλά είναι στο πρόγραμμα και αυτό. Της δημοκρατίας και της ελευθερίας του διαδικτύου. Ο καθείς και η υπογραφή του. Και στο Ποιειν ως προς τα σχόλια που δημοσιεύονται, αυτό είναι κανόνας. Κανένας δεν εκπροσωπεί το Ποιειν. Ούτε οι “σαιτάρχες” ούτε οι συνεργάτες. Ο καθένας τον εαυτό του. Αυτό, το ξαναλεώ, ως προς τα σχόλια.
Αγαπητοί φίλοι (άπαντες!), ως σχετικά παλιός ακαδημαϊκός δάσκαλος σας δηλώνω ρητώς και ευθαρσώς ότι, αν περιμένετε να μάθουν τα παιδιά σας (όσοι έχετε) την ποίηση και για την ποίηση στο Πανεπιστήμιο (στο οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του ντουνιά), πλανάσθε πλάνην οικτράν και βλέπετε όνειρο εφιαλτικό, χωρίς να το καταλαβαίνετε. Πλάνάσθε δε πλάνην οικτράν κ.τ.λ. για όλους εκείνους τους λόγους που ήδη αναφέρατε, για όλους εκείνους που δεν γνωρίζετε για να τους αναφέρετε, αλλά και για όλους εκείνους που ούτε καν φαντάζεσθε ότι ισχύουν. Ο ακαδημαϊκός χώρος είναι κατ’ εξοχήν αντιποιητικός. Περισσότερα μιαν άλλη φορά. Προς το παρόν αρκούν αυτά τα ολίγον χρησμωδικά. Νά ‘ναι καλά τα μπλόγκια μας και η τεχνολογία. Φιλιά σε όλους.
Ψάχνοντας πως να τοποθετηθώ, βρήκα κάτι ενδιαφέρον για τον Καραντώνη (και όχι μόνο) στο δίκτυο…(από τη σελίδα του ΕΛΙΑ):
Τον Ιανουάριο του 1933, σε μια εποχή έντονων ιδεολογικών συγκρούσεων, κυκλοφορεί το μηνιαίο περιοδικό «Ιδέα», τέκνο των καιρών, «Οργανο της ελεύθερης σκέψης και τέχνης», με διευθυντή τον Σπύρο Μελά και συνιδρυτές τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Γιάννη Οικονομίδη (…)
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα πόση θέση απομένει για τη λογοτεχνία; H μετάφραση του Φάλσταφ του Σαιξπήρου από τον A. Πάλλη, νεκρολογίες συγγραφέων και η κριτική βιβλίων όπου συναντάμε την Αργώ του Θεοτοκά, το Sol y Sobra του Ουράνη, την Ανθολογία του Αποστολίδη.
Εντυπωσιακή είναι η έκφραση δυσφορίας μπροστά στα νέα ρεύματα. Ξαφνιασμένος ο Ανδρέας Καραντώνης κατακεραυνώνει τον N. Καλαμάρη. Ο Θ. Ξύδης αμφισβητεί τον Καβάφη και ο Π. Λεκατσάς παρατηρεί ότι «η ποίηση χτυπήθηκε από γενικό μαρασμό».
@Τειρεσία: καθώς δεν ήξερα ποιός είσαι, αποφάσισα να μπω στο blog σου μήπως καταλάβω καλύτερα, αν και γενικά δεν πολυδιαβάζω τα blog, μόνο σποραδικά. Τώρα που είδα ποιός είσαι, θέλω να πω ότι εσύ ειδικά δεν θα έπρεπε να αμφιβάλλεις για τις προθέσεις του Ποιείν.
Γιατί ξέρεις καλά πως, εγώ τουλάχιστον, τον καλό σου φίλο το Δημήτρη Σολδάτο τον διάβασα τυχαία και τον προέβαλλα και στο Ποιείν και στο Οροπέδιο χωρίς να έχω κανένα όφελος, χωρίς καν να τον γνωρίζω προσωπικά. Και ξέρεις πως ακόμα δεν τον έχω συναντήσει από κοντά. Κι ούτε που θα ήξερα ότι είστε φίλοι αν δεν το είχες γράψει δημόσια εσύ.
Κι όπως είδες, το Ποιείν δεν αρνήθηκε να μου δώσει το βήμα για να τον προβάλλω, όπως επίσης με αφήνει να παρουσιάσω ελεύθερα ό,τι εγώ θεωρώ καλή ποίηση.
Αυτός είναι και ο σωστός ρόλος του διαμεσολαβητή, όπως νομίζω ότι τον εννοεί ο κύριος Παστάκας. Δεν έχω πειστεί βέβαια απόλυτα για την ανάγκη των διαμεσολαβητών.
Ίσως επειδή προσωπικά αποφάσισα από πολύ νωρίς να διαμορφώσω τις δικές μου προτιμήσεις και να μην δίνω βάση στις όποιες κριτικές. Είναι αλήθεια όμως ότι δεν πρέπει να υποτιμούμε τη δύναμη της διαφήμισης, των παρουσιάσεων, και όλων αυτών που μας επηρεάζουν, ακόμα και υποσυνείδητα.
Από το 2007 ως σήμερα η μονοκρατορία της πεζογραφίας στα έντυπα ευρείας κτκλοφορίας είνια αδιαμφισβήτη.
Ωστόσο ως αναγνώστρια δεν επιλέγω λογοτεχνικά βιβλία με βάση την προβολή τους. Θέλω να πιστεύω ότι ο σύγχρονος αναγνώστης έχει την πολυτέλεια της επιλογής. Κι επιτέλους, όταν αναζητώ βιβλία και δη ποιητικές συλλογές καταφέυγω σε βιβλιοπωλέια και όχι σε περίπτερα.
Αλλά και ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή οι νεοέλληνες λογοτέχνες θα αντιπαρρέλθουν της παλαμικής προτροπής “Πεζα, θέλουμε πεζά”.
Επίσης ενδιαφέρον θα είχε να εξεταστούν και τα έντυπα της περιφέρειας ως προς την παρουσία της ποίσης, δημοσίευση, παρουσίαση, κριτική, κρίσεις, επικρίσεις και σχόλια γενικότερα.
Προς την κ. Σοφία
“….Ο κάθε συστηματικός αναγνώστης της ποίησης γνωρίζει ότι δύσκολη δεν είναι μόνο η γραφή της λογοτεχνίας, αλλά και η ανάγνωσή της….”
“Εμένα περισσότερο από όλο το κείμενο με κέντρισε αυτή η φράση. Δεν πιστεύω ότι η ανάγνωση της ποίησης είναι οπωσδήποτε και πάντα δύσκολη”
και παρακάτω
“Αλλά ας μην επεκταθούμε στη συγγραφή, γιατί θέλω να σχολιάσω κυρίως το θέμα της ανάγνωσης. Ας πάρουμε τον εθνικό μας ύμνο. Είναι δύσκολος στην ανάγνωση; Δεν καταλαβαίνει το νόημά του κι ένας μαθητής Δημοτικού; Θα συμφωνήσουμε πιστεύω ότι ο εθνικός μας ύμνος είναι ένα έξοχο ποιητικό έργο.
Ας πάρουμε την Άρνηση του Σεφέρη. Θα συμφωνήσουμε ότι είναι έξοχη επίσης. Δεν κατάλαβε όλος ο λαός μας, είτε έχει ποιητική παιδεία και μορφωτικό υπόβαθρο είτε όχι, ότι “πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή” ; Δεν το τραγούδησε και δεν το αγάπησε με πάθος;”
Αγαπητή Σοφία, ο Ευριπίδης Γαραντούδης λέει κάτι πολύ σωστό κατά τη γνώμη μου στην αρχή:
“Η μεταμοντέρνα θέση περί του οριστικού θανάτου της λογοτεχνίας επαληθεύεται ίσως με τα γραπτά των νεοβαρβάρων που ισχυρίζονται πως για να γράψεις σήμερα πεζογραφία είναι περιττό να έχεις διαβάσει Βιζυηνό και Παπαδιαμάντη”.
Ο Σολωμός και ο Σεφέρης έγραψαν πολύ καλή ποίηση, γιατί έμειναν κοντά στην παράδοση των προηγούμενων ποιητών, κι αποκεί πάτησαν να κάνουν τα δικά τους βήματα. Γι’ αυτό και ο ποιητικός τους λόγος ήταν εύπεπτος και αναγνωρίσιμος και αγαπητός στο αναγνωστικό κοινό. Είναι πράγματι δύσκολο να διαβάσεις σήμερα ποίηση!
Απαντώντας σε ερώτηση πιο πάνω:
Υφαντής: πολύ καλός
Βλαβιανός: ατάλαντος
Μπουκάλας: μέτριος
Πούλιος: καλός
Καψάλης: μέτριος
Γκανάς: πολύ καλός
Κολοτούρου: μέτρια
Σιώτης: καλός
Παστάκας: μέτριος
Φωκάς: πολύ καλός
Λαϊνά: μέτρια
Κοντός: μέτριος
Παπαγεωργίου: ατάλαντος
Αναγνωστάκης: εξαίρετος
Βαρβέρης: καλός
Νικηφόρου: μέτριος
Μαρκόπουλος: καλός
Χιόνης: καλός
Δημουλά: καλή
Κύρου: πολύ καλός
Κουτσουρέλης: μέτριος
Δημουλάς: καλός
Αγγελάκη-Ρουκ: καλή
Φωστιέρης: καλός
Αραβαντινού: μέτρια
Μέσκος: πολύ καλός
Νίκος Δήμου: μέτριος
Δάλλας: πολύ καλός
Χατζόπουλος: καλός
Βαγενάς: μέτριος
Θασίτης: πολύ καλός
Κυπαρίσσης: μέτριος
Χαραλαμπίδης (Κύπριος): μέτριος
Λυσσσαρίδης (Κύπριος): ατάλαντος
Πατίλης: μέτριος
Κοροπούλης: μέτριος
Γαλάτης: καλός
Μαρκίδης: καλός
Μπράβος: καλός
Λαλιώτης/ Μίχος: μέτριος
Κεντρωτής: μέτριος