maniatis.jpg

Στις αγορές του χρόνου (ΙΙ)

Τούτο τον καιρό, καιρό αγόρασα,

κλεισμένο, σ’ ένα τόσο δα βιβλίο.

Αγνώστου ποιητή λεει το βίο,

που εγώ, φτηνά τον εξαγόρασα.

Μια διάθεση τις νύχτες με ωθεί,

ταξίδια εγώ να κάνω με βιβλία.

Στα μέσα μου, εξάπτει η φαντασία,

τα βράδια που προσφέρεται η σιωπή.

Γραμμή – γραμμή, μαθαίνω τη ζωή του,

τα όνειρα, τα πάθη, την ψυχή του

και νοιώθω πως τον ξέρω από καιρό .

Ετούτο τον καιρό, σ’ ένα βιβλίο,

αγνώστου ποιητή είδα τον βίο

και ένοιωσα πως ήμουνα εγώ.

Δυτικές Ινδίες

Στις Δυτικές Ινδίες

Θεοί κι άνθρωποι

μαζί πλαγιάζουν στα όνειρα

και τραγουδούν στις προσευχές

Στις Δυτικές Ινδίες

έρχονται νύχτα οι μουσσώνες

Λίγο πριν απ’ τα όνειρα

Λίγο μετά απ’ τις προσευχές

Λένε μάλιστα ό,τι

κρατάνε έξη μήνες

Όσο κρατούν τα όνειρα

Όσο διαρκούν οι προσευχές

Κι ακόμα λένε

ό,τι τους άλλους μήνες

δεν έζησε ποτέ κανείς

κι ο Χρόνος μόνος προχωρά

στις Δυτικές Ινδίες.

Ένα Βήμα…εντός

Είναι η πλήρωση απόψε που απλώνει,

μέσ’ την ψυχή τη μυρωδιά του φρέσκου δυόσμου,

καθώς βυθίζομαι σε πέλαγος εντός μου,

αναζητώντας κάτι που να μην τελειώνει.

Κι είναι ένα πέλαγο που κλείνει στο σκοτάδι,

εκεί που χάνονται οι σκέψεις και ο χρόνος,

μέσα του σβήνει η ζωή αλλά κι ο πόνος

και μαύρος ήλιος βασιλεύει μέσ’ το βράδυ.

Είν’ ένα πέλαγο σε τόπο μυστηρίου,

όπου τα πάντα καρτερούν το κάλεσμά τους,

να ‘ρθούν στο πρόσταγμα του άγνωστου Κυρίου,

καθώς κρατά για όλες τις πόρτες τα κλειδιά τους

και στις σελίδες του ολόλευκου βιβλίου,

δίνει στου αύριο τις μέρες τ’ όνομά τους.

Μικροί στρατιώτες

Μέσα στον πόλεμο

Μικροί στρατιώτες πάνε

Ρούχα βάφουν κόκκινα

Γελώντας τα φοράνε

Μέσα στον πόλεμο

Στη μάχη προχωράνε

Μικροί στρατιώτες

Τα ρούχα τους χαλάνε

Μέσα στον πόλεμο

Στρατιώτες μικροί πάνε

Τη γή τους ζήλεψαν

Ρούχο τους τη φοράνε

“Πρώτο Ταξίδι”

Μακρύ και πάλι το ταξίδι

Ο ήλιος, κόκκινο βαθύ

Παίζει παιχνίδια με το κύμα

Τʼ αγέρι, ένα μικρό παιδί

Τρέχει

Πηδάει και χορεύει

στα κύματα στις κορυφές

Κι εμείς δελφίνια που ξεφεύγουν

απ’ τα καράβια

– απ’ το χθες –

Η αλμύρα γίνεται σαν μέλι

γλυκιά στο στόμα και ποθείς

του Οδυσσέα την Ιθάκη

να ψάξεις μέσα σου να βρεις.

Τόποι Μυστικοί

Στον Δημήτρη Ε.

Τις Κυριακές τα πρωϊνά που όλοι γυρνούν,

απ’ τη διασκέδαση της νύχτας του Σαββάτου,

έχω ένα φίλο που φορώντας τα καλά του,

πάει εκεί, που οι ανθρώποι δε μιλούν.

Στη γειτονιά, λένε πώς έχει τρελλαθεί,

πως των ανθρώπων δεν αντέχει την παρέα,

μα όταν γυρνά, λόγια παράξενα ωραία,

μας λέει κάθε Κυριακή.

Μας λέει για τόπους μυστικούς,

που όλα τα καλύπτει χιόνι

κι οι άνθρωποι κρατούν σταυρούς,

στους δρόμους που βαδίζουν μόνοι,

όπου μονάχα τη σιωπή ακούς

κι ο πόνος των πραγμάτων τελειώνει.

Όσα δεν είπα σε …ένα γράμμα

Αγαπητή μητέρα

Στο τέλος της κι αυτή η μέρα

πάλι μακριά σας θα με βρει.

Lagos είμαστε τώρα, Αφρική.

Φιλιά να δώσεις στον πατέρα.

Το Πάσχα θα γυρίσω εκεί.

Αγαπητή μου μάνα

θαλασσινή κυρά, με λόγια πλάνα

στην αγκαλιά της με κρατεί.

Εδώ, φορτώνουμε στη ράδα

κι είπα να γράψω μιάν αράδα

λίγο να παρηγορηθείς.

Μʼ ένα λοστρόμο απʼ τʼ Αλγέρι

θα στείλω δέμα να σου φέρει.

Κέραστον κάτι αν μπορείς.

Ο πρώτος χθες, πήρε ένα γράμμα

και μούπε πως θα κάνει τάμα

η άρρωστη γυναίκα του αν σωθεί.

Δεν μπόρεσα να μη δακρύσω

σαν σκέφτηκα, εσένα πίσω,

και την πλάνα, την κυρά θαλασσινή.

Αγαπητή μου μάνα.

Στην εκκλησιά που πάς κάθε πρωί

νʼ ανάβεις και για μένα ένα κερί?

και μην ξεχνάς το νάμα,

Γιoρίτικο να πάς την Κυριακή.

Σαν τάμα …

στην κυρά θαλασσινή.

Η Έξοδος (κατά την έξοδο)

Κομμένα μέλη στην πορεία συναντώ,

γνώριμα κάποια, από χρόνια περασμένα.

Εσύ κοιτούσες μια μπροστά και μια εμένα,

να μη σε μέλλει, μου ‘λεγες, το φονικό.

Λόγος στον λόγο επιβλήθηκε η σιωπή

και μια βροχή που κάθε μέρα δυναμώνει.

Μέσα στο πλήθος που πορεύονται όλοι μόνοι

ο νεκροθάφτης σφραγίζει την πομπή.

Ήσουν εσύ, ήσουν εκεί, μέσα στο πλήθος

όταν οι λόγχες τρύπησαν τον ουρανό.

(Το γεγονός τότε βαφτίστηκε ως μύθος)

Όταν περπάτησε η πορεία στο κενό,

εσένα φώτιζε η τόλμη και το ήθος

και τα σημάδια του πνιγμού σου στο λαιμό.

Ειρωνία Επί Τέλους

Ειρωνικό μα την αλήθεια,

πάνω απ’ την πόρτα του θανάτου,

λόγια να λένε, από συνήθεια,

μα να μην φτάνουν εδώ κάτω.

Με κρίνα ολόλευκα να ραίνουν,

το τελευταίο πέρασμά μου.

Τύψεις να τα ‘χω, να βαραίνουν,

να καρτερώ να ‘ρθουν κοντά μου.

Άνθη και άλλα να μου φέρνουν.

Λάδι, να καίει το καντήλι.

Τον δρόμο της επιστροφής να παίρνουν,

μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη.

Μετά, γύρω απ’ το τραπέζι,

κοινωνικά σχόλια να κάνουν,

για τη σειρά, που τώρα παίζει,

στην τηλεόραση και χάνουν.

Ειρωνικό μα την αλήθεια,

στεφάνι, πάνω στο σταυρό μου,

και για της μνήμης τους βοήθεια,

Ο Γιάννης Μανιάτης γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα όπου και εργάζεται τα τελευταία χρόνια .

Η ενασχόλησή του με την ποίηση ξεκίνησε σχετικά νωρίς, αρκετά πριν αποφοιτήσει απ’

τη Δημ. Σχολή Πρεβέζης, Ασυρματιστών Εμπ. Ναυτικού και τα ταξίδια του στη θάλασσα.

Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.