Ποιήματα για το «ποιείν» 15.05.2007
sokratis-xenos.png
ΕΝΑΛΙΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
με βρέχεις
εικόνα
μισός σκοτεινός
κι ο άλλος υπόλοιπο
με του σύννεφου την πέτρα στο χέρι
δεν ξέρω πώς να βγω
με ποια λογική ανέμου
από τούτο το τετράγωνο

μου έμελλε
να ζήσω με μιαν απόσταση χεριών φεγγάρι μου
και αναπηδητά κάτω απ` το δέντρο της σπουδής
να `σουν τουλάχιστο σε προσιτό κλαδί
το βαρύ επιδόρπιο
γη και συ
στη γη με ουρανού υλικά να σκύβεις
διπλή πυρόσβεση και να συγκλίνεις
στη φωτιά
ματαίως
αγκίστρι
δίχτυ
ωμή παλάμη
κι άλλους ό,τι βρω άρπαγες
απ` το λαιμό
να κατεβάζω το θεό μου
κι όλα στα μισά
κι όλο μισά γιατί σου ανοίγω λόγια
με αθάνατα λυχνάρια τι δουλειά έχω
άναψα στα τσιγάρα μου ναρκωτικά σινιάλα
και ενάλιος στο παράθυρο
σ` ευτυχισμένο χάλι βαφτίζομαι Αύγουστος

ΝΟΤΙΑ
Και σε περίμενα
με τις θεές τις ώρες
άμμος στων πεύκων τη γειτνίαση
στου ανέμου τις βελόνες θωπεία
πέρα πέρα ως το τρύπημα της φυγής

έχτιζα πύργους ζωγράφιζα φωτιές
μόχθος ισορροπώντας
στις ακμές των πραγμάτων κι η πεταλούδα
με το φτερό κολλημένο στο νερό
πήγαινε έλα πήγαινε έλα έρμαιο τέλος

προ Χριστού θα `ταν αυτή η σκιά που κατέβαινε
καμωμένη από βουνά και αποχαιρετισμό ήλιου
ως το διακριτό επτάφυλλο κύμα

κι όλο γυρνούσα στην τρελή την όστρια
– Μη, μη, της έλεγα, κρατήσου λίγο ακόμα
στις φιάλες των όρμων

Κι όταν έσπασε η θάλασσα
σ` έζησα

ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
Από την έλξη στον κόσμο κινήθηκα
και σε λόφους φορές δυο στήθη
κατά κράτος νικήθηκα
μέσα στο ακούγομαι σέρνοντας
τα γεράνια σεντόνια στα πόδια σου
δυναστεία των ρόδων
πού ξυπνάς και λυπάσαι
μια διάθεση
μάντιδα δάφνη στο στόμα
μέχρι εκείνα τα λόγια
των ασωμάτων το βάρος
μέγα εύρος φωνήεντα που βαφτίστηκε ο άνεμος
κοιμάται τώρα στην ηχώ αρωμάτων
Στο πέραν του γέλιου
των ματιών τα παλιά έγγραφα ξεφυλλίζω

ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ ΣΙΩΠΗ
Στο περίγραμμα του εμείς
κατάκλειστοι
σε μιαν ορθοστασία σιωπή
οι πια άλλοι
xωρίς διέξοδο
απ` τα χαμόγελα των επιτήδειων

πόσες φορές έλα να δεις
σκάλωσε το ψαροκόκαλο των λέξεων
σ` έναν άφθαρτο βήχα

δεν είναι δεν είναι εύκολο
ό,τι πονάει αυτούσιο να βγει
ξεριζωμένο

κρατάω ανάσα παρανάλωμα
να ζαλιστούνε οι καπνοί οι ληστές
κι ανοίγω βάζο
γλυκό τριαντάφυλλο
καθρεφτίζομαι
στην κλίκα των αρωμάτων
και φυσάει
ξεκούραση στης μέρας τις ελπίδες

μην κοιτάς στο συμπέρασμα
ένα κέρασμα είναι αντίθεση
σε πληγωμένη στάση ροδαριά
που κλαίει για τα υπόλοιπα εβδομήντα

με το δικαίωμα της σιτοκαλαμιάς
βάζω φωτιά στη νύχτα των θαυμάτων
κι αλλάζει ο καιρός

ΈΛΑ
Έλα
να σε ρίξω ένα βράδυ στων ονείρων τα κύματα
βαμμένο μου δάκρυ οξύ
Τι άλλο πια να φοβάσαι
Τα νυχτικά σου μυρίζουν φωτιά κι άνεμο
Ένα περιθώριο κορνίζα κρατάς
ήλιους χρήσιμα αγκάθια
πίσω σου άοσμες πλημμύρες
μαντρωμένες σε τοίχους

Έλα να πιστέψουμε
να μάθουμε πρέπει
κι άλλο στα χέρια
νυχτερινό δρόμο ν` ανοίγουν
σε ωραίες καμπύλες φεγγάρια
γραμμή για τη μέρα
κάθε σπασμένο γυαλί
σοφό κεχριμπάρι
παράθυρο
με της γνώσης το πώς
στων αιώνων τ` άφθαρτο μέρος

Φρέσκο δαδί ανάβω στον ύπνο
να υποσχεθούμε
καλό δρόμο στους καταρράχτες
Βρέχει ο νους καμιά φορά
κάτι βροχές
ακριβώς
πάνω απ` τη δίψα του κόσμου

(Ο Σωκράτης Ξένος διατηρεί το ιστολόγιο “Σημύδες”)