Ηλίας Λάγιος, Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία

Anastasi

Λουκ. κδʼ 13-32

Είχαν παρέλθει από την κοίμησή του τρία (τα προβλεφθέντα) νυχτοήμερα,
Κλεόπας, κι άλλος εις, πορεύονταν προς Εμμαούς, μια γκρίζα, ανώνυμη, της φτώχιας κώμη
κι αυτός, αφού συσκότισε τους οφθαλμούς των μη αναγνωριστεί, τους μίλησε ήρεμα.
τον ρώτησαν αν άκουσε που ο σταυρωθείς εδιάβηκε το άφατο σταυροδρόμι.

συμβαδίζοντας μνημονεύαν προφητείες και φτάσαν νʼ αναπαυθούνε στου χωριού τα δώματα,
εκεί, αφού ευλόγησε και μοίρασε το ψωμί, τους επέστρεψε την επί τούτου όρασή τους.
των μαθητών χαρές και ξεφαντώματα για τα γλυκά κι απρόσμενα ανταμώματα,
πλην, ήδη έπλεεν ο υιός σʼ ωκεανό μακαριότητας με την ευδαιμονία μυθώδους κήτους.

ω, Κύριε, τʼ άπιστα γεννήματά σου, εις α ενεφύσησας πνοή ζωής συγχώρατα,
κι επίτρεψε να εορτασθεί μες την Ανάστασή σου η αμαρτάνουσα θνητότης.
κοινώνησέ μας σκοτοφώς κι ασυμμετρία, φανέρωσε τοις αναξίοις τα αόρατα,
όχι ο δούλος σου ο μετανοών να ευφρανθεί, μα ο αποστάτης, ο ληστής κι ο καταδότης.

όμως, ο παλαιός εσπερινών, ψυχρός και αμετάτρεπτος, ουδέτερος σαν άζωτο,
Ρομφαία κραδαίνει αντί μηλίτη να κερνά που κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος.
ο πλάσας, αδιακρίτως, και τιτρώσκει μας, αυτός που στέρησέ μας εξ αρχής το αμαράζωτο,
ότι εμείς εσφραγιστήκαμε με τα αρνία του κι ο στοργικός ποιμήν μας είναι ο λύκος.

Νίκος Γκάτσος, Μέγα Σάββατον

Μέμνησο!

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
Σε λίμνες άνυδρους βάλτους υγρούς
Σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.

Πίσω απʼ τους λόφους τους χαμηλούς
Με τους προφήτες και τους τρελούς
Στέκουν παράμερα τρία παιδιά
Σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμα έστιν και ζωή έστιν.

Μες των καιρών την ανημποριά
Διώξε το γραίγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
Με του θριάμβου σου την κραυγή.

Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ανάστασις.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.

Στέλλα Βλαχογιάννη, Σάββατο

Αυτοί που έφυγαν είναι εδώ
Κοιμούνται τον ύπνο μας
Κλέβουν τα δώρα μας-χρόνια συνήθως-
Ντύνονται τα ρούχα μας
Πάνε στις δουλειές μας
Κι άμα καμιά φορά τους ρωτήσει
κάποιος για μας
Α, η κόρη μου -λένε- αναστήθηκε.

Νίκος Καρούζος, Τ’ άνθη βροχερά στον κήπο των ωρών μου (απόσπασμα)

….Κύριε κάνε πιο αίσθηση την απειλή
που να υποκύψω;

Μα ένας μαύρος ηγεμόνας
απ΄το φύλλωμα του νερού με συναρπάζει
στην όχθη τουτη πως ταράζει το κύμα-
το πλοιάριο εντούτοις
και εκείνος
με τόση λάμψη του χρυσού σκοτάδι.

Ίσως εδώ ν’ αναστηθώ
πόση χαρά πορεύεται,
χόρεψε
φίλη: Ο θάνατος
με κλέβει.

Καλύψο άι.

Τζένη Μαστοράκη, Αποκαθήλωση

Η αποκαθήλωση γίνεται
πάντα πρωί
μετά το πρώτο τσιγάρο
την ώρα που το ιερατείο κοιμάται.
Αργότερα
παρατηρούν την απουσία
και λένε κάτι γι’ Ανάληψη
ή άλλες Θαβώριες περιπτώσεις

Σωτήρης Παστάκας, Επέτειος

Το λεύκωμα με τις φωτογραφίες
Που δεν τραβήχτηκαν ποτέ, ξεφύλλιζα
Και πάλι απόψε. Κομμάτια κινήσεων
Που δεν ολοκληρώθηκαν, μισόλογα
Κι υπονοούμενα και χειρονομίες ακέραιες,
Κι η μικρή αμαρτία να λάμπει αμιγής
Σε πείσμα κάθε πιθανής μετανοίας,
Και πρόσωπα να φλέγονται ακόμη περισσότερο
Όσο περνούν τα χρόνια, ακόμη πιο οικεία
Και προσιτά και αναστάσιμα,
Και οι πόλεις να ονειρεύονται τρυφερά
Η μια την άλλη, να λέγεται Τίβερης
Το μεγάλο ποτάμι που φαίνεται ψηλά,

Απʼ το Λυκαβηττό.

Ανθολόγηση:Σοφία Κολοτούρου (1,2), Σπύρος Αραβανής (3,4,5,6)