ΚΩΣΤΑΣ ΒΡΕΤΤΟΣ, « ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΑ» , Δελφίνι 1995

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ
Στις ακροκέραμες λέξεις

Empty House

Χαίρετ΄ εσείς οι ακατοίκητες
χαίρετ’ εσείς οι ετοιμόρροπες
και σεις οι εγκατάλιπες ,οι κενοτάφιες λέξεις

ότι ενίστανται ορθοί στην κατεδάφιση
όλοι οι άστεγοι καημοί καταληψίες σας.

Η ΠΟΛΥΞΕΝΟΥΛΑ

Στην Π.Σ

Περιβολάκι μυστικό
όχι τʼ απόκρυφου καημού
αλλά του σύννεφου αυτών
των χαμηλόφωνων βλεφάρων

τι κελαηδάς στον κηπουρό
σα να σε πότιζε ενώ
μόνη των φύλλων σου νυχθήμερ΄ η δροσιά
ανακυκλώνει το χυμό σου ως τη ρίζα

εκεί που ευδοκήθηκα αδόκητα
σκυφτός, απ΄ την ξεσύρτωτη πορτούλα
να βρέξω το αχείλη μου παράωρα

μπαχτσέ μυριστικέ μου
γονατισμένος στις λιμνούλες των ονείρων σου
κατάστεγνος εγώ.

ΕΝΟΜΙΣΑΝ

Στους νεκρούς του Πολυτεχνείου

Γκρεμίζοντας τον φράχτη της σαρκός
μας στρίμωξαν αδιέξοδους ενόμισαν,
στο παραπέντε της νυκτός τα ερπυστριοφόρα

και μεις ανυψωθήκαμε ,λοιπόν, κατακορύφως
σαν δείκτες προς τις δώδεκα η ώρα του φωτός.

Η ΚΑΜΠΑΝΑ

Μια γιγαντιαίων διαστάσεων καμπάνα
σημαίνει απ΄ το πρωί
ακαταπαύστως.

Ραγίστηκα παλλόμενο γλωσσίδι της
θεόκουφος εγώ.

ΠΑΜΒΩΤΙΣ

Από τα κράσπεδα της πέριξ ενδοχώρας μου
συρρέουν αδιεξόδως στο χαρτί
νερά απαρηγόρητα –Παμβώτις λίμνη.

Στον πάτο αδιατάρακτη κοιμάται ,ορατή
στα ξέβαθα των θλίψεων ,κάποια Φροσύνη.

ΑΛΛΟΤΕ – ΤΩΡΑ

Κάποτε πλέγματα οι φλέβες στα μηνίγγια μας
κρατούσανε τον κόσμο σαν σε κάνιστρο
οπωροφόρου προσφοράς.

Τώρα εμείς από το δίχτυ κι από τ΄ άγκιστρο
μες στο πανέρι σπαρταράμε του ψαρά

Η ΛΑΓΚΑΔΙΑ

Κρύβω βαθιά μες στο ρουθούνι μου
όπως το κόκκαλο ο σκύλος
την οσμή σου

και στο χαρτί μοσκοβολάει πλατανόφυλλη
μια λαγκαδιά πέντε λεπτά πριν απ΄το χάραμα.

ΧΑΙ ΚΟΥ

Στο μά-
τι του κυκλώ-
νος τα κυκλάμινα

για σε-
να κλαίνε
Η ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΗ ΜΗΧΑΝΗ ΜΑΣ

Στον Άγγελο Σ. και το τεχνικό επιτελείο της Κιν/φικής Λέσχης Γυθείου

Ήδη κρυώνει το κοινό κι αδημονεί
μα, στην καμπίνα προβολής κάποιος ιδρώνει,
σπρώχνει να φτάσει σ΄ οργασμό τη μηχανή
που, αν και πόρνη, σαν παρθένα πεισματώνει.

Τον ένα άγγελο γυρεύει να φανεί…
μόλις αυτός με τα φτερά του την κυκλώνει
ανοίγει διάπλατην εικόνα στο πανί
κι όλους μας παίρνει εραστές της στην οθόνη.

Κι όπως θροίζει η μπομπίνα μʼ ηδονή
(και ξετυλίγει –σαν ανέμη-παραμύθια
με του Ντελόν και με του Βέγγου τη φωνή)

μέσα στα χρώματα που φέγγουν τʼ Αντονιόνι
ξεχνάμε λίγο την κατάμαυρη αλήθεια
και της ανέραστης ζωής μας τη βοή.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ – η σαρμανίτσα του ποιητή

Ο Κώστας Βρεττός ζει στο Γύθειο ,στο σπίτι που γεννήθηκε το 1946.Σπούδασε νομικά και βιοπορίζεται ως παλαιοπώλης . Γνώρισα την ποίησή του με τον απλό και απρόοπτο τρόπο που μας αποκαλύπτονται πολλές φορές τα ωραία. Βρέθηκα να περιεργάζομαι στην προκυμαία του Γυθείου -Μάιος του 1993 μάλλον- τα εντυπωσιακά πιθάρια μπροστά από το μαγαζί του και ανάμεσά τους μία ξύλινη κούνια Την προηγουμένη διαβάζοντας Εγγονόπουλο « η σαρμανίτσα του ποιητή…», είχα ανοίξει λεξικό να δω τι ήταν η σαρμανίτσα Ξύλινη κούνια έγραφε και βλέποντας τώρα το ίδιο αυτό πράγμα ενδεχομένως μπροστά μου, μπήκα να ρωτήσω .Ο παλαιοπώλης σκυμμένος στο μικρό του πάγκο στο βάθος. Το παλαιοπωλείο ατμοσφαιρικό και κατάφορτο αντικείμενα , μνήμες .Σε μια κασέλα το μάτι μου εντόπισε αφημένο ένα χειρόγραφο ποίημα. Το διέτρεξα με την άκρη του ματιού μου στενόκαρδα -μην υποχρεωθώ να εκφράσω γνώμη ,μη χάσω τη βόλτα στο Γύθειο, το ηλιοβασίλεμα έξω, άσε είπα…Μα το ποίημα ήταν από αυτά που σε καθηλώνουν, από αυτά που εγώ είχα ανάγκη να διαβάσω και στάθηκε η αφορμή να γνωρίσω τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο και την ποίησή του μένοντας στο παλαιοπωλείο ώρα πολλή. Η σαρμανίτσα με είχε οδηγήσει σωστά.
Για την ανθολόγηση και το επίμετρο
Γιώτα Αργυροπούλου Μάρτιος 07