Την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2007, τελέσθηκε το μνημόσυνο του Γιώργου Δρανδάκη. Τον μνημονεύουμε ξαναδιαβάζοντας την τρίτη του ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε το 1987, ιδιωτικώς, πριν 20 χρόνια.

«Δέκα χρόνια ασυντόνιστος με την εποχή του» —– Έζρα Πάουντ
*
Κι ω Θεέ μου
Αν είσαι καλός
φέρνω τα σημάδια της μοχθηρίας σου.
*
Λέξεις, ηφαίστειες λέξεις
δροσίζουν την καρδιά σου
τη φτιαγμένη από αλάβαστρο και δροσοφωλιές.
*
Του στήθους σου την οξύτονη κραυγή
ανεπαίσθητα κουρσεύει του φωτός η χάρη
κι ο άγιος καθρεφτίζει το πρόσωπο του
στο βαθύ φως της σάρκας σου.
Ο ήλιος θα βγει για μια άλλη μέρα
και δεν έχει ούτ’ ανατολή ούτε δύση αυτός
και πάντα μεσουρανεί τα μεσημέρια.
*
ΠΑΡΑΝΟΙΚΟΣ ΦΟΒΟΣ
Ι.
Ροδίζ’ η αυγή
Μέσα μου η οργή σφαδάζει
μίσος και αίμα συντροφεύουν
Στοργή κι αγάπη πεταμένα
Εχθρός του κόσμου
γλυκά, σε λίγο θ΄ ανατείλει
Η μπόρα του χτεσινού μας κόσμου
βρήκε με καταμεσίς στη στράτα
Γλυκά σε λίγο θ’ ανατείλει το κορμί σου
Γερμένο, πίσω το κεφάλι
την πίκρα του κόσμου τραγουδάει
γεμίζουν οι σπηλιές κορμιά και κλώνους
αντίκρυ το τανκ πολυβολάει
Σήκω φωνή αλαφιασμένη
ο θύτης για σένα ξενυχτάει
Ξεπρόβαλε λαμπρός ο ήλιος
γοργά οι φτερούγειες του
χτυπάνε το σκοτάδι
Μένω μόνος
Αντίκρυ το τανκ πολυβολάει
Παιδιά που παίζουν στρατιωτάκια
παιδιά που παίζουνε τα θϋμα’2ϊ>£
ο πόλεμος λυσομαχάει
Σήκω φωνή αλαφιασμένη
ο θύτης για σένα ξενυχτάει
Μάτια γελούνε στη ματιά σου τη φοβισμένη
Ψάχνω να βρω το όραμα σου
Και είν’ αργά
Αντίκρυ το τανκ πολυβολάει
Γλυκά σε λίγο θ΄ανατείλει το κορμί σου.
II.
Γυναίκα, αγαπημένη μες τη νύχτα
Κράτησαν το κορμί σου οι καθρέφτες
κι ο άνεμος νανούρισε τα όνειρα αού
Γέλιο γυναίκας λατρεμένης
σμίλεψε τον αγέρα η φωνή σου
και πέφτουν τ’ αγάλματα βροχή στη σιγαλιά
Γυναίκα φιλημένη μες τον ύπνο
Τα όνειρα διχάζουν την προσταγή σου
Γυναίκα αγαπημένη μες τη νύχτα
Χίλιες κινήσεις, λόγια μαρμαρωμένα
Η απουσία σου
έλαμψε φωτεινό το όραμα σού
Φτάνει!
Γλυκά σε λίγο θ’ ανατείλει το κορμί σου.
*
Άνοιξε ώ Άνοιξη
πολυοφιγμένα νόυλον,
με την εκκωφαντική ηδονή
μιας κρουστής σάρκας
που ανατρέχει στη βία
να βρει δικαίωση,
στην άκρη ενός δρόμου
λασπωμένου απ’ το αίμα των ακρωτηριασμών μας.
Πολλά θα μαθαίναμε…
όμως ο καιρός βιάζει
μόλις και γλυτώνουμε
απ’ τα δακρυγόνα.
*

Τις τριανταφυλλένιες νύχτες
που ξύπνησες μ’ ένα περίστροφο στον κρόταφο
και τη φωναχτή αγωνία εκείνων
που ξεψύχησαν στην πόρτα σου
κοριτσιών που πέθαναν
πριν πάρεις την αρωματισμένη τους πνοή.
‘Ενα κυνηγημένο σύγνεφο
τράβηξε προς το Βοριά
με την βουή των κυμάτων
το άρωμα ξεχασμένων μενεξέδων.
Μια λουλακιά αύρα
που ξεψύχησε το μεσημέρι
στο προσκεφάλι σου
στην τελευταία υπόσχεση αγάπης.
Το πολιτικό το άστρο ακολουθώνας
έφτασα της καρδιάς σου τη γλυκάδα
στα διάφανα οροπέδια, στις λουλουδοφωλιές
των ξεπνεμένων εραστών.
Ναι έφτασα στον Τόπο
που δεν έχει γυρισμό
στο ξέφωτο των πανωραίων ελάτων
κι έκλεισα με λουλούδια τις διαφυγές
Στεριωμένη ομορφιά
ξεχάσαμε τη λευτεριά.
Γητεμένη, απαλή νεραϊδοφωλιά
μάγισσας μάγια ποθητά
λεύτερα μες στη δίνη σου
άφησα να πνιγεί το λογικό μου
κι έκλεισα τους δρόμους
μη χαθώ και πεθυμήσω
τον πλατύ τον ουρανό
και του ορίζοντα το άπλος.
*
Σαν γραφτεί και το τελευταίο Ποίημα
αδειάζει ο μέσα κόσμος
κι ακόμη το Μεσογειακό Φως
δείχνει ξεκάθαρα το Ζικ-Ζακ των μονοπατιών
που οδηγούν στον ουρανό.
(κολάζ: Σωτήρης Παστάκας)










Τι σχόλια να γράψουμε για σένα καλέ μου Γιώργη, αφού δεν πήραμε χαμπάρι ούτε την κηδεία σου, ούτε το μνημόσυνό σου….