Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει στα ελληνικά το βιβλίο που ανεβάζουμε ολόκληρο σήμερα το 1981 από τις εκδόσεις Γνώση του Μάνου Ελευθερίου, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα (Le infedeltà del pensiero) και μια ποιητική συλλογή (Angeli a perdere) το 2006.

proto-tou-jereni.jpgjerenis1.jpgjerenis3.jpgjerenis4.jpg

1
Τα σπίτια που υπήρχαν φύγανε
και βυθίστηκαν μέσα στη μνήμη στη σκηνή και στα πρό-
σωπά της.
Το λάδι που κοιτούσαμε χείμαρρος να κυλά και όσμιζόμα-
σταν μια ηδονή
το μετράμε με τους ζυγούς των φαρμακών σταγόνες.

Τα σπίτια που δεν χτίσαμε φύγαν.
Λες τώρα δεν μένει λύση άλλη
απόφαση ή πρόφαση ή άρση ή θέση.
Τώρα πού τα σπίτια έφυγαν — τότε μας φιλοξένησαν
δεν μένει άλλη λύση:
θα ανοίξω την πόρτα που σιγά σιγά
—χτίστης ο καιρός καλός και χαράκτης—
φόρεσε το ύφος του ναού των Μalatesta
με τα μάρμαρα τα χρωματιστά τα κοχύλια
τα κάνιστρα με τα φρούτα με τις ανάγλυφες του Αgostino
di Duccio
και τον εσταυρωμένο του Giotto που μας άφησε στο πέρα-
σμα του
—εδώ που χάσαν τη ζωή τους μερικοί Ελληνες—
και στα υψηλά περιστύλια προθήκες τα κόκαλα του Πλή-
θωνα του Γεμιστού. Ένα μοναστήρι μοναχών Φραγκισκανων πριν ο Leon Bat-
tista Alberti αναλάβει την ανοικοδόμηση.
Οι μηχανές του ολέθρου —βέβαια— ιεροσύλησαν στην οροφή
του θριάμβου της αγάπης του Sigismondo Pandolfo Mala-
testa και της Ιsotta
και στις ψυχές των Ελλήνων μερικών Ελλήνων
μερικών ανθρώπων.

2
H λευκόστηθη φόρεσε το μανδύα της αβύσσου.
H λευκόστηθος και λευκώλενος αυγή των ονείρων.
Οι κλώνοι των άδυτων αστερισμών στάζουν τα τριμμένα
ροδόφυλλα στην όραση και στην αναπνοή των ακροατών
και θεατών του συμποσίου του Ήλιογάβαλου
ο ήλιος διηγείται το μύθο του αέναου φωτός στους από δρε-
πανηφόρα άρματα ξεκοιλιασμένους νυχτοβάτες.

jerenis2.jpg

3
Ο ύπνος τα τείχη ύψωσε της μοναξιάς του
και η πολιτεία του αγάπες βυθισμένες στο διάστημα της
Ατλαντίδας
και η οικονομία του άνθη με παράξενα ονόματα
Αnisia Αnisita
σημεία γραμμένα στην απουσία με τη γύρη των στημόνων
που περιμένει με αγωνία τον κήρυκα να γονιμοποιηθεί — ας
είναι
ποιος θα μπορέσει να πει τα ίδια παραμύθια πριν τα μάτια
του αδειάσουν από φως
και η λαμπαδηφόρος πνοή του —κομήτης— τον ουρανό χα-
ράξει
πόσα βλέμματα θα χαϊδέψουν την πύρινη χήτη του πριν θε-
σμοποιηθεί στο άδυτο κενό
και τα παιδιά του, θα εύχονταν, να ανθίσουν παπαρούνες κά-
θε καιρό στης Άνοιξης το σώμα
και από εκεί κάθε καιρό να αποχαιρετιούνται.

4
Στα ίχνη μας στην άμμο κοντά στο γεφυράκι και πέρα
από τις αλμυριές
βρήκαμε στον γυρισμό άλογα πεθαμένα
γύρω τους παίζαν σκύλοι δαιμονισμένοι.
Τα ίχνη μας πεθαμένα αλόγατα οσμή δολοφόνου.

5
Αυτούς τους βόμβους που ακούς να αντηχούν και να στρο-
βιλίζονται στις κόχες του ραγισμένου κρυστάλλου της
νύχτας
ξυπνούν κάθε πρωί με το φως τις σπασμένες διαδρομές της
Άνοιξης.

6
Τα καλέσματα οι μικρές κραυγές πού ξεχνιούνται στον
ορίζοντα
των νεογέννητων
όλο φωνήεντα λίγα τα σύμφωνα και αυτά βοηθητικά στη
βασική διάταξη του πρωτόγονου καθαρτικού ρυθμού.

7
Και αν κάποτε γυρίσαμε το νου μας προς την καρδιά των
κοχυλιών
δεν ήταν για να συλλέξουμε τον ήχο το αιώνιο στροβί-
λισμα
αυτό το ακούσαμε χρόνους πριν κάτω από τα φύλλα της
ελιάς πού μοίραζαν
έναν ίσκιο και ένα φως δίκαια δίπλα στο φλοίσβο των ανθών
και πιστέψαμε πως η ζωή είναι αόριστη σαν το γλυ-
κό τρεμούλισμα που έστερξε στο κορμί μας σε τόπο
χλοερό άμνημο
και αναθαρρήσαμε.

Τώρα κοιτάμε μέσα από δάσος μεστό και διακρίνουμε πως
πεθαίνει κανείς
και αυτή η ζωή που μας δόθηκε με τρόπο απρόσμενο στις
παρυφές
φαίνεται να βεργολυγίζει στους στήμονες της παπαρούνας
στο άκουσμα των ψιθυρισμών

και οι θήκες των βιβλίων ένιωσαν ένα θρόισμα βελουδένιο
αγγίσματος
χειρόγραφα με κοσμική σκόνη απλωμένη δύο δάχτυλα στο
δέρμα τους
μας πλησιάζουν από ανύποπτα σημεία και σε ανύποπτες
στιγμές
για να μας αποδώσουν αυτά τα σημεία και αυτές τις στιγμές
σε ένα σχεδίασμα μορφών που κεντούν το σχήμα της καρ-
δίας τους.

Οι χειρονομίες που δέθηκαν στη μνήμη αναρωτιόνται πως
τα κατάφεραν
να μη χαλάσουν μακρύνοντας τόσο από το σώμα που υπή-
ρξε και βυθιώντας κάπου εκεί
που τώρα ψηλαφούμε πυκνό φύλλωμα από ερωτικά σπέρ-
ματα και βόμβους μεταλλικούς.

8
Τα μάτια που φύγαν
και τη θέση έκλεψαν του πολικού
—το αστέρι του βορρά—
να φύτρωσαν στο ουράνιο περιβόλι
κάτω από τα γόνατα μου
ή θα αναγκαστώ να σπείρω
τη μορφή που άφησαν στις κόρες των ματιών μου
και να γυρνώ τυφλός χτυπώντας
στα δέντρα της Selva Oscura.

Μην τρομάζεις το φως
το φως σου μην τρομάζεις
στα γενέθλια των νεκρών
το φως μην το τρομάζεις
στον κάβο των ανθών
στο ξάγναντο του γαλανού
θα βρεις το τρικάταρτο να πλέει
ιστιοφόρο των ελπίδων σου
στα γενέθλια των νεκρών
ας σιωπήσεις
και οι λέξεις σου ας σπείρουν στην καρδιά σου
το φως
που το κεντά στους βράχους
των πόθων ή σειρήνα.

9
Σαν τα φιλμ που βλέπαμε μικροί συνωστίζοντας τους υπαί-
θριους σινεμά
φιλμ… σινεμά
CALDERONE PIZZERIA RISTORANTE
COME ON TWIST AGAIN
AMORE AMORE TRA LE TUE BRACCIA
SULLA TRECCIA DELLA SPIAGGIA IO E TE
FUOCHI FATUI AFFICHE
JEDE NACHT IM KINO EMBASSI
προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε προ-
στρέξατε
και είπα να κρυφτώ κάτω από το νάρδο και είδα στα φύλλα
του και στα άνθη του
τσαμπιά να κρέμονται οι χαμπερούσες και η ευωδία και είπα
να κοιτάξω άλλου
και ένας σαλτιμπάγκος φώναξε
όσοι πιστοί προσέλθετε
και άδειασαν στα μάτια μου οι φωτεινές πινακίδες της πο-
λιτείας
η ευωδία των άσπρων ανθών τύλιξε τις ψυχές πού είχαν
θρομβώσει πάνω στο φως της καρδιάς μου.
Il parpaglion che fere a la lumera
στο άγαλμα ενός νέου αθλητή.

δεν μπορείς να ζητάς πολλά
σου φτάνει ο ουρανός σου και το μάρμαρο που ακουμπάς.

10
Δεν θυμάμαι η προσπάθεια φέρνει την άρνηση
το αλώνι κάπως αμυδρά το φαντάζομαι αυτές τις νύχτες
με τα ξανθά του τα μαλλιά να κυματίζουν στη νοτιά του
φεγγαριού
στα αιματώδη χείλη φαίνονται οι οικονομίες μιας λεμονιάς
στην πανσέληνο των αγρών.

Από ό,τι θυμάμαι τα καλοκαίρια φεύγανε στη ζεστή ομί-
χλη των σωμάτων
και το χειμώνα θερίζαμε χολή και θάνατο.

maravasjerenispastakas1.jpg

11
Ο ουρανός ιστορεί παράξενα πρόσωπα στους ορίζοντες του
βουνά που πλαγιάζουν στον αχό μιας μακρυσμένης εικόνας
νεφέλες που διαδρομούν το ασίγαστο πάθος του γαλάζιου
πανιά που μόλις χάνονται στην τελευταία αχνιστή γραμμή
της θάλασσας
κατά το μέρος του δίχως γιαλό Ωκεανού.

«Περί παντός την ελευθερίαν»
κραυγάζουν οι θεοφθόγγοι κήρυκες στο μέρος της καρδίας μας
μα κυκλωτά ακολουθεί η ποντοπόρος σιγή
και αντιφεγγίζει τις μορφές που αγκάλιασαν τη διαδοχή μας.

12
Στον χαμένο διάδρομο που ξεχείλισε από ξάφνισμα κραυγών
έδραμες με παράλληλη γεύση του σκοταδιού.

Χτύπησα στις κόχες των κιόνων τη στιγμή που συλλάβιζαν
τα πρώτα βήματα τους
και ο λυγμός που αντήχησε κέντησε στην απουσία της λευ-
κόστηθης την παπαρούνα
και ο ουρανίσκος έδεσε στη μνήμη του έναν κόμπο.

13
Στις 30 του Γενάρη η μνήμη του ασκητή Ιωάννη της Κλί-
μακος
στον πύργο των ελπίδων μας στην πιο ψηλή κορυφή του
εδώ που καθρεφτίζονται τα σύννεφα σαν κραδασμοί από
φτερά Βανέσσας
εδώ που ο πορφυρός πέπλος του ασώματου μας θάβει στην
ορμή του
εδώ που χάσαμε τον παιδικό προσανατολισμό μας και η
άμμος άρχισε να αφήνει την κλεψύδρα
δεν μας απομένουν παρά φορέματα που κρύβουν αυτούς που
υπήρξαν.
Alli 30 di Gennaro la memoria del S. Asceta P.N.S.
Gio: Climaco.

14
Πώς να είναι οι ψυχές που χάσαμε πώς να είναι αυτές
που βλέπομε να μορφοποιούνται
γιατί εμείς τίποτε άλλο δεν προσφέρομε παρά αυτά τα λα-
βωμένα σώματα που περιφέρονται σαν τις σκιές.

15
Η λεωφόρος των βελανιδιών
η λεωφόρος των υποκαστάνων
ο κήπος με τις μανόλιες ράχη πεθαμένου κύκνου ανα-
γυρτού στα χείλια του νερού της λίμνης.
Ο εννοσίγαιος καημός της υποχθόνιας ορμής σε ποιόν θα
δοθεί
ποιόν θα αποδώσει στην επιθυμία της θάλασσας και στο
βουητό το κυκλωτό των κοχυλιών
φεύγεις χαρά στη στροφή της φτερούγας κατά το νότο
φτερούγισε προς τα ζεστά νερά
μα το τόξο πού έγραψε πριν αφήσει τους τελευταίους χαι-
ρετισμούς
δάκρυα ή χαμόγελα που ο άνεμος τα έφερνε πολύτιμα λι-
θαρόπουλα βροχή και δίσκους χρυσούς
δείχνει στην άνοιξη των λεμονανθών και στον πορτοκα-
λεώνα της μνήμης
εκεί που σπέρνεις τα μάτια σου και οι καρποί των χεριών
σου φυτρώνουν
στον άσπορο κάμπο παπαρούνες
εδώ που οι χαίτες των καλαμιών σφυρίζουν το σκοπό που
άκουγες μικρή
στο χαγιάτι της θεωρίας σου
σεβαστές δέσποινες έχοντας κύκλο και γέρους μυθικούς
και αν σε έβλεπα τώρα σε βλέπω κάθε νύχτα και κάθε
μέρα με μαγείες και φίλτρα
και φοβάμαι στην κόχη της γωνίας τον ήχο μιας δικαιο-
σύνης να με πετάξει στην πυρά
θα μου έλεγες τα λόγια που μου λες
που μου λέει το είδωλο
το άγαλμα στον ουρανό σου:
ο βέλιουρας και το πελώριο φίδι με το κεφάλι σαν το κεφάλι
του μικρού παιδιού
το πηγάδι που άχνιζε στην ομολογία της Σελήνης
οι υπάρξεις που δεν μπόρεσαν να βγουν στο φως και στον
αέρα της παρουσίας
και κυλιούνται στο στροβίλισμα ενός παράξενου χορού
που τελειώνει με το βελούδινο άγγισμα της γεύσης στο στή-
θος του σκοτωμένου παγονιού
που τρέμει και κείται και σπαράζει και οι κραυγές του
τώρα μόνον τώρα παύουν να σχηματίζονται άναρθρες
στο αραβούργημα της απουσίας.

jerenis3.jpg
16
Ο βράχος του αγίου Μαρίνου
καθώς μέρες καθόμουν στο θεωρείο του κόπου
στριφογυρνούσε αδιάκοπα στο υποκίτρινο της ζελατίνης
χρώμα
έτσι δεν μπορώ να πω πως χρύσιζε στον Έσπερο ή στο
φως του ήλιου βασιλιά
μόνο που με παρηγορούσε η ιδέα της άνυδρης χώρας στην
κορυφή σκαρφαλωμένης
τις νύχτες στο απαλό κυμάτισμα του πέπλου της
όμως
καθώς την ήμερα στο πρώτο του ήλιου χαμογέλιο διασκέδα-
ζαν οι ακτίνες
στην δίχως έλεο πεδιάδα της άτροπης χώρας
και κάρφωναν τα μάτια μου στη γωνία του κοιμητηρίου
και το σώμα μου πονούσε από τα μπρούντζινα βέλη ή μέλη
του απίθανου σκηνικού
πού σαν αράχνη κεντούσε στο διάστημα της ζωής μου το
νήμα της σκιάς της
και ο πριν ασπιδοφόρος εγώ δίχως σκουτάρι έτρεχα σε θή-
κες βιβλίων να κρυφτώ
ή να χαθώ και μέσα στη σκόνη να προσπαθώ να βρω
κουράγιο
Vespasiano da Bisticci με μινιατούρες από τα χέρια των
Atalanti dei Atalanti
και υμνολόγιο στη γλώσσα μας σημειωμένο και «ελευθε-
ρία» και ή μνήμη του Ιωάννη της Κλίμακος
και μπόρεσα για λίγο να υπάρξω χωρίς κουράγιο στις
παρυφές
ώσπου έπεσα στο χώμα ουρλιάζοντας «έτσι να τίζουμαι
εγώ;»
και αρνιόμουν να σταθώ στα πόδια μου και αρνιόμουν σε
μένα να δω τα μάτια της καρδίας μου
και τιζόμουν με μένος και ρόγχο ετοιμοθάνατου και αναρω-
τιόμουν
αν αυτό που είχα δει αστροφορούσε και σε μένα:
«παίζει την αλήθεια».
Ώσπου ο Salvator Mundi του Αntonello da Messina με
το καθηλωμένο δάχτυλο
σαν το λαιμό του Ιησού Χριστού στη σταύρωση του Μa-
saccio
που έδειχνε πέρα ίσως στο στενό της Μεσσήνης
με τίναξε άνέλπιδα στον Υμηττό και στα αρώματα των
υακίνθων
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
και η πανσέληνος στο δρόμο των ροβινιών και των νεα-
ρών κυπαρισσιών με οδηγούσε
στην ησυχία των ρόδων που εκόσμησε τη νεκρική τριήρη
και το λαιμό του εννεάχρονου μέλανος ταύρου και την
καρδιά των κοχυλιών.
Ακούστηκαν της νύχτας τα τριζόνια μέσα στο θέρος των
σταχυών
και ράγισε ή μαραμένη πια των ρόδων ησυχία
και πέταξαν από τα σπλάχνα της και από την ειδωλόθυτη
καρδιά της σμάρι τα χελιδονόψαρα
γαλάζια με άσπρες ασημόφεγγες κοιλιές δείχνοντας τις πορ-
φυρές γραμμές του ορίζοντα
να κλείνουν πίσω από τα λευκά μάρμαρα και να υψώνεται
ο Αττικός μενεξεδένιος ουρανός.
Λυκαβηττός Πεντέλη Φιλοπάππου Υμηττός
στεφάνωσαν τον πόνο της καρδίας μου και στο δειλινό ανα-
στήθηκα πάνω στη χαμογελαστή πενθοφορούσα Άνοιξη
της πρώτης μου ελπίδας
και έζησα.

SILENCE WORK IN PROGRESS!