“τον αντίχειρα που ορίζει”

Το σήμερα χώρα αδύναμη
κι έψαχνα ένα κύτταρο αντοχή
μια βιταμίνη ασύνθετη να εκτονώσω το Εγώ
και πάλι με φόβο μη μ` αρπάξει ετούτο
το τρίκλωνο μαστίγιο απ` τα μούτρα
πήγα στης γιαγιάς μας πού αλλού

Ξέρεις κείνη την αγκαλιά
με τα σούρουπα μαλλιά με τα ξυμένα μολύβια
και τα σπασμένα στα πόδια της αγάλματα
για μιαν αφή αιώνων δάχτυλα να ακουμπήσω
το δείχτη το μεγάλο και τον αντίχειρα
που ορίζει τι άνοιγμα θα πάρουν οι λέξεις
στην ανάγνωση των ανθρώπων
ποια θα σηκώνει βουητό
ποια θα κρατάει γελαστικό καθρέφτη
ποια χάνει το δρόμο των υπέρων
κι ένα σωρό άλλες μέλισσες
που τους κηφήνες πέταγαν ανέκαθεν στο θάνατο

τ` άλλα στέρφα από καιρό
όχι πως στερούνταν μέγεθος και φύση
μα ποτέ τους δεν ανησύχησαν να πουν γιατί ζουν
και βαραίνουν τον αλγόριθμο των σκέψεων

Μόνο το δακτυλάκι με το λύγισμα
η λιανούλα η γέφυρα του στεναγμού
σαν που όταν σηκώνουμε ένα ποτήρι ζωής
σε στιγμές δημόσιας δίψας κι εξέχει η έσω ευγένεια
κατ` ουσίαν δείγμα ευαρέσκειας
που τόσους έρωτες μετάγγισε απ` το σώμα στην αιωνιότητα
αυτό ακόμα υψώνει μια αριστοκράτισσα αντίδραση
ιδίως τα χαράματα
που πρώτος ξυπνάει ο πόνος στην πλάτη

ξέχασα τον παράμεσο στ` αριστερό
ίσα μια τρίχα βέρα
είχε χαθεί τ` όνομα της εγχάρακτης αγάπης
στην τόση συνάφεια με τα πράγματα
μα διατηρούσε ακόμα χρυσό τον κύκλο της
κάθε τόσο έσκυβε η γιαγιά μας
προσήλωνε εκεί ένα γυάλισμα βλέμμα
πίσω μπρος -δεν ίσχυαν πια τα μέτρα του σαράφη-
έπλεε στο πλέον

Δεν άντεξα κι άνοιξα το παράθυρο
Δε μου `μαθαν πως την άνθια φθορά
αδάκρυτοι την ζούμε δίχως λύπη
Εγώ μπορούσα ακόμα απαίδευτος ων
μόνο με μάτια να κλάψω τη γηραιά ευτυχία
την ώρα που το δωμάτιο γίνεται κόσμος
ο κόσμος γωνιά
να κουρνιάζει το πουλί το αίσθημα

Έσκυψα όλη τη ζωή μου να μ` αγγίξουν
με τα χρόνια τα ίχνη των πανσέληνων
οι φλούδες τα φεγγάρια της

Μιαν ανάγκη μόνο μίλησε
– Άφησέ μου το παράθυρο ανοιχτό
σαν φεύγεις
και δι’ αυτού καίτοι αποθανούσα έτι λαλεί…

στης μοναξιάς πηδώ την άμμο
με πέλματα κόκκινα μάτια
εμείς η έρημος
και τα ποτάμια της πρώην βάπτισής μας
θα χρειαστούμε έναν αθώο ελέφαντα
που ξέρει να μυρίζει τα υπόγεια νερά
να `βρει το νάμα

Μίλα

Μίλα ,
μίλα σκιά της νύχτας
Πάτα ξερό κλαδί
στην ησυχία ν` ακούσω

μη φοβηθείς το τίποτα
μη λυπηθείς τη λέξη της απροσεξίας
μήτε το έντομο
που μήνες τώρα νηστικό
στα βήματά σου στρώνεται μπροστά για να πεθάνει

Βαθύ πρωί
και πίσω απ` το φύλλο
που φέγγει τους νευρώνες του στον ήλιο
πίσω απ` τη διαφάνεια των δακρύων της απόστασης
κρύβομαι πάλι εκεί
Εκτεθειμένος

Η ηλικία του ποιητή

«Σκάρτη Αστάρτη
Γκρεμίζω όλους τους ναούς σου
Με τις ξενοφίλητες πέτρες
και πάθη χώματα
γεμίζω τ` άβατά σου
Ήτανε ξένος ο χιτώνας

Κι έρχεσαι τώρα εσύ
το χέρι η άνοιξη
Σκεπάζεις το λεκέ μ` ένα λουλούδι
Τη λέξη
Αυτήν την ιερόδουλη
Την πλήρως ενδοτική στα έτη
Την ηλικία
Του ποιητή

Όχι τίποτ` άλλο
λερώνεις και την αθωότητα

Παρόλ` αυτά
θα `θελα να σου πω
πως τώρα που `φερε το θέρος
τις εφεδρείες των άστρων
να χρηματοδοτούσες ένα όνειρο…»

Στην ηλικία του ποιητή απέτυχα
Διάβασα όλα του τα ποιήματα
Κάπου έγραφε
για μια δεκαετία γιασεμιών

Πονάει το κλαδί ως τη ρίζα

Aντίκρυ η εξέχουσα μυρτιά
Κι εσύ μιτάρι της βροχής
μ` εργάτες μάτια
περνάς τους κρόκους τις κλωστές
κόμπους στερνό απόγεμα
Κι έτσι
όπως είσαι πιο παλιά απ` το στεναγμό
κι από το χώμα
κι έχεις της έκρηξης το όργωμα στο στήθος
παίρνω υφή ύλη της γης
μια χούφτα απ` το Στρυμόνα
σου χτίζω στου θέρους τη γωνιά
ιδρωμένη στάμνα

κανείς δεν ξέρει
πότε κοιμούνται οι Θεοί
για να τους κλέψει θαύματα
κι αύριο πάλι
στο λέω να το ξέρεις
θα `ναι ημερομηνία ανήμπορα αηδόνια

τ` ακούς

γεμίζουμε ασφυκτικά από άνθρωπο
κι ας φεύγει πλήρως
να φυλάξεις καλά το ποδοβολητό της σκόνης
ακούει η αγάπη πολύ σε τέτοιους ήχους

Χάρη

Θα σου ζητήσω μια χάρη
Δεν ξέρω αν θα μου την ξεκάνεις
Εύκολα οι χάρες δε γίνονται χαρές
κι ό,τι έχει ένα ρο
ορμητικά αδέξιο κυλάει κατηφόρα

Πες μου λοιπόν
Κυκλοφόρησα πολύ και αίμα
κι ο έρωτας απαγωγή παιδιού
κενό της λέξης
παρόλα αυτά
ακόμα να παράγεται συγνώμη

Ήσουνα διάφανη οπλισμός
δεν έβλεπα να μπω
σε κυνήγησα όμως απ` όλες τις πλευρές
μ` ωκεανούς ματιές
μ` αφές φεγγάρια σκόνταφτα
πάνω στα τζάμια σου
φορές φορές
θαρρούσα εγώ ο λυγμός λαιμός
με μια γουλιά νερό θα σε κατέβαζα
στη τέλεια λύση
να πάψεις πια
να υφίστασαι επιτήδειος κόμπος

Τι να την κάνω τώρα
την άπλα των χεριών καταμεσήμερο
που σπέρνει ήλιος μοναχός
φωνές διατρητικές
στα επίπεδα τού πάντα

Κρίμα
νεαρός Θεός και να πεθαίνει
τόσο να διαρκεί
ελάφι θέα ξαφνική
ξετύλιγμα δώρου

Μα όπως και να `ναι το υπέροχο
εξέχει δεκτή υπερβολή
απ` όπου κι αν το δεις

Ο Σωκράτης Ξένος τα τελευταία πέντε χρόνια ζει στη Γερμανία, όπου εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Ποιήματά του θα βρείτε μόνο στο ιντερνέτ. Δεν βιάζεται να δημοσιεύσει επί χάρτου. Τα πέντε ποιήματα που ανεβάζουμε τα έστειλε μετά από δική μας αίτηση, κι όχι από δική του πρωτοβουλία (…λέει πολλά για το ποιόν του ανθρώπου, κι ας μην τυγχάνει να τον γνωρίζουμε προσωπικώς). Τον βρήκα μέσα από το μπλογκ του Γιώργου Μίχου, στον οποίο χρωστάω και την ” ανακάλυψή” του. (Σωτήρης Παστάκας, Υ.Γ. Το λέυ-άουτ δικό μας)