ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΟ ΡΟΠΤΡΟ

Εκεί που κρύβεσαι άπελπις και μόνος
Σε πρόβατου υπογάστριο
Γαντζωμένος για καλά
Τους άλλους ξεγελώντας
Μα και τον εαυτό σου
Και τριγυρίζουν μες στο νου σου
Νύχτα πια
Μορφές ιδανικές του παρελθόντος
Και παρελαύνουν θρίαμβοι
– ξεθωριασμένοι ωστόσο-
ακούγεται το χτύπημα στο ρόπτρο
επίμονο και σταθερό
-‘ κείνο το χτύπημα
Που τόσο καρτερούσες-
Μα προς στιγμή νομίζοντας
Πως είναι ήδη αργά
Πως πέρασεν ο χρόνος
Διστάζεις να ανοίξεις
Να ανταποκριθείς στο κάλεσμα
Της τύχης
– κάποια ψευδαίσθηση θα ήταν
δίχως άλλο
κάποιο της ακοής παράξενο παιχνίδι-
έστι που φεύγει άπραγος ο ταχυδρόμος
με βήμα σταθερό πορεύεται γι’ αλλού
το ίδιο μήνυμα για να προσφέρει
– έστω σε άλλον αποδέκτη-
αφού είναι υπόχρεος καθήκοντος
επίδοσης αναγκασμένης
– κι ας μην ταιριάζει τα’ όνομα
κι‘ ας μην ταιριάζουν τα στοιχεία-
ν’ αποτινάζει από πάνω του
μιαν επιπλέον υποχρέωση
η καρδιά του λαχταρά
και μένεις χρεωμένος
στο νυν και στο αεί
μιαν ευκαιρία που προσπέρασε-
σαν τα ψηφία ενός λαχνού
που υφίστανται μιαν ανεπαίσθητη αλλαγή
σε κλήρωση σημαδεμένη
το τελικό το αποτέλεσμα
που αλλοιώνει ριζικά.

ΤΟ ΣΑΠΙΟ ΚΕΛΥΦΟΣ ΤΙΜΩΝ

Μόλις ο ποιητης την λαιμητόμο αντικρίσει
Του χρόνου που εδιάβη
Να πέφτει κατακόρυφα
Στο δύσμοιρο κεφάλι του
Σαν γλάρος που ζητά τροφή
– φύση που απ’ το θάνατο της φύσης
λίγες στιγμές κερδίζει-
ωσάν εξαγγελία καταδίκης
από ένα δικαστή με απλανές το βλέμμα
για ένα έγκλημα που ωστόσο
ουδέποτε ετελέσθη
τις λέξεις μου ανακατώνει τρομαγμένος
και των τιμών το σάπιο κέλυφος
τις πολλαπλές διακρίσεις
και το περιτύλιγμα τους
λησμονεί
λες και είναι ηθοποιός
που άλλη μιαν παράσταση
μέσα στις τόσες άλλη μία
τελειώνοντας
στο καμαρίνι επιστρέφει
για να προσθέσει προσωπείο
επόμενης
απολεσθείς οριστικά
από την πολλαπλότητα των ρόλων
και από τις απαίτησεις τους
τώρα που αντιλαμβάνεται
– έστω πλέον αργά
έστω αμετακλείτως-
την αγγελία της φθοράς
και την αρχή του μαύρου τέλους
καθηλωμένος παραμένει
με ψεύτικες ανύπαρητες ελπίδες
την καρδιά μα και το νου
φουσκώνοντας
και τρέμει και σκιρτά
την έλευση του οριστικού αρνούμενες
σαν ψάρι ανυπεράσπιστο
απ’ το αγκίστρι του θανάτου γαντζωμένος
είναι
τυφλών τυφλός
κωφός κωφών
αρκεί ολίγων δευτερολέπτων κλάσματα
να έχει κέρδος
ολίγα κλάσματα
ειλικρινώς ανάξια λόγου…

ΑΚΟΥΣΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΜΕΣ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ

Άκουσα κάποιον μες την νύχτα
Να ουρλιάζει ως τα πέρατα
Και ήταν η κραυγή του
Η αγωνία της ανθρωπότητας
Που νεογέννητη ήδη πεθαίνει
Ήταν μονάχος μου και ούρλιαζε
Ως τα ουράνια
Εκεί που έσβηναν οι ελπίδες των ανθρώπων
Και ήταν η κάπα του γεμάτη αίμα
Αίμα όπου ανέβλυζε
Από το κέντρο του μετώπου
Και σχημάτιζε ρανίδες
Ατάκτως ερριμένες
Στο πρόσωπό του επάνω
– στεφάνι δάφνινο άδικης σταύρωσης-
καθώς σε μια στιγμή
όλη κι όλη
χανόταν η ζωή μου
μες την γιγάντια εκείνη την στιγμή
είχε κριθεί το αποτέλεσμα
λοξά ήσαν τα χέρια
και με την κλίση προς το χώμα
τα μάτια στρέφονταν στον ουρανό
που δεν υπήρχε πια γι’ αυτόν.

–
Περαστικοί και διάφορα σκυλιά
Τον απέφευγαν
Λες και δεν ήθελαν το μέλλον τους
Να αντικρίσουν
Ενώ μειδιούσε ο Ένοχος
Που ήτανε ανώνυμος
– όπως συνήθως-
και αρκούντως κατοχυρωμένος
μέσα στου πλήθους την αγκάλη
και το ασφαλές
και προσπερνούσαν λεωφορεία
ανυποψίαστα , κρύα νεκρά
νεκρά κι αυτά όπως εκείνος
και την στιγμή την ίδια ακριβώς
γείτονες, σχολίαζαν κάποιο έγκλημα
που είχε συμβεί αλλού
ενώ κοβότανε του δρόμου του
και πριν το τέλος
το τέλος είχε φθάσει
μονάχα που δεν έμοιαζε
αρμονικό το σκηνικό
σαν να υπήρχε κάποιο φάλτσο
κατά βάθος
ωσάν οι ηθοποιοί να παίζουν
ρόλους αγνώστους
σαν να’ ταν περιττοί
σαν να’ ταν μαριονέτες
σε πικραμένο καρναβάλι
Και φάνταζε η λάμπα της γωνιάς
Αδιάφορη τελείως
Ίσως και εχθρική
Καθώς εφώτιζε
Του αστυφύλακα το αιώνιο πηλήκιο
Που όπως πάντα
Αργόρυρτα εκείνος εβημάτιζε
Να κάψει πες την βάρδια θελοντας
Σαν το τσιγάρο τα’ αναμμένο
Στο αριστερό του χέρι
Που όπως πάντα εβημάτιζε
Μακράν των γεγονότων
Σφυρίζοντας κάποιον σκοπό
Του περασμένου αιώνα
Για θρυλικά ναυάγια
Και για ψυχες που ανεχώρησαν
Λίγο πριν φθάσουν στην ακτή.