\Πώς θα ορίζατε την αξιολόγηση στη λογοτεχνική κριτική;\

Είναι η πράξη εκείνη της κριτικής, κατά την οποία ο κριτικός καλείται να αποφανθεί αν ένα κείμενο έχει ή όχι λογοτεχνική αξία και στη συνέχεια να τεκμηριώσει με επιχειρήματα την άποψή του.
Η αξιολόγηση μπορεί να αφορά ένα ποίημα, ολόκληρο το έργο ενός ποιητή, έναν τόμο διηγημάτων, ένα μυθιστόρημα κ.λπ. Μπορεί επίσης να συγκρίνει τις διάφορες περιόδους ενός συγγραφέα ή ν’ απαντά σε ερωτήματα όπως τα παρακάτω: Γιατί το μυθιστορηματικό έργο του Καζαντζάκη παρουσιάζει μεγαλύτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον από την ποίησή του; Ποια είναι τα οκτώ καλύτερα ποιήματα του Σικελιανού; κ.λπ.

\* Είναι απαραίτητη;\

Κριτική χωρίς αξιολόγηση δεν είναι κριτική. Κρίνειν σημαίνει διακρίνειν και αξιολογείν. Οι αρχαίοι γραμματικοί θεωρούσαν την αξιολόγηση ως “το κάλλιστον πάντων των εν τη τέχνη”. Η αξιολόγηση, αρχίζει πριν από τη συγγραφή ενός κριτικού άρθρου. Το γεγονός ότι ένας κριτικός επιλέγει να σχολιάσει ένα βιβλίο ανάμεσα στα εκατοντάδες που κυκλοφορούν κάθε εβδομάδα στην αγορά, αυτό είναι ήδη μια πράξη αξιολόγησης.

\* Υπάρχει ζυγαριά ακριβείας ή αλλιώς αντικειμενικοί αισθητικοί κανόνες, που μας βοηθούν να διαπιστώσουμε την αξία ενός λογοτεχνικού έργου;\

Δεν υπάρχουν a priori αισθητικοί κανόνες στην τέχνη. Τους κανόνες τους δημιουργούν τα ίδια τα λογοτεχνικά έργα. Αργότερα έρχονται νέα έργα, που τροποποιούν τους ήδη υπάρχοντες. Και αυτή η κατάσταση συνεχίζεται εσαεί. Ο μόνος τρόπος να προσεγγίσουμε αποτελεσματικά ένα λογοτεχνικό έργο είναι η λογοτεχνικότητα. Η λογοτεχνικότητα, όπως την όρισε στη δεκαετία του 1920 ο Ian Mukarovsky, συνιστά “τη μέγιστη προβολή έκφρασης της πράξης του λόγου”. Ή, για να το πούμε διαφορετικά: Είναι η ένταση της συγχώνευσης του σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η ένταση, τόσο πιο σημαντικό είναι το κείμενο που εξετάζουμε.
Εδώ όμως πρέπει να διευκρινίσουμε ότι με τον όρο λογοτεχνικότητα δεν εννοούμε ένα παιχνίδι μορφικών κανόνων. Στη λογοτεχνικότητα συμμετέχει και το νόημα του κειμένου. Καθήκον του κριτικού είναι να αναζητεί αυτό το νόημα, εντάσσοντας το βιβλίο στα συμφραζόμενα του έργου του συγγραφέα, της εποχής, αλλά και της λογοτεχνικής παράδοσης στην οποία ανήκει.

\* Πρέπει δηλαδή η κριτική να αναδεικνύει τη σχέση του λογοτεχνικού έργου με τις αξίες που χαρακτηρίζουν μια εποχή;\

Χωρίς αμφιβολία ναι. Και τούτο γιατί τα λογοτεχνικά έργα δεν παράγονται εκ του μηδενός. Δημιουργούνται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και εκφράζουν μια ιδεολογία: την ιδεολογία της λογοτεχνίας, σε κάθε εποχή (η οποία, φυσικά, δεν ταυτίζεται με την πολιτική ιδεολογία). Αυτό δεν μπορεί να το αγνοεί ένας κριτικός. Ο Σαρτρ έλεγε: “Η λογοτεχνία είναι μια αποκάλυψη του ανθρώπου και του κόσμου”. Χρειάζεται, κατά καιρούς, να υπενθυμίζουμε αυτές τις ξεχασμένες αλήθειες.

\* Η υποχώρηση της αξιολόγησης έχει επιπτώσεις στη λογοτεχνική κριτική;\

Η έκρηξη της λογοτεχνικής θεωρίας που σημειώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα (με τη συνακόλουθη υποχώρηση των αξιολογικών κρίσεων) είχε αποτέλεσμα μια χωρίς προηγούμενο σύγχυση στη λογοτεχνία και την απίσχνανση των κριτηρίων.
Η κριτική, όμως, χωρίς αξιακά κριτήρια, δεν μπορεί να λειτουργήσει. Από την άλλη, ο μεταμοντέρνος ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει υψηλή και χαμηλή λογοτεχνία θα είχε νόημα, αν συνοδευόταν (πράγμα που δεν συμβαίνει) από την άποψη ότι υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία. Χωρίς αυτή τη διάκριση, η κριτική καταργείται.

\* Υπάρχει πρότυπο ιδανικού κριτικού;\

Ο Έλιοτ έβλεπε την κριτική σαν μια δίκη και τον κριτικό καθισμένο στη δικαστική έδρα. (Είχε βέβαια στο νου του τον ιδανικό δικαστή). Στην εποχή μας, όμως, που η διαφθορά των δικαστών είναι εμφανής, η παρομοίωση του Έλιοτ δεν φαίνεται ιδιαίτερα επιτυχής. Είναι ίσως προτιμότερο ν’ αναζητήσουμε το πρότυπο του τέλειου κριτικού σ’ ένα απόσπασμα του Δον Κιχώτη, που αναφέρει ο Χιουμ στο δοκίμιό του για το γούστο, το οποίο, παρεμπιπτόντως, εκτιμά πολύ ο Ουμπέρτο Έκο.
“Καλέσανε κάποτε δύο συγγενείς μου να πουν τη γνώμη τους για ένα βαρέλι κρασί που θεωρούνταν εξαιρετικό, γιατί είχε παλιώσει και ήταν από εκλεκτά σταφύλια. Πάει ο πρώτος, το δοκιμάζει κι αρχίζει να σκέφτεται: μετά από ώριμη σκέψη αποφασίζει ότι το κρασί θα ήταν υπέροχο, αν δεν είχε μια ελαφριά γεύση από δέρμα. Ο άλλος, αφού επιδεικνύει την ίδια σοβαρότητα, εκδίδει την ετυμηγορία του υπέρ του κρασιού, αλλά επιφυλάσσεται, διότι διέκρινε ολοκάθαρα μια γεύση από σίδερο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κοροϊδίες άκουσαν για τις γνώμες τους! Αλλά ποιος γέλασε τελευταίος; Όταν το βαρέλι άδειασε, βρήκαν στον πάτο ένα παλιό κλειδί μ’ ένα δερμάτινο λουρί”.
Ο ιδανικός κριτικός, λοιπόν, όπως λέει και ο Έκο, είναι αυτός που γελάει πάντα τελευταίος.
——————————————————————————–
Copyright © “Η ΑΥΓΗ”. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιλιπτική, ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της εφημερίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοπυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

——————————————————————————–
Υλοποίηση με το ΑΡΧΕΙΟΝ-WEB Copyright(c)1996 – 2000 Hypersystems Ltd.