ΧΑΡΑ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ
στον Λασκαρη Ρουσσο

Ειπα Κυριε, να τιναξω την ψυχρα από τις πλατες μου
Κι ειδα να σειεται το σκοταδι και να γκρεμιζεται το βραδυ,
Περιστερια να παιρνουν τη θεση τους με τη λευκη
Κοιλια να μεταφερουν το χαραμα κάθε στιγμη
Ολο και πιο πολύ από στιγμη σε στιγμη, γκρεμιζεται
Η παντοκατορια του Κακου, γκρεμιζεται η νυχτα.
Η νυχτα λεηλατησε τα νιατα μου, κουρσεψε τις αγαπες μου.
Βοηθησα τη νυχτα, μικρο καλφοπουλο κι εγω,
Να ξυλωσουμε ένα-ένα τα σανιδια κατω από τα ποδια μου,
Δεν αρνηθηκα να της δωσω κι εγω ένα χερακι, ώστε
Η κατασροφη μου να εχει και προσωπικη εργασια,
Μοχθος που γεμιζε με αστρα το κορμι μου.

Είναι που επεσα με τα μουτρα στη δουλεια,
Ένα προς ένα να γκρεμισω τα σκαλια του ερεβους
Να μην εβρει σκαλα το Κακο
Και σκαλωσια να αναιβει, ετσι που φυλακας εγω
Πανω στο χασμα καθομαι αψιφοντας
Τρεις χιλιαδες χρονια υπεροψιας και μεθης
Τεσσερα τα ματια της και τεσσερεις οι μερες
Που πρεπει να ταξιδεψω για να την φερω πισω
Στην αγκαλια μου την τετραγωνη και στη ζωη
Να επαναφερω τα πενταρφανα σκελη μου
Το ψυχος από τους ωμους μου να αποβαλλω
Κυριε, θελησα κι όχι να μου φυγει το πατωμα
Κατω από τα ποδια πανω από τρεις χιλιαδες
Χρονια λαγνειας και μεθης, πανω από τη φωτια
Πιο ψηλα από τον καπνο εχασκαν κατω
Από τα ποδια μου φιλιες και ερωτες
Ατελειωτα ως γνωστον ψυχρα καλοκαιρια
Αδηλωτες συγγνωμες κι ατελεσφορες γνωμες.

Ειπα να σταθω στο υψος του ριγους
Μια σκια να γινω πανω από την αβυσσο
Και κατω από το απειρο μην ξεροντας
Ποιο από τα δυο θα με καταβροχθισει.
Ετσι που στεκομαι πανω από το πατωμα
Των ανθρωπινων μετρων δεν ξερω,
Δεν μπορω να ξερω ποιος θα είναι ο επομενος
Αντιπαλλος μεντορας των εκπληξεων
Μετεωριζομενοι ποιητες η βαρυφαγωμενοι αστοι
Στριφογυριζουν αιωνια μια σπιθαμη πανω από την αβυσσο
Με προκαλουν, με αποκαλουν τρελλο
Δεν ξερουν πως δυο γλαροι είναι οι ωμοι μου
Δεν ξερουν πως όταν τιναζω το ψυχος
Από τους ωμους μου ο ουρανος πεφτει
Στη θαλασσα και γινεται κυμμα, λευκος
Σαν παγος, χωρις το βαρος των αστεριων
Και την ψυχρη ανασα της αμαρτιας-Χαραξε πια,
Δοξαστε με. Αν δεν την εφερα πισω
Μεσα σε τεσσερα χρονια, λατρεψτε με:

Πατησα πανω στο κενο και δεν επεσα.

CAMPARI ODE
στον Πανο Γουργιωτη

Ένα κοκκινο λεμονι δεν είναι ακομη
Πορτοκαλι. Μια φετα λεμονι παραμενει
Μισοφεγγαρο μεσα σ’ ένα ποτηρι Καμπαρι.
Φεγγαρι που σταζει σταγωνα τη σταγωνα
Το παθος του απευθειας στη γλωσσα μου.
Μια κοκκινη φετα λεμονι εναπομενει
Όταν θα εχουμε πιει από το ιδιο ποτηρι
Το μισο φεγγαρι που μας αντιστοιχει
Σαν παλιοι εραστες, σαν αγγελοι που ξεπεσαν
Κι εσυ αρχαια ερωμενη που δεν κρυβει πια
Το προσωπο της αναμεσα στα συννεφα
Νεα κερματα την εχουν εκτοπισει πλεον
Το νομισμα της δεν εχει αντικρυσμα.
Αντικριστα δεν θα τσουγκρισουμε
Τα ποτηρια μας: το μισο Καμπαρι μπορει
Ακομη να γινει κι ολογεμο φεγγαρι
Φεγγαρι κοκκινο, όπως γιναν κοκκινα
Τα λευκα σεντονια μου μες στο σκοταδι
Όταν συνευρεθηκα μαζι σου χωρις να εισαι εκει
Μια φετα από κιτρινο λεμονι
Που εγινε κοκκινη σαν πορτοκαλι
Αφου εχυσε αιμα το σπερμα μου
Τυχαιο δεν είναι το λοιπον, που μου χαρισες

Κορη μικρη πικριζουσα
Ολοιδια νερατζακι.

Η ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ
στον Βασίλη Γιουγκερμαν

Τα μάτια μου ανοικτά σε οριζόντιες νοσταλγίες
Θα αφήσω Κύριε, σαράντα πέντε με πενήντα
Εκατοστά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας,
Την αγαπημένη μου Καστέλα μεσ’ στην λευκή της
Απολυτοτητα θα αποχαιρετήσω, Κύριε, και
Την ακαθόριστη παρέλαση των υλοποιημένων ήχων
Που συνθέτουν τα πεσμένα άνθη της μπουκαμβιλιας,
Καθώς τα συντάσσεις μαγικά το ένα δίπλα στο άλλο,
Για μια μόνον στιγμή: συμψηφισμός της ακέριας ζωής
Κι αμέσως μετά τα σκορπίζεις στο πλακόστρωτο:
Αγάπες, φιλίες, όνειρα μεγαλείου. Τι να πρωτομαζεψω;
Πώς να τα συντάξω; Εκτιμητής της πικρής ζωής,
Με ανάστροφη την κοιλιά μου ακούω τα δάκτυλα
Να προαναγγέλλουν τη σιωπή που πλακώνει
Αυτή τη στιγμή σαν μελωδία την καρδιά μου,
Να χτυπούν το τεντωμένο και παραφουσκωμένο
Υπογάστριο όταν θα έχω πεθάνει και θα περιφέρομαι
Ανά την λίμνη στην προσφιλή μου θέση του ύπτιου.
Οι γριές κυρίες θα σιγοπλενε δίπλα μου, οι ωραίες
Γυναίκες ένα λεπτό πριν την ύστατη μεταμόρφωση τους
Σε κύκνους. Οι όμορφες, μεταξύ μας Κύριε,
Δεν θα έπρεπε να γηράσκουν ποτέ. Κύκνοι κορίτσια
Θα με περιστοιχίζουν από στοά σε στοά κι από τα υπόγεια
Ρεύματα θα με ακολουθούν σε εκείνα τα ανοικτά και θαλάσσια
Ούτε μια από τις αγαπημένες δεν θα βρίσκεται εκεί
Για να μου κλείσει τα μάτια κι η ασημένια φτερούγα του boing
Θα καθρεφτίζεται πάλι στο σκοτεινό ασπράδι των ματιών μου
Γιατί εσύ το πρόσταξες Κύριε, σήμερα το πρωί

Μοίρα των πεθαμένων είναι να ξυπνήσουν νεκροί. 

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ ή ΓΑΤΑ ΜΙΡΑΝΤΑ
Στην Εύη Πάσχου

Μια γάτα στην Ύδρα

Ξαπλωμένη στον ήλιο
Πάνω στην αποβάθρα,
Γλύφει τα νύχια της
Η γάτα Μιράντα.

Νίβει το πρόσωπο
Κουλουριάζεται
Την ουρά της
Δαγκώνει και ασπάζεται.

Τα πόδια σηκώνει ψηλά
Σαν δεν ντρέπεται,
Την κοιλιά της φιλά
Κι όσα έπονται.

Δεν αντιλήφθηκε
Πως κατέφθασα
Με το flying dolphin
Και μάλιστα πως έφθασα

Να μισώ τον εαυτό μου
Περισσότερο απ’ όλες τις υπάρξεις
Περιηγητής φανατικός
Στις ομορφιές της πλάσης.

Ξαποσταίνοντας με τον φραπέ
Ας ήταν να υπήρχα,
Στην επόμενη ζωή
Σαν γάτα στην Ύδρα.

Απόπειρα προσευχής

Στον Γιάννη Δαρσινό

ΣΥ ΒΟΣΚΕΙΣ τα κύματα:
απ’ τον Αγιο Ανδρέα των Πατρών
ώς τον Αη-Νικόλα του Μπάρι,
και τούμπαλιν.
Εσύ,
που χάραξες τη γραμμή
των οριζόντων, για να ξεχνά
το βλέμμα μου τα ύστερα
και τα πρωθύστερα.
Εσύ,
που δεν επιτρέπεις στο βλέμμα
την ολοκλήρωσή του,
τα μελλούμενα, τα μετέπειτα
και τα μεθύστερα,
μεθυστικά τα σκεπάζεις όλα.
Εσύ,
που επιτρέπεις τα ιταλικά κρασιά
να πωλούνται στα γειτονικά
σουπερμάρκετ, Σοάβε
και Μανίφικο το κατά
Χριστόπουλον Κιάντι.
Εσύ,
που επιτρέπεις τους μικτούς
γάμους, απ’ την Πάρμα
μέχρι το Περιστέρι,
την ανάμιξη του μπλε
με την Ανοιξη, τα συμβατά,
τα ετερόκλητα,
τη μασκαρεμένη ειλικρίνεια,
τα ψευδεπίγραφα ποιήματα,
τα ανάμικτα πάθη.
Εσύ,
που αφήνεις την ολονύχτια
δίψα να μας προσάπτει
ψευδώνυμα.
Εσύ,
που μεγαλώνεις τη μέρα
και της προσδίδεις γεγονότα
μέσ’ από ανάσες και χρώματα,
σαν δελτίο ειδήσεων
των οκτώμισι θέλεις
διαρκώς να μας ξαφνιάζεις,
να μας εκπλήσσεις
και να μας τρομοκρατείς,
με τις αμφιβόλου ευθύτητας
ρουκέτες Σου, τις ανεπιτυχείς Σου
απόπειρες τα δεινά τους λοιμούς
τους καταποντισμούς.
Εσύ,
που μας περιμένεις το βράδυ
να Σου αποδώσουμε
το ημερήσιο μέρισμα,
δείκτης Ντάουν Τζονς
σε άμεση επαφή ον λάιν
εγγραφή με το Χρηματιστήριο
του Τόκιο,
την αποθησαύριση
των ημερών μας παραθέτουμε
στο ταμείο Σου,
τον ειλικρινή μας χρηματισμό,
τα ατελέσφορα έντοκα
του ελληνικού δημοσίου,
ένας-ένας στη σειρά,
περιμένουμε να αποθέσουμε
στα πόδια σου.
Εσύ,
που η ποδιά Σου έχει γεμίσει
με τα αποθέματα της θλίψης
και της απώλειας, από θύματα
της μιας και ακλόνητης πίστης.
Εσύ,
που επιμένεις να ζητάς
την τελική εισφορά
στα πεπραγμένα μας,
λες και δεν γνωρίζεις
πως κάποτε μας απαρνήθηκες
μια για πάντα
την επιστροφή στον Παράδεισο.
Εσύ,
που μας χάρισες τη σάρκα
και μας έκανες κοινωνούς της,
μας έδωσες χέρια
και μας έδωσες δάχτυλα
για να χαϊδεύουμε πρώτα
τον εαυτό μας κι έπειτα
όλους τους άλλους,
μας έδωσες τη γλώσσα
για να κοινωνούμε
του άχραντος μυστηρίου
του σπέρματος, τη ζωή
να γευόμαστε πριν ακόμη
τη δώσουμε, τη γλυκόπικρη
γεύση της να καταπίνουμε
για να την υποφέρουμε.
Εσύ,
μας όπλισες με νύχια
και δόντια, να ξύνουμε
και να δαγκώνουμε
πριν απ’ όλους τους άλλους,
πολύ πριν αντιληφθούμε
την ύπαρξη των άλλων,
το ίδιο μας το δέρμα,
τα ίδια μας τα όργανα
να θέτουμε σε λειτουργία,
διαρκώς αναμένοντας
το έτερον νύχι,
το έτερον δόντι,
απλοί συνεργοί της ολοκλήρωσής μας,
αφού το ξέρουμε πως ανεξάντλητο
θα παραμένει το πάθος
μέσα στο ίδιο μας το σώμα.

ΣΥ ΒΟΣΚΕΙΣ ΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΝΙΑ.

Συμφάγοντες και συμπαρομαρτούντες

στον Γιάννη Μαράβα

Πατέρα, πριν σκεφτείς το γλέντι,
σκέψου τις προετοιμασίες, τις εργατοώρες
που προσφέραμε θυσία στην εστία
της κουζίνας: τα πολυπληθή μάτια
όλα ορθάνοιχτα, να σ’ εξυπηρετήσουν,
τις μπακιρένιες κατσαρόλες,
τα ταχύβραστα, τα εμαγιέ, τα πυρίμαχα,
τις μυρωδιές και τις ευωδιές των σφαχτών,
των χόρτων την ανέλπιδη επίκληση,
των νηστικών τις προσδοκίες.

Φαντάσου για λίγο, Πατέρα, την αγορά
με τα ποικιλώνυμα πλούτη, την αίγλη
των φρεσκοκομμένων καρπών,
τη χλιδή του κρεοπωλείου,
τα εκτεθειμένα κοτόπουλα σαν μπαλαρίνες
να εκθέτουν τη γύμνια τους,
τα σλαβικά τους κάλλη, σφαγμένα κρέατα
νωπά ακόμη στο μαχαίρι, τα ζωντανά τους
αίματα να κολυμπούν απρόσκοπτα
στο πράσινο των χόρτων και της απανταχού
γκρηκ σάλαντ κι όλα αυτά μαζί
φαντάσου τα στο γιορτινό τραπέζι.

Πριν από το γλέντι σκέψου, Πατέρα,
την αμφιβολία του οικοδεσπότη,
την αμφιθυμία του για το μενού
και το ολιγόωρο της τέρψης.
Φαντάσου, αν θες, το πορτοφόλι του,
Τ’ αγωνιώδη τηλεφωνήματα, που καθορίζουν
τον ακριβή αριθμό των συνδαιτυμόνων,
του κόσμου όλου, αν τα σπίτια μας
ήταν λίγο μεγαλύτερα, αν το πορτοφόλι μας
ξεχείλιζε από αγάπη κι αν η καρδιά μας
άντεχε να χορτάσει όλους τους πεινασμένους.
Πριν φανταστείς το γλέντι, Πατέρα,
φαντάσου τα περιορισμένα, μέσα
στην ανθηρότητα τους οικονομικά,
τους εκλεκτούς φίλους που αυτοπεριορίζονται
σε κλάσματα δεκαδικών αριθμών, σκέψου
το παροδικό της υπάρξεως,
το περιοδικό των συναισθημάτων.

Φαντάσου τα ελλείμματα, το ελάχιστο
όσων τέλος πάντων κοινωνούν στ’ όνομά σου,
έναντι των εκατομμυρίων που παραμένουν
αμέτοχοι. Φαντάσου την επιλογή,
πριν από το γλέντι και την οδυνηρή
απόρριψη, τις ετήσιες εξετάσεις,
τα πρόσφορα, τις μετατάξεις, τα φροντιστήρια
έπαθλα, τις ακροαματικές κι επί το πλείστον
γραπτές κι ανεπανάληπτες δοκιμασίες.
Φαντάσου τον περιορισμένο αριθμό
των εισαχθέντων και παραδέξου το,
αφού στην ίδια τράπεζα παραμένει ακόμη
ανέφικτο από κοινού να συμφάγωμεν:
αρνήσου την καθολικότητα του προσκλητήριου
γεύματος κι έλα κάθισε στη συντροφιά μας:
ύψωσε το ποτήρι σου, τσούγκρισε
τα νιάτα σου με τα νεανικά μας γεροντάματα
και γλέντησε μαζί μας όπως πάντα,
τα συμφωνημένα έπη, τα περιορισμένα
εδέσματα που δεν αποκλείουν κι ίσως
συντρέχουν αντιθέτως το ατέρμονο γλέντι
της πίστης μας στον ένα Θεό,
που τυγχάνει έναν προς ένα να μας αναγνωρίζει
γύρω από αυτό το τραπέζι και να μας ενώνει
διαβατήριο προσφέροντας δια του κεφιού
την οδό προς την αθανασία,

την αναντίρρητη νεολαία του σήμερα, Πατέρα.

H γυναίκα λεύκα

στην Ομορφιά

Αέρας είναι τα χάδια, Κύριε, και τα φιλιά,
το ξέρω: η κατ’ εξοχήν διαλείπουσα
χωλότητα της λεκτικής επικοινωνίας.
Φύσηξε απόψε, Κύριε, και κλέψε μου
τις λέξεις απ’ το στόμα, αέρα δώσε
ευνοϊκό στα δάκτυλά μου, από την κατα-
κόκκινη κόμη της έως το λευκό
της ψυχής της. Φούσκωσε τα δάκτυλά μου
απόψε, Κύριε, και κάν’ την να θροϊσει,
μ’ εκείνο το ανάλαφρο σύρσιμο, όταν
το φύλλο χαϊδεύει το αδελφάκι του
και σείεται σύγκορμο ολόκληρο το δέντρο.
Ελα, Κύριε, σαν μεταμεσονύχτιο αεράκι
και σήκωσε το καλοκαιρινό της φουστανάκι,
φούσκωσε τα δάκτυλά μου να κερδίσουν
πόντο τον πόντο τον δρόμο προς το πυρόξανθο
μουνάκι της, απόψε που κάθισα την ομορφιά
στα γόνατα κι εκείνη μου σφίγγεται:
κάνε το σκοτάδι να λάμψει, μ’ ένα χαμόγελο
όπλισέ με, να αντιπαρέλθω τις ενστάσεις,
να μην πεισμώσω, να μην ενδώσω στον θυμό,
γιατί είναι όλα ωραία κι όποιος οικειοποιείται
την άρνηση, μόνον αυτός απολαμβάνει.

Κάθισα στα γόνατα την Ομορφιά
και φύτρωσε μια λεύκα. Ως το πρωί, Κύριε,
με παίδευε με τα καμώματά της σ’ ένα
μακρόσυρτο και συνεχόμενο φιλί,
ολόφωτο νησί καταμεσής του πελάγους
της επικοινωνίας. Παραμέριζαν τα κύματα,
η κοίλη μάζα κι ο αφρός τους, έτσι όπως
παραμερίζουν οι θαμώνες παραλιακού κέντρου,
και κάνουν χώρο στους δύο που φιλιούνται
ασταμάτητα: η αδιαφορία για τη θάλασσα
κάνει το φιλί νησί και την αγάπη δυνατή
μέσ’ στην πολυκοσμία. Ενα νησί είναι
και το φιλί, η βεράντα πάνω στη θάλασσα,
και γύρω από τον γλόμπο τα κουνούπια,
απόψε που ήταν γραφτό να πεθάνει
ένας μεγάλος άντρας, κάτω από την πίεση
των κορμιών μας, που δεν έλεγαν
να απομακρυνθούν παρά τα “μη” και τα “πρέπει”,
γιατί έκλαψα όταν έχυσα μέσα της ξέροντας
πως αύριο δεν θα υπήρχες, γνωρίζοντας
πως εκείνη ήταν το ύστατο δώρο σου,
ρόδο πορφυρό των σαράντα δύο μου χρόνων,
Ανδρέα Παπανδρέου!

Φύσηξε, Κύριε, και φέρε ώς εδώ τις νότες
από την Πέμπτη του Μπετόβεν, μέσα
στην ορθάνοικτη πανδαισία των κορμιών μας,
απ’ την απέναντι πολυκατοικία των παραθεριστών,
αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα,
να μας τρομάξει σαν μουσική υπόκρουση
της επερχόμενης στύσης, που είναι ήδη
κάτι παραπάνω από υπόσχεση, αφού η μια στύση
ακολουθεί την άλλη, σαν τις εισαγωγικές
νότες της συμφωνίας κι ο πόθος είναι
σαν να μην βρίσκει διέξοδο αν δεν ολοκληρωθεί
η μουσική μας ευθυμία. Φύσηξε, Κύριε,
επωμίσου Εσύ αν θες το βάρος των μαλλιών της
κι άσε με εμένα να ξεσκίσω το κιλοτάκι της:
τώρα που πέρασαν τα χρόνια και σαν λεύκα
μου στρέφει πότε την αιμοβόρα της ψυχή
και πότε τα ολόλευκα μαλλιά της, αν θυσία
απαιτεί σημαίνοντος ανδρός για να γίνει
πάλι δικιά μου, αυτή τη φορά
ας πεθάνει ο Κώστας Σημίτης.

Αέρας είσαι, Κύριε,
αέρας του πρώιμου Ιουνίου
που ασημώνει την καταπράσινη λεύκα,
αέρας στα δάκτυλά μου, που
αφού τη γευθούν από μέσα κι απ’ έξω
και την αναποδογυρίσουν, τα μικρά της χείλη
σφράγισε μέσα στα μεγάλα,
ύφαινε τον υμένα κι αίμα
παρθενικό να γίνουν τα έμμηνα,
που λέρωσα ο τιποτένιος με το σπέρμα μου,
κούμπωσε τις θηλές στα βυζάκια της,
και τύλιξέ την, ύστατη χάρη
σου το ζητάω, Κύριε,
ανέπαφη κι ανέγγιχτη να την παραδώσω
στον Ερχόμενο, με κόκκινη κορδέλα.

Αλμα εις τριπλούν

στον Θανάση Δημούλη

Αν μπορείς να μας βοηθήσεις, Θεέ μου,
βοήθησέ μας τώρα. Τώρα, που ψάχνουμε
το Ι.Χ. και δεν το βρίσκουμε: τώρα,
που η μερική απώλεια της μνήμης,
έχει το ακριβές της αντίτιμο: το αγοραίο
κόμιστρο με διπλή ταρίφα. Μισή ώρα,
τριγυρίζουμε μέσα στους γνώριμους δρόμους,
έξω από το κεντρικό σκυλάδικο
και δεν το αναγνωρίζουμε. Οι εκκωφαντικές
μουσικές, τα γηγενή κι ελληνοπρεπή
κορίτσια πρόθυμα και χαμογελαστά,
να εκστασιάζονται με τα μεταφυσικά μας
αποφθέγματα: μην ευλογείς το Μπλακ Λέιμπελ,
γιατί η νύχτα είναι μικρή και η ζωή
αφόρητα μεγάλη. Αρκεί το ποτήρι
να είναι γεμάτο, να ζευγαρώνει η φιάλη
στο τραπέζι μας, μην είναι οι πότες
αθλητές, μην είναι ταυρομάχοι; Αγαπάς τη Λάρισα
όταν βρέχει, όταν φεύγεις απ’ το μπαρ
και κανείς δεν μπορεί να σε κατηγορήσει
πως κατούρησες τα πατζάκια σου,
άσχετα αν δεν θυμάσαι που έχεις παρκάρει.

Αν μπορείς να μας βοηθήσεις, Θεέ μου,
μην το κάνεις. Ούτε κραυγές, ούτε θρήνοι,
ούτε δάκρυα, στερέψαμε πια,
μόνον ο άνεμος φυσάει τα δύο τελευταία
εικοσιτετράωρα κι εμείς φυσάμε
την πρωινή μας κρεατόσουπα:
ο γάμος χρειάζεται τουλάχιστον
την επανάληψή του και μόνο τους άγαμους
να μην λυπάσαι. Αλτες του τριπλούν,
οι πότες κάθε βράδυ, φίλοι εξ αγχιστείας,
οι δύο-τρεις που ταίριαξαν τα χνώτα τους
και συνεχίζουν μόνοι τους αυτοί,
απ’ την υπόλοιπη παρέα γιατί επιμένουν
μόνο όσοι έχασαν τη μνήμη τους,
τις κατάλληλες ευκαιρίες, τη γυναίκα
της ζωής τους, τον μεγάλο έρωτα,
όλοι όσοι έχασαν κάποτε τα μυαλά τους
κι ενίοτε την ψυχή τους, μακάριοι
άνθρωποι κι ευτυχισμένοι που έτυχε
να έχουν κάτι για να το χάσουν.
Οταν πεθαίνει ένας άντρας γεννιέται
ένα γουρούνι κι όλοι εμείς, τα υπέροχα θύματα
γρυλίζουμε απ’ το απέναντι τραπέζι σου,
Κίρκη των πολλαπλών εναγκαλισμών
των ευτελών εκμυστηρεύσεων
και των ευγενών προκλήσεων,
αβίαστα σε θυμόμαστε και σε μνημονεύουμε
μέσ’ από τα ψέματά σου. Χάρισες
στον καθένα μας την ψευδαίσθηση
που ζητούσε, το χάδι που αποζητούσε,
τη λέξη που περίμενε σαν βότανο
για να γλυκάνει τις μεταφυσικές του αγωνίες,
το συγκεκριμένο του παραμύθι.
Μόνη σου απολαμβάνεις τον πατσά.

Αν δεν μπορείς να μας βοηθήσεις, Θεέ μου,
δεν πειράζει: τα καταφέραμε
κι απόψε να δούμε την αυγή, όρθιοι,
πανέτοιμοι για το τελευταίο μας άλμα:
μέσ’ από την ομίχλη θα μπουκάρουμε
στο Κάπο Βέρντε, στο Ρεσίφε,
στην κοντινή μας Λισσαβόνα, να σμίξουμε
με τις θεσπέσιες μουσικές, της Τιτίνας,
της Καισαρείας Εβόρα ή του Αγκοστίνο
Ντεπίνα, γιατί η ακριβής μετάφραση
της λέξης saudade στα ελληνικά
είναι ο άνθρωπος που χάνεται
από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας,
μέσα στον Κάμπο, μέσα στην πρωινή ομίχλη.