ΣΥΝΑΞΑΡΙ
Ο επιστάτης νύχτα έφυγε
από την Ήπειρο του Αλή.
Του Μακεδόνα φούρναρη το επώνυμο
στη μία ρίζα του δέντρου.
Η Κυράτσα μαγείρευε στα εγγόνια
σε πήλινα τσουκάλια,
με κόκκινη κορδέλα σε μύτη και στόμα
για το ξόδι.
Ο Θύμιος, η Χρυσούλα
και παλαιότερες γενιές χαμάληδων
μέσα στην λάσπη.
Άλλος εκτελέστηκε σε μιαν όχθη
στη θέση της γυναίκας του
από τα κτήνη.
Οι πλακέτες των μνημείων
ψάχνουν το όνομά του.
Η προγιαγιά υιοθέτησε ψυχοκόρη.
Στα γεράματα η έφηβη θυμόταν
τον εμφύλιο να σκοτώνει
παιδιά στο χωριό.
Από το ανοιχτό παράθυρο φωνές.
Μπαμπά, η παιδική χαρά έχει παιδιά.
**
ΚΥΚΛΟΙ
Τριάντα χρόνια πριν
η μάνα γέννησε
το τρίτο της παιδί,
τ’ αθέλητο.
Χτες,
στην ίδια κλινική,
η αδερφή,
τ’ αθέλητο,
έχασε το δικό της,
το τρίτο μας,
που τόσο ήθελε.
**
ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
«Πες μου τα νέα σου.»
«Υπομονή κι όνειρα.»
«Άσε την υπομονή
την ξέρουμε καλά,
δείξε τα όνειρα.»
«Να βρεθώ σε νησί
να ζήσω από την αρχή
ξεχασμένος από όλους.
Τα δικά σου νέα.»
«Υπομονή μόνο
δεν έχει όνειρα πια.»
«Καλύτερα.»
**
ΥΠΟΣΧΕΣΗ
Μπόρα πλησίαζε,
μπήκαμε στο σπίτι.
Κεραυνοί, αέρας,
ριπές νερού στα τζάμια,
το ρεύμα τρεμόπαιξε.
Χαζεύοντας τον χαλασμό
από το παράθυρο της σοφίτας,
μάθαμε να σχεδιάζουμεκαρδιές
στο τετράδιο ζωγραφικής.
«Είμαι μεγαλύτερη από σένα»,
«δεν θα φύγεις από δω ποτέ».
«Δέχομαι, κόρη μου.»









