Ο 666ορκιστής

Στου μακαρίτη τις εννιά
δεν άντεχε τη μοναξιά
παπά κάλεσε στο μιντέρι
να βγάλουν το νυχτέρι

Βάζει τα ράσα τα φαρδιά
να κρύψει τη φουσκοδεντριά
με το σταυρό ανά χείρας
κινάει για της χήρας

Την πόρτα ανοίγει διάπλατα
και του χυμάει με κλάματα
φορά σιθρού κομπινεζόν
που αγόρασε (πάσινγκ-θρου) απ’ τη Ντιζόν

Βγάζει αυτός την… αγιαστούρα
κι αρχινάει τη μουρμούρα
ψελλίζει στίχους ιερούς
ανάμεικτα μ’ αφορισμούς

Τον άτιμο το σατανά
καλεί να βγει στα φανερά
τότε απ’ της χήρας την… ψυχή
βγαίνει ανακούφισης κραυγή

Απ’ τα πολλά τα βογγητά
ξυπνήσαν χήρες κι ορφανά
το έμαθε κι η παπαδιά
που είχε χέρια στιβαρά

Και από τότε στο χωριό
δεν τους ξανάδανε τους δυο
Μήτε τον Εωσφόρο
Μήτε τον ρασοφόρο

 

 

 

*

Είπα τα κρίματα
στην ποδιά του πεσμένη
πήρα τα τρία

*

Άναψε πάλι
το θυμιατό του τρέμει
ντουμανιάσαμε

*

Άκαρπη μέρα
στεγνό μένει το στόμα
δεν έχει κρέας

*

Γλυκό το νάμα
με τη λαβίδα δόθηκε
όλο το πήρα