Ένα κραγιόν που λέγεται δυστυχία
1
Μια μέρα πουλήθηκαν δύο κραγιόν
στο μαγαζί καλλυντικών του κυρίου Μπούρο
σ’ ένα απόμερο στενό.
Το ένα το αγόρασε
μια τακτική πελάτισσα
που έπαιρνε πάντα το ίδιο
το άλλο
ένα κορίτσι με φακίδες
που δεν φαινόταν ούτε δεκαπέντε ετών.
Αυτή είναι η ιστορία
του δεύτερου κραγιόν.
Ρίξε λίγο καφέ στο φλιτζάνι σου
βάλε έναν κύβο ζάχαρη
ανακάτεψε
και συνέχισε στην επόμενη γραμμή.
*
2
Το κορίτσι κοιτάχτηκε
στον καθρέφτη.
Εκεί φαινόταν
ένα φεγγάρι
με γεμάτα χείλη.
Έβαλε κραγιόν
για πρώτη φορά στη ζωή της.
(Γιατί έβαλε κραγιόν;)
(Επειδή θα συναντούσε ένα αγόρι)
(Πίστευε πως θα φιλιούνταν;)
(Ίσως)
(Χρειάζεται κραγιόν για ένα φιλί;)
(Ναι, τα χείλη μου δεν είναι και τόσο νόστιμα)
Τα χείλη της
δεν είχαν σφυρίξει ποτέ
δεν είχαν πιεστεί ποτέ
πάνω σε τζάμι
δεν είχαν κρατήσει ποτέ λουλούδι
και φυσικά
δεν είχαν φιληθεί ποτέ.
*
3
Το κορίτσι θα συναντούσε το αγόρι
στο αμπάρι ενός πλοίου
δεμένου στο λιμάνι.
Το αγόρι ήταν μαθητευόμενος ναύτης.
Στο μπράτσο του
είχε ένα τατουάζ με χείλη.
(Ίσως ήταν τα χείλη
της πρώτης γυναίκας
με την οποία είχε κοιμηθεί,
ίσως είχε κάνει τατουάζ στο μπράτσο του
το αποτύπωμα του κραγιόν
μιας γυναίκας από το προξενείο
του νησιού Μαλπέλο)
Την πήρε στην αγκαλιά του
σαν να της είχε στήσει καρτέρι.
Το κορίτσι έκλεισε τα μάτια.
Μα αντί να τη φιλήσει
όρμησε ξαφνικά
να της σκίσει τη φούστα.
Τρομαγμένη
τον έσπρωξε με δύναμη
(αν και μάλλον δεν σκόπευε
να τον ρίξει)
Εκείνος έχασε την ισορροπία του
έπεσε προς τα πίσω
και χτύπησε δυνατά το κεφάλι του
στο δάπεδο του πλοίου.
«Σκρόφα!» φώναξε εκείνος.
«Σε μισώ!» φώναξε το κορίτσι
και έφυγε τρέχοντας.
Πίσω της άκουσε
μια πόρτα να κλείνει με πάταγο.
Μπαμ! Μπαμ!
Ας σταματήσουμε εδώ για λίγο
να πιούμε μια γουλιά καφέ.
Θέλω να σου πω
μια συναρπαστική ιστορία
για το κραγιόν.
Οι άνθρωποι στην αρχαιότητα
πίστευαν πως τα κακά πνεύματα
έμπαιναν στο σώμα από το στόμα.
Για να τα κρατήσουν έξω
έβαφαν γύρω από το στόμα
(δηλαδή πάνω στα χείλη)
το χρώμα που τα πνεύματα
μισούσαν περισσότερο.
(Ήταν το πορφυρό)
Έτσι γεννήθηκε το κραγιόν.
Και τώρα
συνέχισε να διαβάζεις την ιστορία.

*
4
Το κορίτσι αναρωτήθηκε
γιατί δεν τη φίλησε.
Άρχισε να σκέφτεται
πως ίσως έφταιγε το κραγιόν.
Τότε πέταξε στο ποτάμι
το πολύτιμο κραγιόν της
(που το είχε χρησιμοποιήσει μόνο μία φορά)
*
5
Το βρήκε ο Τζόνι
ένας πάμφτωχος γέρος
που στεκόταν στη γωνία του δρόμου
φορώντας τα ρούχα
της νεκρής γυναίκας του.
Είχε αποφασίσει
να συνεχίσει να ζει
με τη μορφή της.
Πήρε το κραγιόν
κι όταν είδε πως ήταν σχεδόν καινούριο
άρχισε να χορεύει από χαρά.
Maintenant que la jeunesse
Suit un nuage étranger.[1]
ARAGON*
«Πάει τόσος καιρός
από τότε που μπόρεσα
να αγοράσω κραγιόν»
ψιθύρισε ο Τζόνι.
Γύρισε προς τον καθρέφτη
και άρχισε να βάφεται προσεκτικά.
Ήταν όμορφος.
(Είμαι ολόιδιος
με τη νεκρή γυναίκα μου)
σκέφτηκε ο Τζόνι.
Με τα κυριακάτικά του
και γεμάτος κέφι
βγήκε στην πόλη
χαιρετώντας σ’ όλο τον δρόμο.
Τόσο τον είχε συνεπάρει
η ομορφιά του
που δεν είδε τη νεκροφόρα
να έρχεται καταπάνω του.
Μέσα σε μια στιγμή
η νεκροφόρα τον χτύπησε
κι εκείνος πέθανε
όπως είχε πεθάνει
η όμορφη γυναίκα του.
Στον δρόμο έμεινε
ένα κραγιόν
που είχε χρησιμοποιηθεί
μόνο δύο φορές.
*
6
Το βρήκε η Μαντλέν
η πιανίστρια που εκείνο το βράδυ
θα έδινε το πρώτο της ρεσιτάλ.
«Τι όμορφο!» είπε
και το πήρε στο χέρι της.
Δεν μπορώ να συνεχίσω
να γράφω αυτή την ιστορία.
Είναι σκληρή.
Βλέπεις
αυτό το κραγιόν ήταν
«το κραγιόν που λέγεται δυστυχία»
Τώρα γύρισε τη σελίδα
και πιες τον καφέ σου
πριν κρυώσει.
Οι πιθανότητες να υπάρχει
ένα τέτοιο κραγιόν
είναι λιγότερες
από μία στο εκατομμύριο.
Ύστερα από μια ιστορία απελπισίας
μια ευτυχισμένη ζωή
περιμένει πάντα
στα παρασκήνια.
[1]«Τώρα που η νιότη ακολουθεί ένα ξένο σύννεφο». Στίχοι του ποιήματος «Le cri du butor» του Louis Aragon, από τη συλλογή Le Nouveau Crève-cœur (Gallimard, 1948).
******************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ









