Ι.

 

Κι ας μένουν μόνο τα μεσημέρια·

έχει κι η ζωή την κατηφοριά της

με τα σκυλιά των δρόμων

σκιά

με τα δέντρα

χάρακες των ύπτιων διαβάσεων της σκέψης

και με το τέλος

οδοδείκτη ακέραιο στο ναυτιλλόμενο χάος.

 

*

ΙΙ.

 

Έχει κι η ζωή την κατηφοριά της.

Φεύγει ρακένδυτος –ένα χαμάλι- ο Οδυσσέας.

Κάποια Κίρκη-Μοίρα τον τριγυρνά.

Δεν έχει παρά μονάχα την ουσία του δισάκι

και διαβαίνει τον έρημο δρόμο.

 

Ούτε ο Όμηρος θα καταγράψει

αυτή τη φορά τη μόνη βεβαιωμένη

κάθοδό του στο μεγάλο υπαρκτικό

σκότος.

 

Ένας Κανένας και πάλι

μέχρι το δισάκι να χαθεί

στη στροφή.

 

 

 

*

ΙΙΙ.

 

Έχει κι η ζωή την κατηφοριά της.

Με μόνο ένα μεσημέρι

-λειψό κι αυτό- για εκδρομή.

Ο θάνατος μοιάζει στιγμές-στιγμές

τόσο ελαφρύς και δροσερός και εύκολος.

Λες κι ολόκληρη η Ιλιάδα να στηρίχθηκε

στους ώμους μιας γιγάντισσας Αφέλειας.

 

Αχιλλείς και Ελπύνωρες

σαν ερίφια ριγμένοι στις αρένες της Τύχης.

 

 

*

IV.

 

Κι ας μένουν μόνο τα μεσημέρια·

έχει κι η ζωή την κατηφοριά της.

Ο Οδυσσέας άδειος από λάφυρα

και ταξίδια

κάθεται παραδομένος μπροστά

στο σκούρο τοίχο. Όλα τα γραμμένα

σκιά. Φευγαλέες περιπέτειες, δούρειοι

ίπποι του απογεύματος, ήχοι Κύκλωπες

-τυφλοί, ματωμένοι, μουτζουρωμένοι, από χρόνο

και πάθη- να δραπετεύουν στις ρωγμές των δαπέδων

κι η Πηνελόπη… πιστή στο ρόλο της μάνας

ερωμένης.

 

Αχ και πόσο αργεί η Άτροπος να αφήσει

το εργόχειρο στα χέρια τους. Κάθε συγγραφέας

και μ’ έναν θάνατο γραμμένο στα πρόσωπα των ειδώλων του.