SALVADOR DALI, Paranoiac Village

 

Σ’ ένα χωριό στην άκρη της Μεσογείου οι κάτοικοι, παραδοσιακά, δεν
πρέπει να ‘ναι καλά στα μυαλά τους. Πριν χρόνια μαζεύτηκαν και, ενώ
είχαν ήδη εκκλησία, μάλιστα μεταβυζαντινών χρόνων, αποφάσισαν να
χτίσουν καινούρια, και γκρέμισαν έναν παλιό βενετσιάνικο πύργο, για
να χρησιμοποιήσουν την πέτρα του ως οικοδομικό υλικό. Εδώ που τα
λέμε, καθόλου δεν χρειαζόταν ο νέος ναός, έτσι τεράστιος όπως έγινε.

Τα χρόνια περνούσαν σαν τα χελιδόνια που φωλιάζουν κάθε
άνοιξη στα κεραμίδια του ναού. Πολλοί παπάδες άφησαν τον τελευταίο
τους ψαλμό μπροστά απ’ την Αγία Τράπεζα. Μάλιστα ένας δεν πρόλαβε
καν, γιατί είχε πέσει σε κώμα γι’ αρκετό καιρό. Όταν μια μέρα συνήλθε,
ζήτησε ένα τσιγάρο, το ρούφηξε μονομιάς και… άντε γειά! Ήταν
μανιώδης καπνιστής, κάπνιζε ακόμη και στη διάρκεια της λειτουργίας.
Έτσι τουλάχιστον διηγούνται οι ντόπιοι.

Στη συνέχεια, σειρά είχε ένας βοσκός-ιερέας με τεράστια κοιλιά
και χέρια που την ώρα του κατηχητικού τα χρησιμοποιούσε κατάλληλα.
Οι σφαλιάρες του είχαν κουφάνει αρκετά σχολιαρόπαιδα. Είχε ακόμη
εκατό πρόβατα και κάμποσα πιτσιρίκια. Αλλά αποδήμησε σε μικρή
ηλικία, απ’ την πολλή χοληστερίνη, καθώς λένε. Τη θέση του πήρε ένας
νεαρός κομψευόμενος που έβλεπε γυναίκα, και τα γένια του στάζανε
σάλια. Κατόπιν, ήρθε κάποιος που τους ξεπέρασε όλους. Παντρεύτηκε,
τεκνοποίησε άπαξ, η παπαδιά τον έστεψε αρχικερατά – μιλάμε για τα
κέρατα του Ρούντολφ – ύστερα τον χώρισε. Ως γνωστό, οι καιροί ου
μενετοί, έτσι κάποια στιγμή στην εκκλησία φύτρωσαν λαμπιόνια, με
αποτέλεσμα τη νύχτα να δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για ούφο ή
υπαίθρια ντισκοτέκ αλλοτινών χρόνων. Το χειρότερο όμως αποδείχτηκε
πως είναι οι καμπάνες της, με πραγματικά ανυπόφορα ντεσιμπέλ,
ρυθμισμένες να χτυπάν κάθε μια ώρα, ενώ Κυριακές και γιορτές γίνεται
κακός χαμός, θυμίζοντας τα κωδωνοστάσια της Notre-Dame. Και Ουγκό
να μην έχεις διαβάσει, δε μπορεί, θα εντυπωσιαστείς ή θα εκνευριστείς
μέχρι απελπισίας.

Στο μεταξύ οι κάτοικοι λιγοστεύουν επικίνδυνα. Σ’ ένα χωριό-
φάντασμα οι καμπάνες μοιάζουν να υπάρχουν πλέον μόνο για τα
δέντρα και τους γέρους που ούτως ή άλλως δεν ακούνε καλά. Αλλά και
για ορισμένα γεροντοπαλίκαρα, μαζεμένα γύρω απ’ την πλατεία της
εκκλησίας. Αυτοί είναι κυριολεκτικά τρελαμένοι, δεν τολμάς καν να
τους μιλήσεις. Μουρμουρίζουν άγρια κάθε φορά που περνά κάποιος
μπροστά από τις μικροσκοπικές αυλές τους. Φοβισμένα έντομα κοιτούν
τους περαστικούς με μίσος και περιέργεια, ενίοτε με ειρωνεία. Κανείς
βέβαια δεν τους δίνει σημασία, όμως αυτοί συνεχίζουν το ίδιο κρυφτό,
χρόνια τώρα. Να φταίνε οι καμπάνες; Χτυπάν γι’ αυτούς άραγε; Να
πούμε τώρα και του στραβού το δίκιο: είναι στιγμές που οι καμπάνες
ουρλιάζουν απελπισμένα, σα να σημαίνουν τη μοναδική ευκαιρία για
συνάθροιση και κοινωνικότητα, με συχνότερη αφορμή κάποια κηδεία ή
μνημόσυνο. Γάμοι και βαφτίσια έχουν γίνει πλέον ένα σπάνιο κοινωνικό
φαινόμενο.

Τελευταία φαίνεται πως η κατάσταση άλλαξε κάπως. ‘Ένα απ’ τα
γεροντοπαλίκαρα της πλατείας έστειλε επιστολές διαμαρτυρίας στη
μητρόπολη και στον τοπικό τύπο, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας,
που αντιμετωπίζει. Μετά απ’ τον αναμενόμενο ντόρο, οι καμπάνες
συνεχίζουν τις κρούσεις τους στον αέρα, όχι τόσο συχνά, μα το ίδιο
εκκωφαντικά. Τέλος πάντων, κάθε κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, κουβαλά
τα προβλήματά της και φροντίζει διαρκώς να δημιουργεί νέα. Η ζωή,
ισχυρίζονται κάποιοι, για να ‘ναι ανεκτή, πρέπει να διαθέτει μια
ελάχιστη ποικιλία ανανεωτικών δράσεων.