Ποίηση που αγγίζει τις πληγες της Ιστορίας

Ο Θοδωρης Σαρηγκιόλης, όπως διαβάζουμε στο (αρκετα λακωνικο) βιογραφικο-του, γεννήθηκε το 1956, στην Έδεσσα. Δηλαδη ήλθε στον κόσμο επτα χρόνια μετα τη λήξη του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα, του οποίου τις οδυνηρες, εφιαλτικες και καταστροφικες συνέπειες υπέστη ο ελληνικος λαος, περισσότερο οι απλοι και αμέτοχοι πολίτες, εφόσον η χώρα περιήλθε σε μία απελπιστικη εθνικη κατάπτωση, τόσο απο την οικονομικη όσο και απο την κοινωνικη πλευρα.

Τις οδυνηρες, εφιαλτικες και ακατάλυτες συνέπειες αυτου του αδελφοκτόνου σπαραγμου ήταν επόμενο να τις βιώσει έντονα, εφόσον χαράχτηκαν εγκαυστικα στο τρυφερο πετσι-του, και ο Θεοδωρης, μικρο παιδι τότε! Αυτα τα καταλυτικα βιώματα, όμως, που αποκόμισε απο αυτη τη σκοτεινη και δύσκολη εποχη, έμελλε να κατακαθίσουν σαν σκόνη βαρια μέσα-του και να παραμείνουν εκει συσσωρευμένα, με αποτέλεσμα να τα κουβαλάει μέχρι τις μέρες-μας, γεγονος που αναπόφευκτα επιφέρει δυσκολίες στη ζωη-του.

Εν συντομία, αυτο είναι το γενικο συμπέρασμα που εξάγεται απο κάποια δυνατα ποιήματα που υπάρχουν στην καινούργια συλλογη-του που τιτλοφορείται ΄΄Δύσκολα νερα΄΄, (εκδόθηκε το 2026 απο τις εκδόσεις Βαγονέτο) όπως, λόγου χάρη, το συγκλονιστικο ποίημα με τίτλο «Χαμένη παρτίδα».

Πρόκειται για ένα μικρο ποίημα, μόνο 11 στίχων, με συμπυκνωμένο και σφιχτοδεμένο περιεχόμενο, αλλα και με μεγάλο νοηματικο εκτόπισμα, μέσα απο το οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρη η ματωμένη και θλιβερη Ιστορία του Εμφύλιου Πολέμου και των ανυπολόγιστων δεινων, όπως είπα, που επεφύλαξε στον ελληνικο λαο, ειδικα στους ηττημένους, κατατρεγμένους και καταπιεσμένους αυτης της εμφύλιας σύρραξης, τους οποίους ο Θ. Σαρηγκιόλης, πρακτικα (και όχι θεωρητικα), τους αποκαλει «κυνηγημένους» και «γονατισμένους», για να αποδειχθει πως οι πληγες αυτου του βαθιου ιστορικου τραύματος παραμένουν ακόμη ανεπούλωτες, παρόλα που πέρασαν τόσα χρόνια απο τη λήξη του Εμφύλιου Πολέμου∙ αυτου του αξέχαστου και ανεξάντλητου γεγονότος, του οποίου ο απόηχος εξακολουθει να απασχολει ακόμη τους λογοτέχνες –ποιητες και πεζογράφους . Δίνω ολόκληρο το ποίημα:

 

ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

 

Στον ζωγράφο Tasko Kortalof

Βάδιζε στο χιόνι αγκομαχώντας.

Με ανάσα βαρια ακολουθούσε το άλογο κρατώντας το σχοινι.

Πάνω στο σαμάρι μια φλοκάτη τύλιγε το μωρο.

Το κρύο πολυ.

Το σημείο επαφης δεν φαινόταν.

Έπρεπε να προλάβει, πριν ο ήλιος βγει, να φτάσει.

Να παραδώσει το παιδι στη μάνα και στον πατέρα-του.

Θα το έπαιρναν μαζι-τους στην οπισθοχώρηση.

 

Δεν θά ‘χε κλείσει χρόνο το μωρο και θ’ άλλαζε πατρίδα.

 

Χαμένη παρτίδα,

μοιραία ζαρια τ’ αναποδογύρισε όλα.

 

 

Απο τα αδρα χαρακτηριστικα των ποιημάτων αυτης της ομάδας, που μοιάζουν σαν μικρες ανθρώπινες ιστορίες, ο Θ. Σαρηγκιόλης ξεχωρίζει ως ποιητης με έντονες κοινωνικες και πολιτικες ανησυχίες. Για την ακρίβεια, είναι ποιητης, φύσει και θέσει, που προέρχεται απο άλλες εποχες και απο άλλες ποιητικες γενιες. Γιατι το ύφος, το ήθος και κυρίως το περιεχόμενο αυτων των ποιημάτων-του τον φέρουν να συγγενεύει με παλαιότερους ποιητες. Συγκεκριμένα, με ποιητες των μεταπολεμικων γενιων και περισσότερο με αυτους που τους απεκάλεσαν «ποιητες της ήττας». Και εδω, ασφαλως, με τον όρο αυτο, εννοω την ήττα της ύπαρξης και της ανθρώπινης υπόστασης, στην ολοκληρωτικη εξάρθρωσή-τους, συνεπεία του ψυχικου άλγους που προκάλεσε γενικα στον κόσμο ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και, ειδικα, με όσα διαδραματίστηκαν στη συνέχεια απαράδεκτα συμβάντα στον ελληνικο χώρο. Γιατι, όπως πολυ εύστοχα παρατηρει η Ακαδημαϊκος Έλλη Φιλοκύπρου «η ήττα έχει μεταφερθει απο το πεδίο της πολιτικης, στρατιωτικης, ιδεολογικης αναμέτρησης στο ηθικο και ψυχολογικο∙ έχει μετατραπει απο ιστορικα προσδιορισμένο γεγονος σε εσωτερικο βίωμα, εξακολουθητικο και επαναλαμβανόμενο».

Στη ίδια υγρασία, εμποτισμένο με το ίδιο καταθλιπτικο κλίμα, βρίσκεται και το ποίημα που τιτλοφορείται «Το αδύνατο της επιστροφης»:

 

Στα ξέφωτα του χρόνου

φύλλο η μνήμη αμάραντο.

Ίδια βροχη ξεπλένει τη σκόνη

ενος εφιάλτη αδιάφορου για τους γονατισμένους,

τα χαμηλωμένα βλέμματα.

Γυρίζει ο αέρας τα παιδικα-μας σχέδια,

σύννεφα οι στιγμες,

τα λόγια, τα χαμόγελα, οι τρικυμίες,

τα ταξίδια που δεν έγιναν.

 

Τώρα βλέπω στου ποταμου το νερο

το αδύνατο της επιστροφης.

σ. 38

 

Ο ποιητης, όπως διαπιστώνω, αποφεύγει με παραδειγματικη συνέπεια τη λεξιθηρία, ειδικα όταν αυτη, λόγω αδέξιων χειρισμων απο μέρους των δημιουργων, καταλήγει σε στομφώδη και ανυπόφορη πολυλογία και μεγαληγορία. Θέλω να τονίσω πως ο Θ. Σαρηγκιόλης είναι οπαδος της λεκτικης οικονομίας, της δωρικης απλότητας και της σαφήνειας, και έτσι όλα σχεδον τα ποιήματά-του τα δημιουργει με τις πιο απλες και εύχρηστες λέξεις. Λέξεις, ακόμη, που έχουν περάσει σε αγοραία κατάσταση! Δεν είναι, όμως, λέξεις αποξηραμένες και ατροφικες. Αντίθετα, είναι λέξεις εύχυμες, αμάραντες και δροσερες, που συνθέτουν μία ποιητικη γλώσσα πλούσια, ζωντανη και ζεστη. Όπως σωστα γράφει ο Θωμας Κοροβίνης, που προλογίζει τη συλλογη, «ο Θοδωρης Σαρηγκιόλης είναι ένας ποιητης με απλη και ταπεινη μα δυνατη και θερμη γλώσσα, ποιητικη δύναμη και με ιδιαίτερη ψυχολογικη ατμόσφαιρα, στοιχεία που κάνουν την ποίησή-του θελτικη, οικεία και διακριτη».

Δύο, όμως, είναι οι λέξεις που κυριαρχουν ή που δεσπόζουν μέσα στα ποιήματά-του. Αυτες είναι οι λέξεις «νερο», που υπάρχει και στον τίτλο της συλλογης-του, και η λέξη «βυθος», χωρις να λείπουν και συνώνυμες λέξεις, όπως βροχη, θάλασσα, ποταμος. Το «νερο», όμως, που διαπερνάει τα ποιήματα της καινούργιας συλλογης του Θ. Σαρηγκιόλη δεν είναι ένα νερο γαληνεμένο, διαυγες και φωτεινο. Είναι, δυστυχως, ένα νερο τρικυμισμένο, θολο, δύσκολο, βαρυ και κυρίως σκοτεινο που στον βυθο-του καταλήγουν και κάποια αθέατα, ακινητοποιημένα, πράγματα! Δίνω κάποια ενδεικτικα παραδείγματα:

 

ΣΤΙΧΟΙ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ «ΝΕΡΟ»

 

Δεν πισωπατουν, μπροστα πηγαίνουν,

Ήσυχα βυθίζονται στο βαρυ ύδωρ της ιστορίας.

σ. 20

 

Στο μαύρο νερο περιπολουν

Χαμένα υποβρύχια.

σ. 20

 

Είπα να σαλπάρω ένα βράδυ

Σε δύσκολα νερα.

σ. 30

 

Στη ράχη των κυμάτων

Γυαλίζει και βυθίζεται

Στα σκοτεινα νερα.

σ. 32

 

Εκει στα σύννεφα τελειώνουν τα σκαλια,

της λίμνης αρχίζουν τα νερα τα σκοτεινα.

σ.69

 

ΣΤΙΧΟΙ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ «ΒΥΘΟΣ»

 

θ’ αγκυροβολήσουμε για πάντα

Εξερευνώντας μόνο τον βυθο.

σ. 17

 

Στο βυθο μιας φιμωμένης μουσικης μαργαριτάρια

Αντανακλουν τους δύσκολους φθόγγους-της.

σ. 20

 

Τα μάτια στο βυθο

καρφώνουν τον φλοιο της γης.

σ. 22

 

Τόση σκουρια που ντύθηκες

σαν χρόνια να κοιμόσουν στο βυθο.

σ. 31

 

μη και συλλάβουν τους εραστες,

τους εκλεκτους του σκοτεινου βυθου.

σ. 33

 

Θα παραμείνω, όμως, για λίγο ακόμη στις λέξεις «νερο» και «βυθος», που χρησιμοποιούνται συχνα απο τον ποιητη σε αυτη τη συλλογη και να σημειώσω πως, απο μία πρώτη και βιαστικη ματια, μπορει να φαίνονται απλες και φθαρμένες αυτες οι δύο λέξεις∙ κατα βάθος όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα –τα φαινόμενα απατουν. Γιατι, στην ουσία, αυτες οι δύο λέξεις, είναι πολυδύναμες. Εννοω πως περιέχουν εντος-τους άφθονη ενέργεια και πως αντανακλουν μεγάλο νοηματικο βάθος, τις οποίες ο ποιητης, όπως διαπιστώνω, τις αξιοποιει για την καθαυτο λεκτικη εκφορα-τους αλλα, παράλληλα, τις χρησιμοποιει και ως σύμβολα, μέσω των οποίων επεδίωξε να φανερώσει και μία άλλη διάσταση ή, πιο σωστα, μία άλλη ουσία της ποίησής-του που, για ευνόητους λόγους επέλεξε να μην είναι ορατη αλλα ο αναγνώστης πρέπει να τη διαισθανθει και να την ανακαλύψει με τα μάτια της ψυχης-του. Γιατι, κατα τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, τον Ελληνοκύπριο ποιητη, «η ουσία αγαπα να κρύβεται πίσω απο πράγματα που δεν φαίνονται».

Να θυμίσω, λοιπον, πως το νερο συμβολίζει τη ζωη, την ανανέωση, την κάθαρση του σώματος και του πνεύματος, και τη συνεχη ροη της ενέργειας. Αποτελει βασικο στοιχείο δημιουργίας και εσωτερικης ισορροπίας και στην χριστιανικη παράδοση ταυτίζεται με την πνευματικη χάρη και τη βάπτιση, ενω ο βυθος στη λογοτεχνία, την ψυχολογία και την τέχνη συμβολίζει κυρίως το άγνωστο, το υποσυνείδητο, αλλα και τα σκοτεινα, κρυμμένα σημεία του εαυτου-μας. Αντιπροσωπεύει επίσης συναισθήματα εσωτερικης πάλης, όπως η μοναξια, η κατάθλιψη, η θλίψη και η υπέρμετρη αγωνία επιβίωσης.

Επομένως, επαναλαμβάνω πως στο βυθο της θάλασσας βλέπουμε να καταλήγουν όσα (κυρίως αχρείαστα) αντικείμενα αφήνονται απο τους απερίσκεπτους συνανθρώπους-μας, ενω στο βυθο της σκέψης-μας αφήνουμε να καταφθάνουν όσα γεγονότα, κυρίως δυσάρεστα, δεν θέλουμε να τα θυμόμαστε. Δηλαδη, τα καταχωνιάζουμε σε μία σκοτεινη γωνια της σκέψης ή του εαυτου-μας για να νιώθουμε πιο ανάλαφροι απο τη ψυχικη αγνωνία και την πνευματικη οδύνη που μας επιφέρουν αυτα τα γεγονότα. Με άλλα λόγια, είναι όλα εκείνα που «ήσυχα βυθίζονται στο βαρυ ύδωρ της ιστορίας», όπως λέει σε αυτο τον υπέροχο στίχο-του ο Θ. Σαρηγκιόλης.

 

 

 

 

 

Το ίδιο ασφαλως ψυχολογικο αποτύπωμα παρατηρείται και στον ποιητη Θ. Σαρηγκιόλη ο οποίος, όπως αντιλαμβάνομαι, έχει κρύψει μέσα στο βυθο της σκέψης ή του σώματός-του πολλα τέτοια ανεπιθύμητα συναισθήματα (εσωτερικη πάλη, μοναξια, κατάθλιψη, θλίψη, υπέρμετρη αγωνία επιβίωσης) αλλα και εφιαλτικα γεγονότα. Αποτρόπαια γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωη-του και τα οποία δεν θέλει να θυμάται ή να σκέπτεται γιατι, όπως αφήνει να καταλάβουμε, τον αποκόπτουν απο τις ρίζες-του αλλα και του παραποιουν τα στοιχεία της ταυτότητάς-του, βιολογικη και πνευματικη. Αντι αυτων, ο ποιητης, όπως βλέπουμε, επιθυμει την ηρεμία, τη γαλήνη, την ψυχικη και σωματικη ανύψωση, προσδοκώντας σε μία αναστάσιμη ζωη, γεμάτη υγεία, χαρα, ευτυχία και ευημερία.

Αυτα τα κρυμμένα και δυσάρεστα γεγονότα, όμως, που του βαραίνουν το σώμα και την ψυχη σαν τις ασήκωτες μυλόπετρες και δυσκολεύουν τη ζωη-του, όσο και να τα κρατα βαθια κρυμμένα μέσα-του, κάποια στιγμη, ξεκολλιούνται απο το βυθο και ανέρχονται δυναμικα στην επιφάνεια και διεκδικουν επιτακτικα μία θέση στη σκέψη-του και κατ’ επέκταση στη δημιουργία-του. Το απόσπασμα που δίνω απο το ποίημα «Επίπεδες αναζητήσεις», μαρτυρει, πιστεύω, αυτο τον ψυχικο παιδεμο του ποιητη, όπως τον περιέγραψα μόλις πιο πάνω:

 

Το χιόνι σκέπασε τα ίχνη των κυνηγημένων,

Ο άνεμος σκόρπισε τη μυρωδια-τους,

Η νύχτα τους έσφιξε στην αγκαλια-της,

Τα σκυλια έχασαν τη λαλια-τους.

Λείπουν πολλες σελίδες απ’ το ημερολόγιο

Και δύσκολο να συνδέσω τα γεγονότα.

Μνήμες απωθημένες μιας γενιας αδικημένης

Που ανδρώθηκε στα βουνα, στα στρατόπεδα.

Παιδι που γέννησε η γενια εκείνη

Φθείρομαι σ’ επίπεδες αναζητήσεις

Αποσυνδεμένος απ’ τις ρίζες-μου,

Σε δύο διαστάσεις ανεπτυγμένος,

Την ταυτότητά-μου ψάχνω σε λογοκριμένες ιστορίες,

Σε ψιθυριστες διήγησεις.

σ. 73

 

Η ποίησή-του, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος-της αγγίζει, όπως είπα, τις πληγες της σύγχρονης Ιστορίας, ειδικα αυτη που είναι εμπνευσμένη και στηριγμένη πάνω στη θεματικη του Εμφύλιου Πολέμου, μοιάζει ν’ αντανακλα μία διαρκη συνομιλία με τον εαυτο-του που, ουσιαστικα, αναπαράγει την ιστορία του βίου-του, μέσα απο την οποία αναδύεται ο ψυχισμος, η σκέψη, τα συναισθήματα –ο πόνος, η πίκρα, η λύπη και η θλίψη-του, όπως αυτα καταφθάνουν κοντα-μας μέσ’ απο τις ταπεινες αλλα ηλεκτρισμένες και υπερήφανες λέξεις-του.

Πέρα απο το εσωτερικο διάλογο, στον οποίο υποβάλλεται ο ποιητης, σε αυτη τη συλλογη-του, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχης-μας και ο ρητος, δημιουργικος και ενδιαφέρον διάλογος που αναπτύσσει με άλλους αξιόλογους ομότεχνους-του, ντόπιους και ξένους, που βρίσκονται κοντα στη ιδιοσυγκρασία-του. Με κάποιους, όπως οι αξέχαστοι Άρης Αλεξάνδρου και Μάρκος Μέσκος, αλλα και ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ο διάλογος-του είναι σκόπιμα φιλικος και φανερος, ενω με κάποιους άλλους, όπως ο Καβάφης, ο Μ. Αναγνωστάκης, ο Γ. Παυλόπουλος, ο Ντ. Χριστιανόπουλους, ο Κ. Καρυωτάκης κ.α., ο διάλογος που αναπτύσσει μαζι-τους είναι υπόρρητος, δηλαδη σκόπιμα συγκαλυμμένος.

Με όσα ανάφερα μέχρι τώρα, βέβαια, κατ’ ουδένα λόγο δεν πρέπει να θεωρηθει πως η συλλογη του Θ. Σαρηγκιόλη είναι μονοθεματικη. Πως ξεδιπλώνεται και στηρίζεται μόνο πάνω σ’ ένα θέμα, αυτο του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα. Απεναντίας, σε αυτα τα ποιήματα καταπιάνεται με πολλα και διάφορα θέματα, όπως είναι η εξέγερση των ναυτων της Κροστάνδης και το άγος που επεφύλαξε στον Άρη Αλεξάνδρου, που διεξοδικα την έχει μελετήσει αυτη την αποτυχημένη επανάσταση, η λειτουργικότητα του έρωτα, η αποξένωση και η ανθρώπινη μοναξια, (σ. 36), τα γηρατεια και η υπαρξιακη αγωνία που επιφέρουν, (σ. 48), ο αναγκαστικος ξενιτεμος για καλύτερη ζωη, (σ. 57), η επιτυχης επαγγελματικη σταδιοδρομία, η ποιητικη τέχνη κ.α., μετουσιωμένα όλα αυτα σε υπέροχα ποιήματα, δοσμένα με διαφορετικες τεχνοτροπικες φόρμες, μέσ’ απο τα οποία ξεχωρίζει η ψηλη ποιοτικη στάθμη και η αισθητικη καταξίωσή-τους. Είναι, όπως βλέπουμε, θέματα που αποκαλύπτουν τις πλατιες γνώσεις του ποιητη, οι οποίες όμως απαιτουν απο τον αναγνώστη να έχει ισοδύναμες γνώσεις, για να μπορέσει να κατανοήσει σωστα τα ποιήματά-του. Δείγμα τέτοιας εμπνευσμένης και περίτεχνης ποίησης είναι το μονόστιχο και δίστιχο που παραθέτω στη συνέχεια:

 

Γυαλι ο κόσμος και πονα τη φλέβα-σου σαν κόβει.

σ. 77

 

***

 

Σε είδα να΄σαι σιωπηλη μες του καιρου τον ύπνο

κι ο κόσμος έγινε ψωμι στο μυστικο-σου δείπνο.

σ. 78

 

Μπορει να είναι ολιγογράφος ποιητης ο Θ. Σαρηγκιόλης, και η ποιητικη παραγωγη που έχει καταθέσει μέχρι σήμερα στην πνευματικη τράπεζα να μην ξεπερνα τις τρεις συλλογες, δεν είναι όμως αμελητέα αυτη η παραγωγη. Είναι ποίηση αξιόλογη και αξιοπρόσεχτη. Γιατι, έστω και με αυτη την λίγη ποσοτικα, αλλα ποιοτικα σπουδαία και ιδιόμορφη ποίηση, έχει κατορθώσει ν’ αφήσει το ξεχωριστο και βαθυ αποτύπωμά-του στη νεοελληνικη λογοτεχνία.

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω με έμφαση πως τα ποιήματα το Θ. Σαρηγκιόλη, παρα το τραγικο και θλιβερο φορτίο που μεταφέρουν, δεν είναι απαισιόδοξα. Στο σύνολό-τους θεωρούνται αισιόδοξα και ελπιδοφόρα ποιήματα γιατι, πέρα απο την αξία της ζωης και τα ανεκτίμητα αγαθα που αυτη προσφέρει στους ανθρώπους, σε αυτα τα ποιήματα εκθειάζει μ’ ένα μοναδικο τρόπο και άλλες ανθρώπινες αξίες, όπως είναι η ελευθερία, η δημοκρατία και η δικαιοσύνη. Με αυτο τον τρόπο, επιδιώκει, πιστεύω, να κρατήσει ζωντανη την πίστη-μας σε ό,τι δικαιώνει τη ζωη.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος.