ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Νύχτα φεγγαρόλουστη και αστροκεντημένη,
βλέμμα γλυκό του ουρανού κι αγκάλιασμα της γης,
μείνε αξημέρωτη μπροστά στο παράθυρό μου
χάδι του καλοκαιριού, ψιθύρισμα κι ανάσα,
στρατοκόπος ν’ αποτολμήσω και να χαθώ
στη μακρινή οδό των ονείρων χωρίς γυρισμό.

Νύχτα της καταφυγής και της αγάπης γέρμα,
λατρευτικός ναός με χάρες και υμνωδίες,
της προσμονής σκιά και της λαχτάρας δώμα,
γίνε αρχονταρίκι των μυστηρίων της χαράς,
ιερός βωμός για προσκύνημα και λατρεία,
τρισάγιο λειτούργημα λύτρωσης και ευλογίας.

Στις αγρύπνιες σου και το ησυχαστήριό σου,
στα καλντερίμια σου και τις κρυφές τις στράτες
διαβαίνουν κόρες όμορφες, παραμυθιών νεράιδες
με γρήγορο τρεχαλητό, με χάρη και με γέλιο,
που προλαβαίνουν της ροδαυγής το φέγγος
πριν γίνουν σκόρπισμα ηλιού και αναπνοή ανέμου.

Και στην παραπάνω μεσούρανη γειτονιά,
που τ’ άστρα έχουνε στήσει λαμπρό πανηγύρι,
τον έρωτα που δοξολογούν και ασημώνουν
η δική μου η νεράιδα πρώτη τον χορό κρατεί,
μαντήλι της αγάπης λικνίζει και με χαιρετά
στον όρθρο να προλάβω τους όρκους μου να πω.

Σκαρφάλωσε και γείρε εδώ στο παράθυρό μου
αγνάντι των πόθων κοντινό και της ελπίδας,
αγγέλων κρυφομιλητό και φτερούγισμα πλατύ
να φτάσει η νεράιδα μου μούσα και ξωτικό,
στην αγκαλιά σου, νύχτα του καλοκαιριού
να γείρουμε ζευγάρι στο λιόφωτο το πρωινό.

 

***

ΟΠΤΑΣΙΑ

Περιέλουσε  ο ήλιος  τη γη με φως και χρώματα,
αγνάντεψε τα πυκνά των ανθρώπων πηγαινέλα
και κουρασμένος και ασυντρόφευτος ταξιδιώτης
έγειρε και βασίλεψε στο εσπέριο καταφύγιό του,
μοναχικός στις δόξες του και τα λιβανωτά του,
στο σήμερα πειρατής και στο αύριο κουρσάρος.

Ασήμωνε το φεγγάρι της νύχτας την αγκαλιά ,
δρασκέλιζε σε δρόμους πλατιούς και καλντερίμια,
περιόδευε σε γειτονιές και σε παράθυρα ανοιχτά
και στων αστεριών το φεγγοβόλο σύχνασμα,
στο γλυκό το κρυφομιλητό και στον ανοιχτό χορό,
στεφάνωνε της γης νεράιδες με αγγέλους τ’ ουρανού.

Πορφύρωμα η ανατολή σε ορίζοντες κι αγνάντια,
της αγρύπνιας μούσα και του ουρανού γητεύτρα,
απλώνει τη ματιά της στο μακρύ το πλάτεμα της γης,
αγκαλιάζει κάμπους, ραχούλες και βουνοκορφές
και στα πλατύσκαλα των σπιτιών στέκει και σμιλεύει
χαρούμενο ξημέρωμα με προσμονές και ελπίδες.

Κόρη πορφυρογέννητη στο λιόγερμα και τη δύση,
ουράνια νύμφη της νυχτιάς και της φεγγαροσύνης,
θεά της χρυσής αυγής και της ημέρας δεσποσύνη,
οπτασία των ονείρων μου και της κρυφής ελπίδας,
φτερούγισε πουλί στην αυλή μου πριν ξημερώσει,
γλυκοκελάηδημα ορθρινό να σ’ ακούσω και να χαρώ.

Των κρυφών πόθων μου ολοζώντανη οπτασία,
βαθύς αναστεναγμός και ξέχωροι της καρδιάς παλμοί,
στης προσδοκίας το αγλάισμα και την αγαλλίαση,
ο ερχομός σου λύτρωση ψυχής και ολοκλήρωση ζωής,
εικόνες άγιες τα μάτια σου κι η λαμπερή θωριά σου,
πρόκληση φαντασίας στης ευτυχίας την απαντοχή.

 

**

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Ηρέμησε στον ερχομό της αργοπορημένης νύχτας
και έγειρε στη βαθιά και ζεστή αγκαλιά της μοναξιάς
ατενίζοντας τους μακρινούς ορίζοντες των ονείρων
κι ακούγοντας αγγέλματα προσδοκιών και ελπίδας,
να είναι το καρτέρεμα βεβαιότητα και πίστη
και η ζωή θείο λειτούργημα ομορφιάς και δόξας.

Ανέτρεξε σε βιώματα, εμπειρίες και αναμνήσεις,
περισυνέλεξε θεωρίες, δόγματα και απόψεις,
περιτείχισε τις δικές του περιλάλητες και εξέχουσες
και ευτύχησε ακόμη μια φορά στην ένταση της δίνης
να δρέψει την τελείωση του σωστού και αναμφισβήτητου,
ύστερη ομολογία και αποδοχή στης γνώσης την καθεδρία.

Είχε ανοίγματα η ζωή, περιορισμούς και κατευθύνσεις,
στιγμές προσωπικής ανάκρισης κι ενδόμυχης σιγουριάς
πως τα όριά της είναι ευσύνοπτα, ορατά και κατεργασμένα
υποθήκες στα ένστικτα, την ενόραση και τις γνώσεις
του ορθολογισμού ανάγνωσμα και σοφίας μαρτυρίες,
περαίωση στις αντιλήψεις του και τις επιθυμίες.

Περίκλειστο κι αχαρτογράφητο της μοναξιάς το βασίλειο,
οχυρό καταφυγής της πλάνης και της αλήθειας,
των δοκιμασιών της ψυχής και των εμμονών του νου,
παραίτηση από την επίγνωση και τις κρυφές πεποιθήσεις
και είναι η ζωή κρυστάλλωμα απόγνωσης και βδελυγμίας,
αποστροφή στα κοινά, τα ομόγνωμα και τα επιθυμητά.

Με περισυλλογή, περίσκεψη και έντονη διάθεση
εκεί στης μοναχικότητας τον εγκλεισμό και τη σιωπή,
διείδε το στένεμα των ορίων του πνεύματος και της ψυχής,
τη στέρηση της χαράς στην απογοήτευση και τη θλίψη
και τόλμησε απ’ τη βάσανο του άγχους να απαλλαγεί,
της μοναξιάς δραπέτης απ’ την κλειστή γωνιά του να λευτερωθεί.

 

 

**

ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Εωθινός ευλογίας ψαλμός ο ευδόκιμος ερχομός
του κάθε νεογέννητου στην ανοιχτή τη ζήση
να έχει μέλλον μακρινό με αγλάισμα την τύχη,
μέρες λιόφαντες κι ανέσπερες γεμάτες ευτυχία,
με την ψυχή στην ευφορία του γέλιου και της χαράς
κι ορθό να στέκει απέναντι σε εμπόδια και προκλήσεις.

Γιατί είναι η ζωή κατάθεση προσδοκιών και ονείρων
με πρόσβαση στην ομορφιά της πρόβλεψης και της γνώσης,
ταξίδι καλοπροαίρετο σε πεθυμιές και εμπειρίες,
γλυκιά περιπέτεια με βιώματα και επινοήσεις,
πείσμα και επιμονή στην ανάδυση του αγνώστου
και να μην είναι η ζωή ανακύκλωση και γρίφος.

Γιατί είναι επιφύλαξη σε ρήσεις καινοφανείς,
δισταγμός στα απόκρυφα και τα άδυτα των καιρών
απόσταση να κρατά από ύποπτες μεγαθυμίες,
ν’ αμφισβητεί τη σιγουριά , τα εύκολα ν’ αποφεύγει,
σε ομολογίες να αντιδρά και σε χρησμούς να απορεί,
για να ‘χει τον εαυτό του σύμμαχο στις αλήθειες.

Δρόμοι λοξοί, ανίσκιωτοι και ανηφορικοί
είναι για πολλούς η ζωή και σ’ άλλους κατηφόρα
με την επίκληση στεναγμό και ψυχική οδύνη,
βάσανο τα πρωινά και οι νύχτες απελπισία
καθώς οι προσευχές δεν έχουν άκουσμα και μαρτυρία
στη μοίρα τους την επώδυνη και την αγωνία.

Δίδυμοι γεννησιμιού ο χρόνος και ο τόπος,
να έχει διάρκεια η ζωή, προορισμό και στόχους
δώθε από τα πέρατα και κείθε από τα γνωστά,
δημιουργία προσιτή κι αυθόρμητη συνήθεια,
να είναι το ταξίδι τελετή με τέλος λυτρωτικό,
σπούδαγμα ανθρωπιάς αγνής και θέλημα θεϊκό.

 

**

Η ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ

Κι όταν αναρωτιόμουν για τ’ ανερμήνευτο της χαράς,
την τόση αγαλλίαση στης ψυχής τη δοκιμασία,
ερχόσουν πολύφερνη με μάγια και μαρτυρίες,
εικόνα άχραντη λυτρωτική στο θράσος των ονείρων
και λόγος αψεγάδιαστος στου λογισμού την τόλμη.

Με το μακάριο βλέμμα σου γύμνωνες τους μύθους μου,
τον ίσκιο σου στέριωνες μ’ ένα χαμόγελο ταπεινό
καθώς μου ‘λεγες πως η απόλυτη χαρά και ευτυχία,
δρόμοι είναι μικροί, περπατημένοι κι αντάμωμα κοντινό,
απλές ιστορίες, συνηθισμένες του λίγου και του μοναδικού.

Σε πεθύμησα αρχέγονη μήτρα έρωτα και ζωής,
σε λαχτάρησα ξάφνιασμα αναπάντεχου ερχομού
κι έφτανες ιέρεια για τελετή σε σύναξη αγγέλων,
απόκοσμη μουσική, εκστατικός χορός και πνεύμα
απ’ των θεών το άναρχο και το αιώνιο των ανθρώπων.

Αρχή του ουρανού η αγκάλη σου και η ματιά σου αυγή,
στα χείλη σου, ανεπιτήδευτο φιλί η σύνοψη του κόσμου
καθώς μου μάθαινες τη μυστική κορύφωση της αγάπης
στην πλησμονή του ελάχιστου, στη σίγαση του πάθους,
να ‘ναι η πληρότητα αρετή κι εμείς ο εαυτός μας.