«Τα αιωνόβια ελαιόδεντρα της Ποίησης»

Ένα χρόνο και κάτι μετά την έκδοση του βιβλίου του με τίτλο «Υπό καθεστώς ομηρίας» (Εκδόσεις Μετρονόμος, 2025), ο ποιητής, φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας, Δημήτρης Κ. Μπαλτάς, μάς παρουσιάζει τη νέα, έβδομη κατά σειρά, ποιητική του συλλογή με τίτλο «Στο μετερίζι του χρόνου».

Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί ένα έργο του Έλληνα ζωγράφου Λάζαρου Κτενίδη, το οποίο απεικονίζει μια αυτοσχέδια κούνια να κρέμεται από το κλαδί μιας αιωνόβιας ελιάς. Το έργο συμβολίζει με ιδανικό τρόπο τον κύκλο της ζωής και το πέρασμα από την παιδική ηλικία έως το βαθύ γήρας και την απώλεια, η οποία σηματοδοτείται από την άδεια κούνια.

Σε αυτό το βιβλίο, όπως και στα προηγούμενα, η ποίηση του Μπαλτά καλύπτει τρεις θεματικούς άξονες: τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό, τον έρωτα και τον υπαρξιακό στοχασμό. Η διαφορά με το προηγούμενο έργο του έγκειται στο ότι αυτός ο μικρός και καλαίσθητος τόμος (άλλη μια εξόχως φροντισμένη έκδοση από τις Εκδόσεις των Φίλων) αποτελείται κατά βάση από ολιγόστιχα ποιήματα.

Το εναρκτήριο ποίημα με τίτλο «Οι λέξεις» (σελ. 9) ανοίγει τον κύκλο του βιβλίου, εξερευνώντας τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του ο ποιητής, ήτοι τις λέξεις, οι οποίες λειτουργούν ως λογοτεχνικά παπούτσια για να πορευτεί ο δημιουργός στα μονοπάτια της Ποίησης. Η πορεία αυτή δεν είναι πάντοτε ομαλή, καθώς κάποιες φορές τα παπούτσια στενεύουν τον ποιητή «αρδεύοντας/τη θλίψη του» και κάποιες άλλες τον χτυπάνε «φουσκώνοντας/τον καημό του». Άλλες φορές πάλι «του προσφέρουν/τη ζεστασιά τους», παρέχοντάς του μια παροδική ανακούφιση μέσα στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση στη ζωή και στους λογοτεχνικούς κύκλους.

Μετά το εισαγωγικό ποίημα εισερχόμεθα στο κυρίως σώμα του βιβλίου, ξεκινώντας την ανάλυσή μας από τα ποιήματα κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού. Το ποίημα με τίτλο «Οι μηχανές ζητούν» (σελ. 11) είναι το πρώτο αυτού του θεματικού άξονα. Σε ένα δυστοπικό-φουτουριστικό τοπίο, «οι εργάτες είναι ήδη νεκροί» και «οι μηχανές ζητούν/καλύτερες συνθήκες εργασίας». Από όλους τους -ισμούς, φαίνεται να υπονοεί ο ποιητής, ο καπιταλισμός είναι ο πιο αδηφάγος, καθώς «εξακολουθεί να διψά/παρά το τόσο αίμα!». Οι εργάτες και οι εργάτριες είναι αναλώσιμοι/ες (κρέας για τη μηχανή του κιμά, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω). Η λογική προέκταση αυτής της συνθήκης δεν είναι άλλη από την πλήρη εξαφάνισή τους και από την αντικατάστασή τους από τις μηχανές. Να, όμως, που, όπως προβλέπει ο ποιητής, και οι μηχανές ζητούν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν έχει κανένα όριο και κανέναν φραγμό. Ως εκ τούτου, καμία εργατική δύναμη (ανθρώπινη ή μη) δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της. Η ακόρεστη δίψα της απειλεί ευθέως και αυτήν ακόμη την ύπαρξη του πλανήτη μας και κάθε έμβιου όντος που κατοικεί σε αυτόν.

Όπως προαναφέρθηκε, οι εργάτες και οι εργάτριες είναι αναλώσιμοι/ες. Γι’ αυτό, άλλωστε, βιώνουμε και μια έξαρση των εργατικών ατυχημάτων1. Το θέμα αυτό θίγει με τον πλέον αιχμηρό τρόπο ο ποιητής στο ποίημα με τίτλο «[εργατικό ατύχημα;]» (σελ. 29).

 

«Το να ζητάς ένα κιλό κιμά

στο σούπερ μάρκετ

δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.

 

Δεν ξέρεις μαζί με τον κιμά

πόσα δάχτυλα θα ακρωτηριάσει

η μηχανή του κέρδους.»

 

Η εντατικοποίηση της εργασίας και η έλλειψη επαρκών μέτρων ασφαλείας παράγουν ορατά και μετρήσιμα αποτελέσματα. Οι τραυματισμοί και οι θάνατοι είναι στην ημερήσια διάταξη. Ωστόσο, κανείς δεν θορυβείται, καθώς όλα αυτά θεωρούνται απαραίτητες (ανθρωπο)θυσίες στον βωμό του κέρδους. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος, «μετά την απομάκρυνση/εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται».

Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, δεν θα μπορούσαν να λαμβάνουν χώρα χωρίς την απαραίτητη στήριξη της διανόησης, και δη της παρεπιδημούσης στα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Το γεγονός αυτό σχολιάζει δηκτικά ο Μπαλτάς στο ποίημα με τίτλο «[ακαδημαϊκή λυκοφωλιά]» (σελ. 30), τονίζοντας ότι «αυτοί που κόπτονται για τα δικαιώματα/[…] είναι οι ίδιοι που παλεύουν, οι δόλιοι,/να φιμώσουν τους φοιτητές». Ούσα στην πρωτοπορία των αγώνων, η φοιτητιώσα νεολαία αποτελεί βασικό στόχο των υποστηρικτών του κατεστημένου, καθώς είναι συνήθως αυτή που καταγγέλλει τα κακώς κείμενα και ασκεί κριτική στις ποικιλώνυμες δομές της εξουσίας. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να προκαλεί εντύπωση ότι τα δεκανίκια της εκάστοτε εξουσίας στον ακαδημαϊκό χώρο σπεύδουν να συνδράμουν στην καταστολή της φοιτητικής διαμαρτυρίας, μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε φερέφωνα του συστήματος, ήτοι σε ενσωματωμένους διανοούμενους (embedded intellectuals).

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που δεν διστάζει να στηλιτεύσει ο ποιητής μέσω του ποιήματος με τίτλο «Βεβαίως, θα νηστέψει τη Σαρακοστή» (σελ. 46) είναι οι υποκριτές. Αυτοί που παρουσιάζονται ως καλοί χριστιανοί και σωστοί οικογενειάρχες αλλά δεν χάνουν ευκαιρία να χύσουν το δηλητήριό τους για τους γείτονες. Ξεχνώντας τα χριστιανικά κηρύγματα περί του αναμάρτητου που (αν υπάρχει) δικαιούται να ρίξει πρώτος την πέτρα, λοιδορούν τους συνανθρώπους τους, αναγκάζοντας τον ποιητή να επικαλεστεί τον Ύψιστο για να τον φυλάξει «από τους σεμνότυφους».

Κι αν όλα όσα ειπώθηκαν ανωτέρω προκαλούν στο αναγνωστικό κοινό ένα σφίξιμο στο στομάχι, καθώς και θυμό που «κορώνει το μέτωπό [τ]ου», θα πρέπει να χαίρεται, αναφωνεί ο Μπαλτάς στο ποίημα με τίτλο «Κι αν κάθε φορά που βλέπεις γύρω σου το δίκιο» (σελ. 49). Κι αυτό γιατί δεν καλύπτεται «από την ανοσία της αγέλης», ήτοι δεν έχει αναπτύξει τη «νοοτροπία του κοπαδιού» που χειραγωγείται από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Ολοκληρώνοντας την ενότητα των ποιημάτων κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού, θα αναφερθούμε στο πεζοποίημα με τίτλο «Είμαι πάντα στο πλευρό των ηττημένων» (σελ. 55). Ο Μπαλτάς ξεκαθαρίζει εξ αρχής ότι δεν αισθάνεται «εμπάθεια για τους πετυχημένους». Από την άλλη, όμως, έχει διαπιστώσει ότι «στις περισσότερες περιπτώσεις πίσω από τους πετυχημένους δεν βρίσκεις αλήθειες, παρά μόνο καμιά λοβιτούρα ξετσίπωτη και αρκούντως φινιρισμένη». Ως εκ τούτου, προτιμά τους ηττημένους που κρύβουν στο βλέμμα τους «μια ντομπροσύνη αψεγάδιαστη». Ο ποιητής καλείται να παραμερίσει το κυρίαρχο αφήγημα, καθώς γνωρίζει ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, και οφείλει να κοιτάξει πίσω από τις γραμμές σε αναζήτηση μιας ανόθευτης αλήθειας.

Από τη νέα συλλογή του Μπαλτά δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν τα ερωτικά ποιήματα. Ο έρωτας, και σε αυτό το βιβλίο, εμφανίζεται ως ανάμνηση, ως μια φευγαλέα εικόνα ικανοποίησης που αφήνει πίσω μελαγχολία και ένα αίσθημα ανεκπλήρωτου. Στο ποίημα με τίτλο «Έτρεξε στην κάμαρα» (σελ. 12) το ερωτικό αντικείμενο του πόθου λάμπει διά της απουσίας του. Μονάχα η μισοάδεια κολόνια στο κομοδίνο μαρτυρά την παρουσία που κάποτε υπήρξε και «τον αλλοτινό πόθο/που τύλιξαν/αυτά τα σεντόνια», λειτουργώντας ως «θυμητάρι υφάλμυρο» για το ποιητικό υποκείμενο.

Η απουσία του ερωτικού συντρόφου συνιστά τη μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη συνίσταται στην παρουσία του («Το βράδυ αυτό χαράχτηκε μέσα μας βαθύ» σελ. 20), η οποία, ωστόσο, είναι εφήμερη και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα («αναπνεύσαμε ιώδιο και εκπνεύσαμε πόνο»). Το ποιητικό υποκείμενο πέφτει «με τα μούτρα στου έρωτα τις θίνες», προσφέρει «σώμα και ψυχή βορά στον φτερωτό θεό» αλλά καταλήγει με εκδορές και πληγές που ψήνονται στο θαλασσινό αλάτι. Η κατάληξη είναι προδιαγεγραμμένη αλλά το ποιητικό υποκείμενο, έστω και μέσα στην αφέλειά του, δεν μετανιώνει για τις επιλογές του.

Το άλγος του έρωτα φαίνεται να αποτελεί επιλογή, όπως φανερώνει και το ποίημα με τίτλο «Το αποτύπωμα που άφησε στον τοίχο» (σελ. 15). Μια σπασμένη κορνίζα, «θύμηση σουβλερή» και «τεκμήριο πόνου», μένει ακάλυπτη για να θυμίζει την οδύνη του αποχωρισμού. Η παρήχηση του «π» και του «μ», αντίστοιχα, στους τελευταίους δύο στίχους («να πίνω θέλω τον πόνο ανόθευτο/μήπως μάθω πια το τίμημα του έρωτα») εντείνει την αίσθηση της οικειοθελούς υποβολής στη βάσανο του έρωτα. Διότι μόνο έτσι μπορεί το ποιητικό υποκείμενο να τον αισθανθεί στις πραγματικές του διαστάσεις.

Η αφέλεια, που προαναφέρθηκε, και η αδεξιότητα είναι χαρακτηριστικά των πρωτόπειρων εραστών αλλά αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την ένταση του συναισθήματός τους. Μια τέτοια ανάμνηση ανακαλεί το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα με τίτλο «Στο ημιυπόγειο που τόσες φορές αγαπηθήκαμε» (σελ. 36):

 

«Στο ημιυπόγειο που τόσες φορές αγαπηθήκαμε

τώρα παραδίδονται μαθήματα ζωγραφικής.

 

Κάθε που περνώ κρυφοκοιτάζω τα χρώματα

στους καμβάδες· βαθιά, ζωηρά.

 

Κάπως αδέξια, μα γεμάτα πάθος.

 

Θυμάσαι;»

 

Σε όλη τη συλλογή ο έρωτας αποτελεί παρελθοντική αναφορά που ενίοτε ανακαλεί αισθήματα ευφορίας, όπως παραπάνω, ή αισθήματα δυσφορίας, όπως στο ποίημα με τίτλο «Όλο με παίρνουν τηλέφωνο» (σελ. 31) που αφορμάται από τις τηλεφωνικές κλήσεις που προτείνουν τη σύναψη ασφάλειας πυρός-σεισμού-πλημμύρας. Δεν σκέφτηκαν, μάς λέει το ποιητικό υποκείμενο, όλοι αυτοί οι περισπούδαστοι ασφαλιστές να φτιάξουν «μια ασφάλεια για τον έρωτα», αφού αυτός είναι η αιτία για όλα τα προαναφερθέντα δεινά. Ο Μπαλτάς, με ιδιαίτερη μαεστρία, μετατρέπει μια σκηνή της καθημερινότητας σε ένα ερωτικό μοιρολόι, όπου η καρδιά του ποιητικού υποκειμένου παρομοιάζεται με την οικία που υφίσταται καταστροφές από τα στοιχεία της φύσης.

Ο τρίτος θεματικός άξονας του βιβλίου απαρτίζεται από ποιήματα υπαρξιακού στοχασμού. Στο ποίημα με τίτλο «Όπως μάζευα» (σελ. 13) μια ζακέτα ανακαλεί στη μνήμη τη φιγούρα της μητέρας και, συνακόλουθα, τον χαμό της. Έτσι, ένα απλό, καθημερινό ρούχο πυροδοτεί μια ολιγόστιχη πραγματεία πάνω στον θάνατο. Ο ίδιος μηχανισμός χρησιμοποιείται και στο ποίημα με τίτλο «Πάλι βρέχει στην ταράτσα της μνήμης» (σελ. 23), όπου μια βροχή αναμνήσεων καταλήγει μέσω της «υδρορροή[ς] [που] παροχετεύει το νερό/στο διψασμένο στόμα του πατέρα». Έχοντας διανύσει μια πορεία ζωής, ο πατέρας που πρωταγωνιστεί στο συγκεκριμένο ποίημα έχει πια ως μοναδική ίσως συντροφιά τις αναμνήσεις μιας ζωής, όπως η ζακέτα αποτελεί τη μοναδική ίσως υλική ενθύμηση που υπάρχει για τη μητέρα που «έφυγε».

Η μνήμη και οι πικρές διαπιστώσεις που ενίοτε αυτή φέρνει στον νου αποτελούν τον θεματικό πυρήνα του πεζοποιήματος με τίτλο «Στις πιέτες του φουστανιού της μητέρας» (σελ. 26). Πάνω στις πιέτες του φουστανιού κρύβεται η ιστορία μιας γυναίκας από την παιδική της ηλικία (όταν φορούσε «τη στέκα με τα λουλούδια») μέχρι την ώριμη ηλικία (που σηματοδοτείται από «την κοκάλινη ταρταρούγα»). Ωστόσο, τις πιέτες στοιχειώνει η σκέψη ότι αυτή η γυναίκα δεν κατάφερε, παρά τη δεδομένη θέλησή της, να γίνει μητέρα («βαραίνουν οι πιέτες στο φουστάνι που δεν τις αγκάλιασε η μητρότητα»). Για άλλη μια φορά, ένα καθημερινό ένδυμα (όπως η ζακέτα στο ποίημα «Όπως μάζευα») γίνεται μάρτυρας μιας πορείας ζωής και των ματαιώσεων που αυτή επεφύλασσε.

 

Ο υπαρξιακός στοχασμός είναι το βασικό στοιχείο και του σύντομου ποιήματος με τίτλο «Τα βράδια της σιωπής» (σελ. 42):

 

«Τα βράδια της σιωπής

νοσταλγώ τον ήχο των κυμάτων,

ακούω το θρόισμα των φύλλων,

μετρώ τις άδειες καρέκλες,

κλαίω που όλο και πληθαίνουν.»

 

Μέσα σε ένα σκηνικό γαλήνης και ηρεμίας, η σκέψη του ποιητικού υποκειμένου επιστρέφει σε εκείνους που δεν είναι πια παρόντες. Επέρχεται, έτσι, η συνειδητοποίηση της φθαρτότητας του ανθρώπου αλλά και της τραγωδίας της ανθρώπινης ύπαρξης που οδηγείται νομοτελειακά στον θάνατο. Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί για τους απόντες αλλά, συνάμα ίσως, προβληματίζεται διότι συνειδητοποιεί ότι και το δικό του τέλος πλησιάζει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τρεις θεματικοί άξονες στους οποίους αναφερθήκαμε έχουν ως συνδετικό κρίκο το κόκκινο χρώμα. Το χρώμα αυτό συμβολίζει τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό με την «κόκκινη μπογιά στον τοίχο» («I Σχεδόνννν», σελ. 18), «το κόκκινο μολύβι» που είναι το όπλο του ποιητή («II “Λοιπόν; Τι περιμένεις;”», σελ. 18) και τα κόκκινα γαρύφαλλα των εργατών ([Πρωτομαγιά], σελ. 28). Σηματοδοτεί, επίσης, τον έρωτα μέσω της γυναίκας με τις «κατακόκκινες γόβες» («[αστικό τοπίο]», σελ. 16). Τέλος, είναι το «κόκκινο μπαλόνι» της ευτυχίας («Η ευτυχία είναι ένα κόκκινο μπαλόνι», σελ. 14) ή «μια κόκκινη μπάλα» που «υπακούει/στις απαλές κλωτσιές/της νοσταλγίας» («Στη σταχτιά αυλή», σελ. 17) στα ποιήματα υπαρξιακού στοχασμού.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με δύο ποιήματα με τίτλο «I Στο μεσοδιάστημα» και «II Στο μεσοδιάστημα» (σελ. 58), με τα οποία κλείνει αρμονικά ο κύκλος που άνοιξε με το ποίημα «Οι λέξεις» (σελ. 9). Ως επιδέξιος ράπτης, ο Μπαλτάς ράβει «το ρούχο του χρόνου» και ξηλώνει «το ρούχο της λήθης». Η Ποίηση γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η αιωνόβια ελιά του εξωφύλλου που διατηρεί ακέραιη τη μνήμη της ύπαρξης και αντιστέκεται στις φθοροποιούς ιδιότητες της λήθης.

Με τη συλλογή «Στο μετερίζι του χρόνου» ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς συνεχίζει με σταθερό βήμα την πορεία του στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Με ολιγόστιχα ποιήματα και πεζοποιήματα, με τη χρήση του πολυτονικού συστήματος, που δημιουργεί μια ευπρόσδεκτη αντίθεση με τον ελεύθερο στίχο, και με γλώσσα καλλιεπή δημιουργεί ένα ποιητικό σύμπαν ικανό να αντέξει στη φθορά του χρόνου.