Joseph Mallord William Turner, R.A. (1775-1851), Sunrise over the Sea, perhaps at Margate

 

Ἀπέραντος ὁ κῆπος ὅπου μόλις ἀπο-

Χωρισμένος ἀπ΄τὸν (πρὶν καὶ πάλι μεταμφιεσμένος μοῦ ἀγγιχτεῖ)

Θάνατο, ἔπαιζα καὶ μοῦ ἔφταναν εὔκολα ὅλα ἕως τὴν παλάμη

Ἰουλίου λόγος, Ὀδυσσέας Ἐλύτης

 

 

Ι.

Η διαδικασία της ίασης φέρει πάντα στην αρχή της τη συμπτωματική
συνάντηση με το σύμπτωμα, τουτέστιν το χωρίον, που διεκδικεί
απόλυτο χώρο στη χώρα του σώματος κειμένου ή του κειμένου
σώματος, ας είναι και προς θάνατον. Άλλωστε, τα συμπτώματα
ενεδρεύουν και στα πτώματα, τουλάχιστον ως χωρία που τα
κατοίκησαν. Τουλάχιστον. Ο λόγος για έναν Ιούλη Περασμένα
Μεσάνυχτα ή για τον λόγο που έχει πρόθεση και τελεστική φορά. Να,
κάπως έτσι: ζω για τότε που δεν θα υπάρχω. Πάντοτε μου άρεσε αυτή η
κουβέντα, γιατί σαν να μου ΄κλεινε το μάτι ο ποιητής μες την αγρύπνια
του να τη διαβάσω και πέρα απ΄τα φαινόμενα.

 

 

ΙΙ.

Έτσι, σε νύχτες αγρύπνιας κάποτε κάποτε κι εγώ, υπνοβατώντας μου
φαίνεται σε διαστελλόμενους χώρους, χώρες, χωρία και πάτρια
σώματα, πιάνω αυτή τη μετα-φορά κι από την άρση της την εγείρω στη
θέση της: «ζω για τότε που θα υπάρχω». Και ιδού το ρήμα μου, Ιούλιο
μήνα, ολόγυμνο μες στα σεντόνια του, να διεκδικεί μια παράτολμη
προέκταση στο διηνεκές, καθώς το αίτημα αιωρείται με την προσδοκία
του αμφιλαφούς στη χώρα του αθανάτου. Νομίζω πως ο ποιητής
συγκατανεύει. Τον ακούω να χορδίζει τη ρικνή του βάρβιτο από την
άνω Ταρκυνία. Παρέα του ο Εμπειρίκος, ηλιοκαμένος και πανάλαφρος,
καταμεσήμερο Ιούλη διασχίζει την άνω και πυρίκαυστη Οδό
των Φιλελλήνων. Με νόημα πιο πίσω ο Καρούζος, ανήμερα της Αγια-
Μαρίνας, κάθιδρος και ατάραχος, γιορτάζει τα γενέθλιά του ανάμεσα
στα μελανθή με φως ανήμερο.

 

 

ΙΙΙ.

Αλλιώς: «υπάρχω και θα υπάρχω», κατά μίμηση του Καζαντζίδειου
υπάρχω κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω, που, ελεύθερο από τα στιχουργικά
του συμφραζόμενα, μπορεί να αποκτήσει μιας άλλης τάξεως αναφορική
δύναμη. Από τη μετα-φορά στην ανα-φορά. Έτσι είναι. Πάντα θα
κτυπήσει αιφνιδίως την ανοιχτή σου πόρτα ένας συνειρμός για να σου
υπενθυμίσει ότι η σαγήνη της μεταφοράς είναι η απαράμιλλη
αναφορικότητά της, εξ ου και η αναγωγική της δύναμη, γι΄ αυτό και
αμέτρητα τα ψάρια που πιάνει σε αφρούς και βυθούς και ατελεύτητα
στερεώματα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα κι ο ποιητής πάλι μου κλείνει το
μάτι. Έτσι πάντα συνεννοούμαστε. Την έναστρη νύχτα. Χωρίς ποτέ
τηλεσκόπιο.