Η λούπα και το απόβλητο

Υπάρχει μια στιγμή όπου η καθημερινότητα, σπρωγμένη ως το έσχατο όριό της, παύει να είναι απλώς πληκτική και γίνεται κάτι άλλο: γίνεται σχεδόν ιερή, με την έννοια που δίνω εγώ στο ιερό — αυτό που μολύνει, που σπαταλά, που δεν εξυπηρετεί τίποτα. Το έργο του Χατζηχρήστου μού φαίνεται να στήνεται ακριβώς πάνω σε αυτό το χείλος.

Ένα χαλασμένο καζανάκι, δαμάσκηνα, ένα φακελάκι μέντα ήδη προσβεβλημένο από τη χρήση, αυγά — τα μισά καμένα, τα μισά ωμά — δεν είναι λεπτομέρειες ρεαλισμού. Είναι απόβλητα, κατάλοιπα μιας οικονομίας που δεν παράγει τίποτα χρήσιμο, και αυτό ακριβώς τα καθιστά πολύτιμα για μένα. Η αστική διαβίωση, όταν την πιέσεις αρκετά, αποκαλύπτει το σκατό της· και το σκατό, το ξέρω καλά, είναι πάντα πιο κοντά στο θείο απ’ όσο νομίζουμε.

Ο Ρόουζ και ο Πέκαμ συγκατοικούν σε είκοσι τετραγωνικά, μπροστά σε ένα κρεβάτι μιάμιση θέσης — μέγεθος που δεν χωράει καν αξιοπρεπώς δύο σώματα, πόσο μάλλον δύο υπάρξεις που προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν τον εαυτό τους. Αυτή η στενότητα δεν είναι σκηνικό εμπόδιο· είναι η ίδια η σύνθλιψη του υποκειμένου, η αναγκαστική γειτνίαση δύο μοναχικών σωμάτων που δεν φτάνουν ποτέ στην πραγματική συνέχεια μεταξύ τους — εκείνη τη συνέχεια που μόνο ο θάνατος ή η έκσταση χαρίζουν, έστω για μια στιγμή, σβήνοντας τα όρια του “εγώ”. Εδώ, αντ’ αυτού, έχουμε λόγια. Πολιτική φιλοσοφία, Κεφάλαιο διαβασμένο ως τον πρώτο τόμο, επαναστατικά προτάγματα που έχουν την οσμή μπύρας πάνω σε βρεγμένη μοκέτα παμπ. Ο λόγος τους είναι το υποκατάστατο μιας σπατάλης που δεν τολμούν να κάνουν με τα σώματά τους. Γιατί αυτό είναι το έργο, νομίζω, στον πυρήνα του: μια μελέτη πάνω στην αδυναμία της σπατάλης. Ο έρωτας υπάρχει, λένε, ως απάντηση — αλλά περνάει μέσα από γραμμές του μετρό, από Χάκνει σε Ντάλστον σε Νιου Κρος Γκέιτ, γραφειοκρατικοποιημένος, χαρτογραφημένος, δίχως καμία σχέση με την ιλιγγιώδη, ανίερη γενναιοδωρία που θα του άξιζε το όνομα. Ο έρωτας-δρομολόγιο. Ο έρωτας ως logistics. Τι πιο ολέθριο βρίσκεις να επινοήσεις για την επιθυμία από ένα ωράριο τρένων;

Η επανάληψη —εκατόν τέσσερις φορές το ίδιο πράγμα, εκατόν τέσσερις Τρίτες— είναι εκεί που το κείμενο αγγίζει, νομίζω ακουσίως ή εν γνώσει του, κάτι από τη δική μου εμμονή με τη λούπα ως μορφή εσωτερικής εμπειρίας. Η επανάληψη δεν είναι ποτέ αθώα· είναι πάντα μια προσπάθεια εξημέρωσης του ασύμμετρου, μια άρνηση να αφεθείς στο απρόβλεπτο. Και όμως, ακριβώς επειδή επαναλαμβάνεται, κάτι σκάει από μέσα — τα δύο σώματα ξερνούν τα άντερά τους,μια εικόνα που μου αρέσει γιατί είναι ειλικρινώς σωματική, ειλικρινώς αποκρουστική, χωρίς την ψευτο-ευγένεια που η αστική σκηνή συνήθως επιβάλλει στον πόνο. Το τέλος —ένας αγγελιοφόρος με μέντες που κλείνει τον κύκλο— είναι, με τη δική μου ορολογία, μια ψευδο-λύτρωση, μια παρωδία λύτρωσης. Γιατί η αληθινή διέξοδος από τη λούπα δεν έρχεται ποτέ τόσο τακτοποιημένα, με έναν αγγελιαφόρο και ένα γλυκαντικό της αναπνοής. Έρχεται σκίζοντας, όχι αρωματίζοντας.

Ένα έργο, λοιπόν, που ίσως δεν τολμά ως το τέλος τη δική του κατάρρευση — αλλά που τη σκιαγραφεί με αρκετή ειλικρίνεια ώστε να αξίζει να καθίσεις, σαν τον Ρόουζ και τον Πέκαμ, μπροστά σε ένα κρεβάτι μιάμιση θέσης, και να περιμένεις