Ζήτησε να με πάρει μαζί της. Το περίμενα. Από μικρούλα, σε μένα όλες οι ματιές της. Να μάκρυναν, άραγε, τα κατάξανθα, σγουρά μαλλιά της; Και το καινούριο φόρεμα, να τόνιζε όσο έπρεπε την ασπράδα του προσώπου της και τα τσακίρικα μάτια, στο χρώμα της άγουρης ελιάς; Τα δάκρυα της χθεσινής νυχτιάς τα είχαν κάνει λόγγο άγριο τα μάτια της; Κι οι πρώτοι ίμεροι, έπαιζαν σίγουρο κρυφτό πίσω από τα χαμηλωμένα βλέφαρά της, όταν πρωτάρχισαν να την κορτεζάρουν κι έτρεμε μη και το καταλάβει ο πατέρας της;
Όλα σε μένα τα πρωτορωτούσε. Η αρχόντισσά μου, η Ξανθούλα μου η λατρεμένη… Που για χατίρι μιας θαλασσινής αγκάλης, βαθιάς, πλατιάς, που την ταξίδευε σε ωκεανούς, μα και της έταζε λιμάνι υπήνεμο, έφυγε απ’ της μάνας της την αγκαλιά κι από της Σμύρνης την αβάσταχτη ωραιότητα, για ένα μικρό, μα ολόγλυκο νησί του Αιγαίου.
«Ετούτον, μάνα μου, μαζί μου τον εθέλω. Δεν με χρειάζεται τίποτα άλλο απ’ το σπιτικό μας, ο άντρας μου θα με τα φτιάξει όλα στο νησί, ξέρει αυτός. Τάξιμο με έκαμε κι όρκο βαρύ, πως θα με κάμει ευτυχισμένη. Αμά εσύ, μη με χαλάσεις τώρα την καρδιά και μη με σεκλετίσεις. Θα τόνε πάρω στο νησί τον αϊνά μου αυτόν, μαζί με τα προικιά μου. Να σας θωρώ, κάθε που θα αϊναλίζομαι, τη μακρυνάρα μας να βλέπω, τον κήπο μας, στο πίσω μέρος του σπιτιού, κι όλα μας τα καλά. Ποιος να το ξέρει πότε θα ξανάρθω, πότε θα ξαναϊδωθούμε, μάνα μου…»
«Γιαβρί μου, εσύ… Πότε σε χάλασα εγώ χατίρι;» είπε η μάνα, και την έκλεισε στην αγκαλιά της. Το νυφικό του κοριτσιού, δαντέλα κάτασπρη, ολοκέντητη στο χέρι, έλαμπε. κρεμασμένο απέναντί μου.
Στη σάλα του καινούριου της σπιτιού, στο καταγάλανο νησί με τους λευκούς περιστεριώνες, τα μικρά ξωκλήσια, το χώμα το χρυσό, τις λυγαριές και τις ξερολιθιές, είχα την πρώτη θέση, πάνω απ’ το καρυδένιο σκρίνιο με τα ασπρόρουχα. Κι η πρώτη καλημέρα της κυράς μου ήταν σε μένα. Κοίταζε το γυαλί μου, έβλεπε το “Και” της Σμύρνης, τα προξενεία του, τα θέατρα, τις λέσχες, τα λαμπρά σχολειά και όλες της τις εμορφιές, το σπίτι τους, δυο βήματα απ’ την Αγία Φωτεινή, τη μάνα, τον πατέρα, τον μικρό της αδερφό. Πόσο να είχε γενεί, πέρασε γρήγορα ο καιρός… Παλικαράκι θα ήταν τώρα…
Μα δεν προλάβαινε η Ξανθή μου να καθρεφτίζεται -να «αϊναλίζεται», κατά πως λέγανε στο σπίτι τους, στη Σμύρνη – όλη την ώρα τώρα πια, όπως σαν ήτανε παιδούλα. Τέσσερις γιοι και μια μοναχοκόρη γέμιζαν όλα τα μερόνυχτά της. Σκούπιζε, όμως, κάθε μέρα το γυαλί μου με ένα μαλακό, βαμβακερό πανί, πέρναγε με το χέρι απαλά τη χρυσαφένια μου κορνίζα με τα πλούσια σκαλίσματα, καμάρωνε την αρχοντιά μου, δε με χόρταινε ποτέ. Κι έβλεπε ολοκάθαρα στο βάθος μου όλα αυτά που κουβαλούσε στην καρδιά της…
Ποτέ μου δεν την είχα ξεγελάσει. Της μαρτυρούσα όλες τις αλήθειες. Τις πρώτες της ρυτίδες, τις πρώτες άσπρες τρίχες στα ξανθά μαλλιά, τα δάκρυα των διαψεύσεων, τη λάμψη των εξαίσιων ματιών της σε όλες της τις όμορφες στιγμές. Νίκες και ήττες, μέσα μου τις μελετούσε, προσδοκίες κι όνειρα. Μαζί μου μάλωνε, όταν δεν ήθελε κανείς να ακούσει τα παράπονά της. Μέσα στο σώμα το δικό μου φίλιωνε με τον αμείλικτο καιρό, που άφηνε τα χνάρια απ’ το πέρασμά του στο δικό της σώμα.
Μπορεί ένας καθρέφτης ψέματα να πει ποτέ; Ακόμα κι όταν στάχτη έγινε η Σμύρνη η πεντάμορφη κι ήταν τα μάτια τής Ξανθής μου λίμνες όλο αίμα, ούτε καν τότε δεν αρνήθηκα να βλέπει την αλήθεια μέσα μου. Κι ήτανε τότε που έγινε το πρώτο θάμπος στο διάφανο γυαλί μου και μία κάθετη ραγισματιά, ψιλή, σχεδόν αδιόρατη, στη μια μου άκρη. Την είδε αμέσως η αφέντρα μου, κατάλαβε. Ποτέ δε θα έβλεπε ξανά τη μήτρα που τη γέννησε και που την είχε μεγαλώσει.
Τώρα, από εκείνα εκεί τα χώματα, απ’ τους καιρούς εκείνους τους παραμυθένιους, είχε μονάχα εμένα, μονάχα την παραμυθία τη δική μου. Του αϊνά της, ενός σμυρναίικου, χρυσοποίκιλτου, αρχοντικού καθρέφτη, που συντροφιά της θα ‘ταν ίσαμε τα βαθιά γεράματα, θα πέρναγε κατόπιν στη μοναχοκόρη της, στην εγγονή της, στη δισέγγονή της, αυτήν που θα έλεγε την ιστορία μας.
Δεν γυαλιζόταν, όμως, τώρα πια η έμορφή μου η Ξανθή, κοιτάζοντας τα βάθη του αϊνά της. Κοίταζε φλόγες, άπατα νερά κι όλα τα ανείπωτα…
**************************************************
Η Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου είναι φιλόλογος. Κατάγεται από την Τήνο και κατοικεί στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων της «Γκρο πλάνο – Ιστορίες κοντινής εστίασης» (2020) και «Αίμα στη φλέβα η θάλασσα» (2022), ενώ από τις εκδόσεις Γραφή κυκλοφόρησε το εικονοβιβλίο της «Φωτεινές γραφές» (2024). Διηγήματά της έχουν λάβει διακρίσεις και βραβεύσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά, Ανθολογίες και συλλογικά έργα. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Αιγαίου (Ε.Λ.Α) και της Ένωσης Λογοτεχνών Συγγραφέων Λάρισας (Ε.ΛΟ.ΣΥ.Λ.).










Εξαιρετικό διήγημα κυρία Μινάρδου-Αδάμου. Περιμένοντας να καταλάβω, αγνοώντας τη λέξη “αϊνάς”, με αιχμαλωτίζει το γλωσσικό σας ύφος και η αφηγηματική σας τεχνική, με το τέλος να αφήνει ένα εξαιρετικά ευχάριστο συναίσθημα, πόσο μάλλον αν πρόκειται για μια πραγματική αναφορά σε προγονό σας, οπότε θα είναι ιδιαίτερα τιμητικό για σας.
Θερμές ευχαριστίες για την αναγνωστική προσοχή και το πολύ τιμητικό σχόλιό σας, κ. Ζιντζόβα!