Από τον μοναστικό βίο της Ι. Μονής Μαρδακίου-Γαρδικίου

στην πολιτική και εκκλησιαστική Ιστορία της Μεσσηνίας.

 

Με τον τίτλο Τα χειρόγραφα της Μονής Μαρδακίου – Συμβολή στην πολιτική και εκκλησιαστική Ιστορία της Μεσσηνίας κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2026 το νέο βιβλίο του Δρα του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήματα Ιστορίας-Αρχαιολογίας και Φιλoσοφίας) και πανεπιστημιακού καθηγητή (μέλος Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (ΕΔΙΠ) στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου), Μάριου Αθανασόπουλου.       

Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο ιστορικό έργο επιστημονικού χαρακτήρα, το οποίο μόνο ένας επιστήμων ιστορικός των γνώσεων και των ικανοτήτων  του παραπάνω συγγραφέα θα μπορούσε να φέρει εις πέρας. Το βιβλίο περιέχει πρωτότυπο και αδημοσίευτο αρχειακό υλικό και, μαζί με την ιστορική αφήγηση, αφορμώμενη  από τις πηγές, ρίχνει φως στη συνολική  Νεότερη Tοπική Ιστορία της Μεσσηνίας

Στον πρόλογό του ο Δήμαρχος Καλαμάτας Αθανάσιος Βασιλόπουλος επισημαίνει ως ανωτέρω την αξία του βιβλίου  αιτιολογώντας έτσι και την ευαισθησία του για τη χρηματοδότηση της έκδοσης και τονίζοντας ότι η μελέτη του βίου των μοναχών και της δράσης της Μονής Μαρδακίου (ταυτόχρονα και της Μονής Γαρδικίου), που εδράζονται στα όρια του Δήμου Καλαμάτας,προβάλλει και πτυχές του βίου της μεσσηνιακής και νεοελληνικής  κοινωνίας στα προεπαναστατικά χρόνια και μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Στο δικό του ευλογητικό σημείωμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομος Σαββάτος υποδεικνύει ότι ο ιστορικός ερευνητής και πανεπιστημιακός Μάριος Αθανασόπουλος διερευνά, αναλύει και παρουσιάζει την πορεία, την οποία κατέγραψε στην Ιστορία της τοπικής Εκκλησίας της Μεσσηνίας η Μονή Μαρδακίου-Γαρδικίου. Εστιάζει δε στο ότι το βιβλίο αποτελεί  την πρώτη συστηματική έρευνα για τη Μονή, όπως αυτό φαίνεται από τις βιβλιογραφικές πηγές.

Ακολουθεί το εξαιρετικά κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι ευχαριστίες προς τον Δήμο Καλαμάτας για την οικονομική αρωγή του, προς εκείνους που τον συνέδραμαν στην πορεία της έρευνάς του (τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομο Σαββάτο, την επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κα Σοφία Καπετανάκη, τον Δρα Νεότερης Ιστορίας κ. Ιωάννη Μπουγά) αλλά και προς τον εκδότηκ. Γ. Τσουρέα (Ηδυέπεια) για  την πραγματοποίηση της έκδοσης του βιβλίου με μορφή προσιτή στο αναγνωστικό κοινό.

Κυρίως όμως στο σημείωμα αυτό σκιαγραφείται το συνολικό περιεχόμενο του βιβλίου. Αναφέρονται εν περιλήψει στοιχεία σχετικά με την ίδρυση,την ιστορική διαδρομή της Μονής και τη δράση της ταπεινής μοναστικής της κοινότητας υπό τη σκιά σημαντικών μορφών της Εκκλησίας, μέσω των οποίων αναδεικνύεται ο ισχυρός δεσμός των Ελλήνων με την ορθόδοξη πίστη τους, ενώ δίνεται  η αληθινή και όχι η ωραιοποιημένη εικόνα του μοναχισμού του παρελθόντος στην περιοχή. Επισημαίνεται εξάλλου ο τρόπος συγγραφής του βιβλίου μέσα από τη μελέτη των πρωτότυπων πηγών και χειρογράφων αλλά και μέσω της μεταγραφής των τελευταίων, αποτέλεσμα του πολύχρονου μόχθου του συγγραφέα, που φωτίζει ή επιβεβαιώνει  με διασταυρώσεις στοιχείων άγνωστες πλευρές της εκκλησιαστικής και της πολιτικής Ιστορίας τόσο της Μεσσηνίας όσο και της Ελλάδας των προεπαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων από τον 17οπερίπου αιώνα ως τις αρχές του προηγούμενου -ακροθιγώς  σχεδόν μέχρι και σήμερα.

Αναλυτικότερα, υπογραμμίζεται επίσης ότι για την καταγραφή της ιστορικής αφήγησης μελετήθηκαν και αξιοποιήθηκαν σπάνια και αδημοσίευτα χειρόγραφα από το Ιστορικό Αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας (ΙΑΙΜΜ), τα οποία περιλαμβάνουν 109 πρωτότυπα χειρόγραφα  και 1.111 φωτοαντίγραφα χειρογράφων, καθώς και χειρόγραφα βιβλία. Παράλληλα με τα προηγούμενα μελετήθηκαν επίσης τα ψηφιοποιημένα «Μοναστηριακά Αρχεία»  των Γενικών Αρχείων  του Κράτους (ΓΑΚ), που αφορούν τη Μονή Μαρδακίου, καθώς και ο τοπικός και αθηναϊκός τύπος του 19ου και  των αρχών του 20ού αιώνα.

Το βιβλίο, σύμφωνα και με τον πίνακα περιεχομένων, διαρθρώνεται σε τρία μέρη με επιμέρους ενότητες. Από αυτά το τρίτο είναι και το πλέον εκτεταμένο, ενώ ακολουθεί, σε 146 σελίδες και με αρίθμηση από 1 ως 109, σχολιασμένο το σώμα των 109 πρωτότυπων χειρογράφων που μελετήθηκαν. Έπεται η παράθεση ενός χρονολογίου της Μονής Μαρδακίου, στο οποίο, με έτος ίδρυσης το 1501, εμφαίνονται  χρονολογίες με τα σπουδαιότερα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν  κατ’ αυτές στη Μονή ως το 1936, που ο Αμβρόσιος καταγράφεται ως ο τελευταίος μοναχός της και παύει η λειτουργία της. Στο χρονολόγιο αυτό αναφέρεται ότι το εγκαταλελειμμένο κτίσμα της Μονής επλήγη από τους σεισμούς του 1986 και σημειώνονται οι κατ’ έτος  σταδιακές επιδιορθώσεις ως το 2025, που ολοκληρώθηκε η αποκατάστασή του μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο, ενώ έγινε και ο καθαρισμός των τοιχογραφιών του καθολικού από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας. Παρατίθενται εν συνεχεία οι βιβλιογραφικές αναφορές, χωρισμένες σε πηγές, εφημερίδες και σε ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

 

 

Εξαιρετικά κατατοπιστικός είναι ο πίνακας με τα 109 χειρόγραφα  της Ι. Μονής, μέσω του οποίου  ο αναγνώστης έχει ενώπιόν του εύκολα, με μία σχεδόν ματιά, την ημερομηνία έκδοσης, τον συντάκτη, τον αποδέκτη, τον αριθμό των σελίδων και περιληπτικά το περιεχόμενο ενός εκάστου. Ενδεικτικό αλλά χρήσιμο είναι το φωτογραφικό υλικό, που παρουσιάζει τη σημερινή αποκαταστημένη  μορφή του αύλειου χώρου, του καθολικού της Μονής καθώς και εμβληματικές τοιχογραφίες απότο εσωτερικό του. Επίσης ενδεικτικά παρατίθενται φωτογραφημένα μερικά  σημαντικά πρωτότυπα από τα 109  χειρόγραφα.

Ολοκληρώνοντας την περιγραφή της δομής του βιβλίου, επανερχόμαστε σε έναν αδρομερή σχολιασμό του, διότι πολλά ακόμη και επαινετικά θα μπορούσε κανείς να αναφέρει σχετικά με το όλο εγχείρημα. Αναφορικά με το κείμενο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε την εξαιρετικά συστηματοποιημένη αφήγηση του Μάριου Αθανασόπουλου στα τρία μεγάλα μέρη που προαναφέρθηκαν. Σημειώνουμε ότι στο πρώτο μέρος συστήνεται στον  αναγνώστη η Μονή, ενώ αποδεικνύεται ο σταυροπηγιακός χαρακτήρας της, καθώς και η ιδιαίτερη σύνδεσή της με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως μέσω του καταγόμενου από τη Σίτσοβα (σημ. Αλαγονία) πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Προκοπίου Πελεκάση. Σύμφωνα με τον Μ. Αθανασόπουλο, ο κώδικας της Μονής έχει χαθεί καθώς και το σιγίλιο ίδρυσής της. Τιμητικό είναι ότι σώζεται σιγίλιο του 1798 από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο Ε΄(1797-1821), το οποίο φυλάσσεται στο ΙΑΙΜΜ, παρατίθεται στο βιβλίο και σχολιάζεται από τον συγγραφέα.

Στο δεύτερο μέρος εξηγείται με  πλήρη στοιχεία πώς οι Μονές Μαρδακίου και Γαρδικίου συνδέονται μεταξύ τους ιστορικά και διοικητικά,  με σχέση αλληλεξάρτησης και υπαγωγής η μια στην άλλη.

Στο τρίτο μέρος ο συγγραφέας κυριολεκτικά τιθασεύει το πλούσιο υλικό των χειρογράφων και εγγράφων σχετικά με την Ιστορία της Μονής Μαρδακίου, χωρίζοντας την πορεία της σε περιόδους‧η πρώτη από την ίδρυσή της το 1501ή το 1640 ως την Επανάσταση του 1821, η δεύτερη αφορά τη συμμετοχή της στην Επανάσταση, ενώ την πορεία της μέσα στο ελεύθερο ελληνικό κράτος καταγράφει στις ενότητες Γ3 ως Γ8.

Η διαίρεση στις προαναφερθείσες έξι ενότητες ακολουθεί περίπου τις περιόδους της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.Η Γ3 ενότητα  περιλαμβάνει τα μετεπαναστατικά χρόνια ως την παραχώρηση συντάγματος από τον Όθωνα τo 1844  και  σημειώνεται ότι η Μονή διατηρεί την αυτονομία της παρά τις μεταβολές που επήλθαν  στα μοναστηριακά θέματα μετά τις εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις της Αντιβασιλείας. Από την ενότητα Γ4 και εξής τα διοικητικά και οικονομικά συμβαίνοντα στη Μονή παρακολουθούν τόσο  το γενικό ιστορικό πλαίσιο όσο και εντάσσονται σε «επιδραστικές» ηγουμενίες, συχνά συνδεδεμένες με  ανικανότητα στη διευθέτηση των οικονομικών της Μονής ή και με συμπεριφορές, που  κατά τεκμήριο δεν συνάδουν προς τον μοναστικό βίο. (Ιγνάτιος Ζερβόπουλος, Αγαθάγγελος Σπεντζόπουλος, Γρηγόριος Πράτης).

Ο ιστορικός ερευνητής μας, κατά ενότητα, περιγράφει ακροθιγώς πρώτα  το ιστορικό πλαίσιο  κάθε περιόδου, στη συνέχεια αναφέρεται στα διοικητικά και οικονομικά  στοιχεία της  Μονής στην οικεία περίοδο, ενώ κατά περίπτωση ενότητας παραθέτει γεγονότα και καταστάσεις, που καταδεικνύουν τις σχέσεις της Μονής με το λοιπό εκκλησιαστικό και πολιτικό περιβάλλον και τους εκάστοτε τοπικούς παράγοντες. Εκτός από  σημαντικές για τη Μονή μορφές που σημαδεύουν την εξέλιξή της θετικά ή αρνητικά, ο αναγνώστης συναντά και άλλες πολύ σημαντικές μορφές τόσο της τοπικής Εκκλησίας όσο και της μητέρας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ενώ αναδεικνύεται ο ισχυρός δεσμός των Ελλήνων με την ορθόδοξη πίστη τους. Οι σημερινοί μεσήλικες μπορεί να ανακαλούν ονόματα μοναχών που εξ ακοής γνωρίζουν, ενώ με ένα είδος οικογενειακής μοναστικής παράδοσης εμφανίζεται στη Μονή η οικογένεια Πράτη, προσφέροντας έναν ηγούμενο πρακτικό ιατρό ή και άλλους που σημάδεψαν την εικόνα,  τα διοικητικά και την οικονομική κυρίως πορεία της.

Στη χορεία των αρχιερέων διακρίνουμε ιστορικά πρόσωπα, όπως οι Χρύσανθος Παγώνη και Γεράσιμος Παγώνης, προγενέστερους Μητροπολίτες Μεσσηνίας, ενώ φαίνεται ξεκάθαρα η παλαιότερη διοικητική διαίρεση της τοπικής Εκκλησίας. Από  τις σελίδες του βιβλίου σημαντικές  είναι οι αναφερόμενες στη συνεχώς επιδεινούμενη κακή οικονομική κατάσταση της Μονής, καθώς και εκείνες που εγκιβωτίζουν τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές μοναχών ή ιερομονάχων. Δεν είναι δυνατόν βεβαίως να παραλειφθεί η αναφορά του συγγραφέα σε δύο εξέχουσες προσωπικότητες της τοπικής Εκκλησίας, τουs αρχιμανδρίτες  και ηγουμένους της ΜονήςΙωήλ Γιαννακόπουλο και Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο, τον δεύτερο μάλιστα πρόσφατα αγιοποιηθέντα ιεραπόστολο στην Αφρική, οι οποίοι διακρίθηκαν για τις ανορθωτικές προσπάθειές τους. Επιπλέον, αναφέρεται και σε άλλους αρχιερείς, με καταγωγή από τη Μεσσηνία, ειδικότερα από τη σημερινή Αλαγονία, που κοσμούν με τον βίο, τη μόρφωση και τη δράση τους την τοπική και την ευρύτερη Εκκλησιαστική Ιστορία (Μελέτιος Καλαμαράς).

Στο πλαίσιο ωστόσο της  ανθρώπινης φύσης και του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου των περισσοτέρων επιχειρούντων να μονάσουν σε παλαιότερες εποχές, ερμηνεύονται, όπως λέει και ο συγγραφέας, «ανθρώπινα πάθη, διενέξεις των μοναχών με την κάθε μορφής εξουσία (εκκλησιαστική και κοσμική), κτηματικές διαφορές με τους κατοίκους των γύρω χωριών, καταφυγή στα κοσμικά δικαστήρια για τη διαφύλαξη και την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Μονής,  παχυλή αμάθεια και συχνά ασυγχώρητη αφέλεια στη  διαχείριση των οικονομικών του μοναστηριού. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μία εικόνα που ενδεχομένως να μην συνάδει με την εξιδανικευμένη εικόνα που έχουν ορισμένοι για τον μοναχισμό του παρελθόντος, ωστόσο είναι χαρακτηριστική ενός μικρόκοσμου, που αγωνίζεται διαρκώς με τον έσω και τον έξω άνθρωπο, χωρίς να έχει φτάσει απαραίτητα σε υψηλά στάδια αρετής και αγιότητας».Όσα από τα παραπάνω, κατά περίπτωση, αναφέρονται, τεκμηριώνονται  με την παρουσίαση των σχετικών εγγράφων που  μελετήθηκαν ή με λεπτομερή αναφορά στη βιβλιογραφία και σε τεκμηριωμένες επεξηγήσεις από τον συγγραφέα με συγκριτική συμπαράθεση κειμένων και πηγών.

Το κείμενο του Μάριου Αθανασόπουλου, γραμμένο σε εύληπτη λόγια νεοελληνική γλώσσα, ρέει απολύτως κατανοητό, ενώ τα ενθέμενα έγγραφα έχουν παρατεθεί αυτούσια ως προς τη διατύπωση, τη ορθογραφημένη ή μη μορφή τους και σε πολυτονικό σύστημα. Ο μελετητής έχει εξαντλήσει τη σοβαρότητά του ως επιστήμων και δεν έχει φεισθεί κανενός κόπου προκειμένου να αντιστοιχίσει επακριβώς την αφήγηση και τον σχολιασμό του με τα αναφερόμενα στις πηγές του. Η εργασία του μόνο υποδειγματική μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προς τη συνολική μεθοδολογία του και την κριτική επεξεργασία των  προς μελέτη  στοιχείων του.

Μετά  την ιστορική  αφήγηση,  πλαισιωμένη με το αποδεικτικό υλικό του, ο Μάριος Αθανασόπουλος παραθέτει τα 109 χειρόγραφα, καθένα με  τον τίτλο του. Ακολουθεί σύντομη περίληψη του περιεχομένου του, η προέλευση του χειρογράφου και η περιγραφή του,οι  διαστάσεις και η κατάστασή του, υπογραμμίζεται αν είναι μεταφρασμένο από τα τουρκικά, ποιος το μετέφρασε και ποιος ήταν ο γραφέας του. Έπεται η μεταγραφή του, συχνά και η χρονολόγησή του στο κρατούν  σύστημα χρονολόγησης χριστιανών και μουσουλμάνων. Προηγούνται γλωσσικά σχόλια, που εξομαλύνουν γλωσσικούς τύπους και λεπτομερή πραγματολογικά στοιχεία, τα οποία αποκαλύπτουν την αξία της προσφοράς εκάστου χειρογράφου στον εμπλουτισμό των ήδη διατιθέμενων ιστορικών στοιχείων. Με τη διατήρηση δε της όποιας ορθογραφίας και του πολυτονισμού διαφυλάχθηκε η αυθεντικότητα του γραπτού λόγου, ενώ γίνεται αντιληπτό στον αναγνώστη το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων της εποχής και οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται σε αυτό το επίπεδο.

Ως Έλληνες πολίτες και πολίτες της Μεσσηνίας αλλά και ως μέλη της τοπικής ή ΄και της ευρύτερης ορθόδοξης εκκλησιαστικής μας κοινότητας αισθανόμαστε ευγνώμονες   στον ιστορικό ερευνητή και πανεπιστημιακό Μάριο Αθανασόπουλο και τον συγχαίρουμεγιατί με τον μόχθο και τις γνώσεις του κατέλιπε επιστημονικό έργο που τεκμηριώνει και εμπλουτίζει τη συνολική Ιστορία της Μεσσηνίας  υπό το πρίσμα μέρους  του παλαιοτέρου μοναστικού βίου. Με τη δημοσίευση τόσων πρωτότυπων εγγράφων αλλά και λοιπών στοιχείων  απέδειξε ότι ένα φαινομενικά ασήμαντο μνημείο, φωλιασμένο και κρυμμένο σε έναν ορεινό όγκο, αποτελεί σημαντικό κρίκο στην ιστορική αφήγηση, χρήσιμο  για την επέκταση της ιστορικής μνήμης και τη σφυρηλάτηση της ιστορικής μας συνείδησης.