Πόρτα, όπως παλιά πληγή,
έλιωσε η σκουριά τους μεντεσέδες.
Μια αλυσίδα
στοιχειώνει τη δεύτερη ευκαιρία
ή τη δεύτερη πράξη.
Οι ρόζοι δεν έχουν ξεχάσει τα χέρια της,
η αφή στο ξύλο
ζωντανεύει την πληγή.
Πόρτα, υπόθεση θηλυκή
θυμάται, όπως θυμάται ένα σώμα.
Κάθε παλιά πόρτα μια μήτρα μνήμης,
ρωγμές,
μαρτυρία στην τελετουργία του νόστου.
Κάποτε, στο κατώφλι μια νέα γυναίκα.
Αδύνατη. Σταρένιο δέρμα, σάρκα ασθενική,
βλέμμα βαθύ, ανάσα κανέλλα.
Στον ίσκιο μιας ανθισμένης λεμονιάς
μετρώντας αλήθεια και πλάνη
λογάριαζε απ’ τ’ αθέριστα φιλί κι ελπίδα,
δάνειο ζωής, ένα άγγιγμα.
Με την ίδια λαχτάρα
ήρεμα, μα και παράφορα, ήρθες κι εσύ
τίναξες τις ατίθασες μπούκλες,
σε απόκοσμη λάμψη πόθος ειδωλολάτρης
φίλησε το γεράνι στη γλάστρα.
«Η ζωή έχει αλλάξει διεύθυνση»
η ηχώ,
και δυο στάλες βροχής στο σοκάκι.
Λένε πως δε φοβόταν θάνατο.
Φοβόταν περισσότεροτο «χωρίς εμένα».
Κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο.
Ένα πηγάδι γεμάτο ουρανό.
Ένα κόκκινο μήλο
που αργά, αργάέχανε το χρώμα του.
Ένα ρόδο σελιδοδείκτης στην άβυσσο.
Ένα γράμμα καρφιτσωμένο στον χάρτη
και το ταξίδι, απαγορευμένο
ν’ αρχίζει μέσα της.
Πεπρωμένο χωρίς επιστροφή.
Ξυπνούσεμε τη γεύση του νερού
στα χείλη,
τ’ αλάτι στα βλέφαρα
κι έναν αλλιώτικο κόμπο στο λαιμό,
λες κι είχε σκύψει αμίλητη
παραμονή του Κλήδονα στο πηγάδι
χωρίς να δειτο πρόσωπό του
είχε προλάβει όμως να διαβάσει το τέλος.
Θυμόταν ένα χρέος. Μια μικρή φλόγα
εκεί όπου οι νεκροί δεν χάνονται
όσο επιμένει το όνομά τους
κι ας είναι συλλαβές
στα χείλη μιας γυναίκας.
Στην τσέπη της μια φωτογραφία,
σβησμένα πρόσωπα,
τα είχε πάρει ο πόλεμος,
κι ένα δαχτυλίδι
δυο φίδια μαυρισμένο ασήμι, αφόρετο,
μυστικός κώδικας.
Ήρθες εσύ, μια άλλη στην ίδια πόρτα
με την ίδια πληγή.
Ούτε χτύπος.Ούτε παράκληση.
Ακουμπάς το μέτωπο στο ξύλο,
ρυτίδα στη ρυτίδα
παρών ο άνεμος.
Καμιά εξήγηση. Πώς να περιγράψεις
πως ίσως το τέχνασμα δεν ήταν η πόρτα,
αλλά η προσμονή.
Να σταθείς εδώ
«πόρτα, όπως παλιά πληγή».
Στο λυκαυγές, το τελευταίο δάκρυ
άγγιξε το χέρι σου.
Η πόρτα χωρίς ν’ ανοίξει, είχε γίνει διάφανη.
Είναι που κάποιες, πόρτες,
δεν ανοίγουν ποτέ προς τα έξω.
Μόνο προς τα μέσα.
Κρατούσες το κλειδί. Στο τρίξιμο
«άργησες,
δεν είναι όλες οι κλειστές πόρτες φυλακή»
φευγαλέα ακούστηκε,
και δεν ήταν πια μια παλιά ξύλινη πόρτα.
Μια χώρα
ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη.
Το όνειρο της, ζητούσε ένα άλλο τέλος
το φως έπεφτε στην κλειδωνιά
με την επιμονή καλοκαιριού της νιότης.
Σχεδόν αόρατη,
κι όμως ολόκληρος ο κόσμος
ζύγιζε λάθη και κρίματα στους ώμους σου.
Δεν άκουγες βήματα. Μόνο ο χρόνος
κλείνοντας ξεχασμένες πληγές
άφηνε, καινούργια σημάδια.
Ανορθόγραφα διαβάζεται
τι μένει όταν η αγάπη φεύγει
τι αντιστέκεται όταν δεν υπάρχει πια.
Μικρή πολύ στο «ευ» της ευτυχίας,
κι όμως μεγάλη,
είχες το δικαίωμα να σταθείς
στο σύνορο ανάμεσα σε ό,τι χάθηκε
και σε ό,τι δεν έφυγε ποτέ.









