Στην παραλία

 

Ανόρεχτες κόρες χωρίς

ικμάδα νιότης

ζεις τη ζωή σου κάτω από τη νεανική τους επιδερμίδα

γρήγορες σαν στοίχημα

κρυφά βιασμένες

ακουμπώντας σε λέξεις

με τις αστρολογικές υδρίες άδειες από τα ουράνια σώματα τους

παίζουν στα ρηχά νερά της αυτοκτονίας

παίζουν και μετατοπίζονται

και το απόγευμα δεν τελειώνει

όπως τελείωσε πέρσι.

 

***

Η αλήθεια

 

Παράξενες ανταύγειες

συνοδεύουν παράξενες απόψεις

για τη ζωή και το θάνατο.

Και όσο πιο περίεργα δύει ο

ένας ήλιος πίσω απ’ τον άλλο ήλιο

τόσο συνοδεύεσαι στην απόσχιση σου

από την άνοστη σύνδεση που έχουμε στο μεταξύ μας.

Και ακόμα πιο πίσω η ξεφτισμένη καθημερινή μας μορφή

να προτάσσει μια μόνο πατρίδα

απόβλητη και γερασμένη

στα υπερμεγέθη παιδικά της χρόνια

παράλογα αναθεωρημένη και ύστερα

η στάση μου απέναντι στο απόλυτο σκοτάδι σου.

 

 

**

Άλλη χαρά

 

Συνάντησα πριν από μέρες τον Σιάτο και ήταν καλός˙

και αυτός το ίδιο είπε.

Στεκόταν πίσω από έναν αόρατο τοίχο πλην όμως το μάτι του

ήταν μια κλεψύδρα με λιγοστό νεράκι.

Ένα μυαλό φευγαλέο πέταγμα πουλιών.

Κοίταζε κι απόρησε που δεν είχα δει θάλασσα ποτέ

ενώ αυτός

είχε δει άλλα αίματα, ατελείωτες βάρδιες ο αλλοτινός μου φίλος

στις άπειρες δουλειές του.

Ξεδίπλωνε τα χρωματιστά του ρούχα στον ήλιο και το βράδυ τον έλουζε ένα αλλιώτικο σκοτάδι που δεν έφερνε όνειρα και αυτός χρώμα χωρίς τέλος. Μου θύμιζε τη Μαρία με τους γονείς της δυο παράξενα πουλιά που λείπαν απ’ το σπίτι και

ξύπνησε μια φορά και είδα στο χαρτί μια κόκκινη σαβάνα και ένα λαμπερό γαλάζιο λιοντάρι ζωγραφισμένο

κάτω από τις κίτρινες ακακίες.

Εκεί είναι οι γονείς μου μέσα στα κλαδιά δεν φαίνονται έλεγε. Όμως ούτε αυτοί έβλεπαν είχανε

λιώσει τα μάτια τους και γύρω το σπίτι, οι τοίχοι και δυο ερημιές μέσα τους.

Πίναμε νερό στο τραπέζι και ήρθε το πιο ζεστό μεσημέρι

ήρθε η πιο ζεστή καρδιά, η πιο περασμένη ώρα

και κρύα νερά ξύλιαζαν τα πόδια της μα δεν είναι γι’ αυτή αυτό το ποίημα, αλλά για το ιστορικά ανέκφραστο αδιέξοδο της χαράς και της λύπης.

 

Συνάντησα μιαν άλλη πληγή ακριβώς δίπλα στον έρωτα. Πώς

μου είχε ξεφύγει τόσα χρόνια;

Μέσα σ’ ένα βράδυ παραχωμένο γίναν διάφορα και αυτός πριν την ανακοπή μου ακούμπαγε το ναρκωμένο σώμα του στα μάτια, τον πετάξανε μαζί με τις σύριγγες.

Άδειασε η πόλη τους δρόμους της να του πει μια καληνύχτα και αυτό ήταν όλο.

 

Και τότε

παντού και πάντα καλοκαίρι

όπως ήταν ακίνητο, μισό

καμένες οι παλάμες μας στους τοίχους του.

Και το άλλο του μισό,

καλοκαίρι στο φεγγάρι.

 

Και βάδισαν αργά οι εποχές γυμνές τις βίασε ο πλούτος θυμάμαι. Ο φτηνός ξαναειπωμένος πλούτος, σύντομος

από κοντά κι άλλες απατηλές εκφράσεις.