Τους νίκησε όλους,

εκτός από μια γυναίκα

 

 

Απ’ της Θεοφανούς τα φουστάνια

δεν εγλίτωσες.

Μήτε κι ο Ρωμανός, εξάλλου.

Κείνος με την κραιπάλη, τες ασωτίες

εσύ με ασκητεία

που την ελύγισε ο Έρως.

Γενναίε στρατηγέ─

κι αψίκορε.

Τι Άραβες, τι χαλιφάτα εσάρωσες─

Λευκέ Θάνατε των Σαρακηνών

που τον Χάνδακα λευτέρωσες

για δόξα των Ρωμιών!

Μα μελαμψός, με μάτια μικρά

χωμένα μες στις κόγχες─

βαρύθυμος μεσήλιξ•

εις τον Λιουπράνδρο,

τον  επίσκοπο Κρεμόνας

την οργή σου σαΐτευσες•

κι η Δύση απέστρεψε το πρόσωπό της

για τις σκληρές σου τις αρχές.

Μα η γυναίκα ετούτη

με τις φαρμακερές τις σαϊτιές,

τον Τσιμισκή εκάλεσε

μες στου καταχείμωνου τα μεσάνυχτα:

με βάρκα σκοτεινή τον Κεράτιο να διαβεί.

Μέσα στην κάμαρά σου

οι συνωμότες σε κατέσφαξαν─

θριάμβευσεν ο  Τσιμισκής.

Τι νιός, περικαλλής και γόητας,

ο πάλαι ποτέ στις μάχες σύντροφός σου,

την εξαπέστειλε στην εξορία

κι ησύχασε•

έτσι επεριτράνεψε

τη Ρωμανία ο θαλερός!