Κραυγή μιας Ινδιάνας Συζύγου
Γενναίε του δάσους μου, αγάπη ερυθρόδερμη, έχε γεια·
Ποιος ξέρει αν θ’ ανταμώσουμε αύριο ξανά.
Ποια συμφορά τ’ ασκέρι το μικρό μας θα χτυπήσει,
Πώς του λευκού το χέρι θα σε βασανίσει;
Να το μαχαίρι σου! Θαρρούσα πως για πάντα μπήκε μες στη θήκη.
Δεν το ζητά βουβάλι που γυρνά στης Γης τα μήκη·
Ούτε θα σκίσει δέρματα βοδιών στην πεδιάδα·
Λεία γυρεύει πιο τρανή, ερήμωσε η κοιλάδα:
Ενός ολόκληρου στρατού το αίμα θα γευτείς.
Τράβα· σήκω και χτύπα, το κόστος μη σκεφτείς.
Μα στάσου. Τη Βρετανική σημαία μην πληγώσεις,
Σ’ αυτά τα νέα παιδιά το χέρι μη σηκώσεις
Τους άσπρους τους πολεμιστές που πάνε προς τη Δύση,
Τη λαβωμένη μας να πνίξουνε φυλή που δεν έχει λυγίσει.
Όλοι τους νέοι, όμορφοι και αγαθοί είναι εκείνοι·
Καταραμένος πόλεμος τ’ αθώο αίμα τους πίνει.
Απ’ την Ανατολή τους έφερε μοίρα καταραμένη
Για να ‘ναι αυτοί αφέντες μας— κι εμείς ταπεινωμένοι
Πιότερο απ’ όλους στη μεγάλη ήπειρο αυτή
Κι όμως με πρόθεση καλή οι νέοι τους νόμοι έχουν γραφτεί.
Πως ‘μείς οι ντόπιοι είχαμε τη γη απλά ξεχνούν
Απ’ τον ένα ωκεανό στον άλλο· ότι πατούν
Πάνω σε χώμα που αιώνες πριν την εποχή μας
Το μόνο μας βασίλειο ήταν, κληρονομιά δική μας.
Ποτέ δεν σκέφτονται πώς θα νιωθαν μια μέρα,
Αν ένα έθνος ισχυρό ερχόταν από πέρα,
Της χώρας τους ξεπάστρευε τ’ άμοιρα αντρίκια θύματα
Κι έδινε ό,τι μας έδωσαν — μόνο πολέμους, μνήματα.
Τράβα λοιπόν και χτύπα για λευτεριά και για ζωή,
Κι επέστρεψε στην Ινδιάνα σύζυγό σου την τιμή.
Η σύζυγός σου; Αχ, τι μ’ αυτό, σ’ εμέ ποιος σημασία δίνει;
Ποιος συμπονά τη δύστυχή μου αγάπη και οδύνη;
Ποιος ιερέας στα λευκά προσεύχεται για σένα,
Όπως για κάθε εθελοντή που πολεμά στα ξένα
Και τα στρατεύματα γεμίζει τα Καναδικά;
Ποιος για Ινδιάνο ανιχνευτή εύχεται να νικά;
Ποιος για το έθνος μας προσεύχεται που κατηφόρα πήρε;
Κανείς — γι’ αυτό πάρ’ το τσεκούρι σου και σύρε.
Κι ας σπάσει η καρδιά μου, βαθιά ας καεί άμα λάχει,
Έχω κουράγιο να σου πω να τρέξεις προς τη μάχη.
Μα στάσου, δεν έχει μόνο η καρδιά μου καημό
Που για του άντρα και του γιου σπαράζει τον χαμό·
Μάνες σε χώρες μακρινές στο νου σου κάνε εικόνα·
Και τη χλωμή κοπέλα πεσμένη ως το γόνα·
Μια τον Θεό της για το γλυκό της τέκνο ικετεύει
Που προς τη βορειοδυτική άγρια γη οδεύει.
Άλλη για την αγάπη της ζητάει να σωθεί,
Του νιου περήφανα το μπράτσο να δυναμωθεί.
Αχ, πώς τρέμει το λευκό της πρόσωπο στη σκέψη,
Το αίμα του πως το τσεκούρι σου θα θρέψει.
Ποτέ δεν σκέφτεται την άγρια καρδιά μου που πονά,
Ούτε για το αετίσιο σου λοφίο προσευχή κερνά
Κι αν από χίλιες σφαίρες περικυκλωθεί,
θα ‘ναι η καρδιά μου ο στόχος αν αυτός χαθεί.
Ω! Δεν διστάζω άλλο πια δειλέ εαυτέ μου·
Προχώρα, κέρδισε τη δόξα του πολέμου.
Προχώρα, μη λυγίζεις στου λευκού την αρπαγή,
Από γέννα κι από δίκιο μας ανήκει τούτη η γη,
Κι αν πεινασμένο, ρημαγμένο είναι το έθνος μας σκυφτό…
Ίσως το θέλησε έτσι του λευκού ο Θεός αυτό.
*
A Cry From An Indian Wife
My forest brave, my Red-skin love, farewell;
We may not meet to-morrow; who can tell
What mighty ills befall our little band,
Or what you’ll suffer from the white man’s hand?
Here is your knife! I thought ’twas sheathed for aye.
No roaming bison calls for it to-day;
No hide of prairie cattle will it maim;
The plains are bare, it seeks a nobler game:
‘Twill drink the life-blood of a soldier host.
Go; rise and strike, no matter what the cost.
Yet stay. Revolt not at the Union Jack,
Nor raise Thy hand against this stripling pack
Of white-faced warriors, marching West to quell
Our fallen tribe that rises to rebel.
They all are young and beautiful and good;
Curse to the war that drinks their harmless blood.
Curse to the fate that brought them from the East
To be our chiefs—to make our nation least
That breathes the air of this vast continent.
Still their new rule and council is well meant.
They but forget we Indians owned the land
From ocean unto ocean; that they stand
Upon a soil that centuries agone
Was our sole kingdom and our right alone.
They never think how they would feel to-day,
If some great nation came from far away,
Wresting their country from their hapless braves,
Giving what they gave us—but wars and graves.
Then go and strike for liberty and life,
And bring back honour to your Indian wife.
Your wife? Ah, what of that, who cares for me?
Who pities my poor love and agony?
What white-robed priest prays for your safety here,
As prayer is said for every volunteer
That swells the ranks that Canada sends out?
Who prays for vict’ry for the Indian scout?
Who prays for our poor nation lying low?
None—therefore take your tomahawk and go.
My heart may break and burn into its core,
But I am strong to bid you go to war.
Yet stay, my heart is not the only one
That grieves the loss of husband and of son;
Think of the mothers o’er the inland seas;
Think of the pale-faced maiden on her knees;
One pleads her God to guard some sweet-faced child
That marches on toward the North-West wild.
The other prays to shield her love from harm,
To strengthen his young, proud uplifted arm.
Ah, how her white face quivers thus to think,
Your tomahawk his life’s best blood will drink.
She never thinks of my wild aching breast,
Nor prays for your dark face and eagle crest
Endangered by a thousand rifle balls,
My heart the target if my warrior falls.
O! coward self I hesitate no more;
Go forth, and win the glories of the war.
Go forth, nor bend to greed of white men’s hands,
By right, by birth we Indians own these lands,
Though starved, crushed, plundered, lies our nation low…
Perhaps the white man’s God has willed it so
***********
Νανούρισμα των Ιροκουά
Μικρό μου καστανό πουλί, στη φωλιά σου κουρνιασμένο,
Στη φωλιά σου τυλιγμένο,
Στη φωλιά γλυκά δεμένο,
Το ξύλινο λικνάκι σου σ’ έχει νανουρισμένο·
Στα στηρίγματά του φωλιασμένο·
Στα δεσίματά του φωλιασμένο·
Κρεμιέται από γερτό κλαδί σε μια βελανιδιά·
Θωρείς της κατασκήνωσης το γκρι καπνό και τη φωτιά·
Μα, αχ, στα μαύρα όμορφα μάτια σου χαρά ο ύπνος δίνει—
Μικρό μου καστανό μωρό, κοιμήσου με γαλήνη.
Μικρό μου καστανό πουλί, με λίκνισμα στ’ όνειρο πας,
Για τ’ όνειρο φτεροκοπάς,
Στ’ όνειρο σιγοτραγουδάς,
Τα μαύρα θαυμαστά σου μάτια ορθάνοιχτα κρατάς,
Τον ύπνο τον ξορκίζεις,
Στον ύπνο δε λυγίζεις,
Πάει στη φωλιά ο ρωδιός, η καλη μάνα ησυχάζει,
Απ’ το λοφίσιο στέκι της η κουκουβάγια κράζει
Αλεπού λαλεί πέρα, τ’ άστρα βγαίνουν μακριά—
Μικρό μου μωρό καστανό, κοιμήσου βαθιά.
*
Lullaby of the Iroquois
Little brown baby-bird, lapped in your nest,
Wrapped in your nest,
Strapped in your nest,
Your straight little cradle-board rocks you to rest;
Its hands are your nest;
Its bands are your nest;
It swings from the down-bending branch of the oak;
You watch the camp flame, and the curling grey smoke;
But, oh, for your pretty black eyes sleep is best,—
Little brown baby of mine, go to rest.
Little brown baby-bird swinging to sleep,
Winging to sleep,
Singing to sleep,
Your wonder-black eyes that so wide open keep,
Shielding their sleep,
Unyielding to sleep,
The heron is homing, the plover is still,
The night-owl calls from his haunt on the hill,
Afar the fox barks, afar the stars peep,—
Little brown baby of mine, go to sleep.
*************
Μελαγχολικός
Άψυχη όλη η ανθρωπότητα μου μοιάζει
Απόψε. Η πιο βαθιά λαχτάρα μου φαντάζει
Μονάχος να ‘μαι, μόνος στου Θεού τα γκρίζα μέρη
Του παλμού μου ο παλμός και του ονείρου μου το ταίρι.
Δε ζητά η ψυχή μου απόψε συντροφιά,
Μήτε κανέναν· μόνο να χαθώ βαθιά
Μες στο κενό, στο σώμα ώσπου να μην είμαι δεμένος,
Κι απ’ τους ανθρώπους δια παντός να φύγω πια σαν ξένος.
Λοξά στο μάγουλο ας νιώσω το μαστίγωμα
Του ανέμου κι ας ακούσω του χείμαρρου το χτύπημα
Πιότερο θα ποθούσα να γκρεμοτσακιστώ
Παρά ν’ αγγίξω χέρι, φωνή ν’ αφουγκραστώ.
Ας πάω τη νύχτα στην ακτή που όλα έχουν σιγήσει,
Πίνοντας το σκοτάδι της, ώσπου η ψυχή γεμίσει·
Να μου φυσά της θάλασσας η αύρα τα μαλλιά,
Και τ’ απλωμένα χέρια μου να ‘χουντ’ αγέρι αγκαλιά.
Ας νιώσω τους παλμούς της φύσης εντός μου να χτυπούν
Κι ας θάλασσες κυλούν και ας βροντές ξεσπούν
Πάνω στη νύχτα και σ’ εμέ· άμμος, αέρηδες, νερά·
Μπροστά στη θεία γκρίζα γη τίποτα δεν φτουρά.
*
Penseroso
Soulless is all humanity to me
To-night. My keenest longing is to be
Alone, alone with God’s grey earth that seems
Pulse of my pulse and consort of my dreams.
To-night my soul desires no fellowship,
Or fellow-being; crave I but to slip
Thro’ space on space, till flesh no more can bind,
And I may quit for aye my fellow kind.
Let me but feel athwart my cheek the lash
Of whipping wind, but hear the torrent dash
Adown the mountain steep, ’twere more my choice
Than touch of human hand, than human voice.
Let me but wander on the shore night-stilled,
Drinking its darkness till my soul is filled;
The breathing of the salt sea on my hair,
My outstretched hands but grasping empty air.
Let me but feel the pulse of Nature’s soul
Athrob on mine, let seas and thunders roll
O’er night and me; sands whirl; winds, waters beat;
For God’s grey earth has no cheap counterfeit.
Πηγή: https://allpoetry.com/Emily-Pauline-Tekahionwake-Johnson
**********************************************************************************************
H Emily Pauline Tekahionwake Johnson ήταν Καναδή ποιήτρια, πεζογράφος και ηθοποιός, κόρη αρχηγού αυτόχθονης φυλής και Αγγλίδας εποίκου. Η μικτή της καταγωγή επηρέασε και τη γραφή της οδηγώντας τη σε μια μοναδική ανάμειξη της αυτόχθονης παράδοσης και του αγγλικού ρομαντισμού. H σύγκρουση και η συνδιαλλαγή μεταξύ ντόπιου και αποικιακού πολιτισμού αποτελεί συχνό θεματικό της μοτίβο, όπως και η ανάδειξη της ιδιαίτερης καναδικής ταυτότητας και της φυσικής ομορφιάς της πατρίδας της. Θεωρείται μια απ’ τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της πρόωρης καναδικής λογοτεχνίας που έστρωσε τον δρόμο σε νεότερους αυτόχθονες λογοτέχνες. Γνωστότερα έργα της είναι οι ποιητικές συλλογές The White Wampum (1895), Canadian Born (1903) και οι συλλογές διηγημάτων Legends of Vancuver (1911), The Shagganappi (1913).
*
Ο Βαγγέλης Παπαδιόχος γεννήθηκε το 1986 και κατάγεται από το Αλιβέρι Ευβοίας. Έχει σπουδάσει οικονομικά, δημόσια διοίκηση, δημιουργική γραφή και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Λαθρεπιβάτες (Οσελότος, 2018), Σκοτεινά δωμάτια (Συμπαντικές διαδρομές, 2019), Καθαρή πόλη (Λυκόφως, 2021) και τις νουβέλες Ο μεγάλος αφέντης (Λυκόφως, 2021), Ασμοδαίος (Άνω Τελεία, 2024).









