Σταθερά και πάντα ποιητής ακόμα και στον πεζό του λόγο ο Κώστας Μαυρουδής, μετά την περίφημη συλλογή εβδομήντα ιστοριών «Η αθανασία των σκύλων» που εκδόθηκε το 2013 από τις εκδόσεις Πόλις (και επανεκδόθηκε και το 2021) χαρίζοντας στον δημιουργό το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος -Νουβέλας 2014 και το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού «Ο Αναγνώστης», για να ακολουθήσουν η επανακυκλοφορία της συλλογής αφηγημάτων «Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι», εκδόσεις Νεφέλη, 2015 και η συλλογή πεζών κειμένων «Το αλάτι του Bad Ischl», από τις εκδόσεις Κίχλη το 2022, που απέσπασε το Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Χάρτης, ο Κώστας Μαυρουδής επανήλθε πρόσφατα -ξανά- από τις εκλεκτές εκδόσεις Κίχλη με μια ακόμα αξιανάγνωστη ανθολογία πεζών κειμένων θαυμάσιας γλώσσας, στοχαστικού ύφους, με μείξη θραυσμάτων, αναγνωστικών ιχνών, σκέψεων περί τέχνης και ζωής, κείμενα χαμηλόφωνα και περιεκτικά, υπαινικτικά και με διαύγεια με την ποίηση και τον πεζό λόγο να γίνονται ένα σώμα.
Ακούραστος δημιουργός ο Μαυρουδής, από τη δεκαετία του ’70 έως και σήμερα κινείται μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου παραδίδοντας έργα που μοιάζουν με μικρά γλυπτά σμιλευμένα και δουλεμένα στην εντέλεια, με αρτιότητα έκφρασης, οικονομία, ουσία και λιτότητα ενώ από το 1978 εκδίδει ανελλιπώς το λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο», με συν-εκδότη και συνεργάτη για πολλά χρόνια τον αείμνηστο Τάσο Γουδέλη, με τον οποίο υπήρξαν ένα ωραιότατο δίδυμο παρατηρητών – ερευνητών του λογοτεχνικού και κοινωνικού γίγνεσθαι του αστικού τοπίου.
Εδώ, με τον πολύ πρόσφατο τόμο κειμένων υπό τον τίτλο «Ο Χ. είπε», παραδίδει μια σειρά υποδειγματικών υβριδικών κειμένων που περικλείουν εντός τους την ποιητική κομψότητα και το ποιητικό βλέμμα, τον δοκιμιακό λόγο, το μικροδιήγημα, την τριτοπρόσωπη αφήγηση ενταγμένη στην πρωτοπρόσωπη, ταξιδιωτικές περιγραφές καθώς και περιγραφές της χώρας μας, του κόσμου, της τέχνης, της ζωής της ίδιας. Ενώ στο προηγούμενο βιβλίο του, «Το αλάτι του Bad Ischl», τα κείμενα του Μαυρουδή διέθεταν έναν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα που τελικά αποκτούσαν τη μορφή της συλλογικής μας ταυτότητας , στο «Ο Χ. είπε», η φωνή είναι άλλη. Είναι ο αινιγματικός Χ. ένας παλιός φίλος του Μαυρουδή, είναι ο «πρωταγωνιστής», η εσωτερική και η εξωτερική φωνή, το υποκείμενο και το αντικείμενο μαζί, κι όσα έρχονται στο φως δια χειρός του ποιητή – συγγραφέα είναι λεγόμενα, γραφόμενα, σκέψεις, κείμενα και ποιήματα δικά του που έγιναν η αφορμή κι έδωσαν σάρκα και οστά για να χτιστεί με ακριβά, ήσυχα υλικά αυτό το σημαντικό βιβλίο.
Ο Χ. λοιπόν κι οι ιστορίες του, οι απόψεις του, οι μνήμες του, τα ταξίδια του, οι στοχασμοί και τα σχόλιά του για το καθημερινό, το θεατό και το αθέατο, το φθαρτό και το άφθαρτο, για την αμφισημία του βίου και της πραγματικότητας, οι αναφορές του σε συγγραφείς και κορυφαία λογοτεχνικά έργα, σε μουσικές, σε ταινίες, σε πρόσωπα που πέρασαν απ’ τα μονοπάτια της ζωής του.
Ο Μαυρουδής μεταφέρει τα όσα ο Χ. είπε σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους, χωρίς χρήση διαλόγων και χωρίς προφορικότητα και μετατρέπει τα όσα ο φίλος Χ. είπε και έγραψε, σε μικρούς μονολόγους υψηλής γλωσσικής ποιότητας και λεπτού γλωσσικού κι εκφραστικού χειρισμού, σε ένα μεγάλο μωσαϊκό στοχασμών, ιδεών, συναισθημάτων, αφορισμών και ιστοριών από το παρελθόν το οποίο κομμάτι κομμάτι διαμορφώνει και διαμόρφωσε αυτό που ο Χ. έγινε – ήταν – είναι – θα είναι. Χωρισμένο σε επτά μέρη, το παρόν βιβλίο περιέχει μικρές προτάσεις – αφορισμούς και κείμενα που καταλαμβάνουν το πολύ μία σελίδα που κρύβουν μέσα τους άφθονο πλούτο έκφρασης και ύφους και προσφέρουν τροφή προς σκέψη, που ανασύρουν τη μνήμη και τα πολύτιμα θραύσματά της απ’ τα συρτάρια της λήθης. Ο Χ. δεν δημοσίευσε ποτέ τα γραπτά του, δεν τον ενδιέφερε να τα βγάλει στο εκδοτικό φως, έτρεμε τη γραφικότητα του να μεταμορφώσει την ενασχόλησή του με τον γραπτό λόγο σε κεντρική ασχολία. Λάτρευε την ανάγνωση και τους κόσμους που του αποκάλυπτε, έχοντας μια σχεδόν εμμονική προτίμηση προς τους κλασικούς συγγραφείς που ήδη τα είχαν πει τα πάντα περί ύπαρξης μέσω των εμβληματικών τους έργων.
Μέσα στα κείμενα του παρόντος τόμου που ο Κώστας Μαυρουδής συγκέντρωσε, συνέταξε και δημιούργησε για τον Χ. (με αφηγητή ουσιαστικά τον Χ.) στηριζόμενος στα γραπτά και στα λεγόμενά του, ο χρόνος καταργείται κι έτσι ο Χ. ταξιδεύει στο παρελθόν και στο (αφηγηματικό) παρόν από την παιδική του ηλικία και τις παιδικές θύμησες, στη νιότη και στις ανησυχίες της, σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, στα ποιήματα, στη Ρώμη, στο Παρίσι, σε μνήμες από το 1970 ως το 2010 και πάλι πίσω στο χρόνο, στα οικογενειακά ταξίδια, σε αποσπάσματα από τα σημειωματάριά του που καλύπτουν χρονικά μια τριετία από το 1997 ως το 2000. Και πρωταγωνιστούν οι διακειμενικές αναφορές καθώς και οι αναφορές στη τέχνη του κινηματογράφου, της καθημερινότητας, του ζην. Κι οι αναφορές για τις ώρες εκείνες που ο Χ. ξόδευε σε ένα αεροδρόμιο -ως δαιμόνιος παρατηρητής- καταγράφοντας με τη ματιά του αφίξεις, αναχωρήσεις, δρομολόγια, πρόσωπα, χαμόγελα, υποδοχή, χωρισμό κι αποχωρισμό. Και τα πρόσωπα που μπήκαν στη ζωή του άφησαν κάτι, πολλά ή λίγα, κι ύστερα ήρθε η φυσική φθορά και το ταξίδι τους το αιώνιο προς τ’ άστρα κι έγιναν μνήμη και κιτρινισμένη φωτογραφία. Και το αττικό τοπίο χθες, σήμερα, αύριο κι εμβόλιμα πλάνα απ’ το Παρίσι κι αποκόμματα παλιών εφημερίδων να θυμίζουν την Ιστορία του τόπου και του κόσμου και προσχέδια κειμένων και ταξίδια κι επιστροφές κι ατέλειωτοι περίπατοι κάτω απ’ τον αττικό ουρανό -με περιστέρια στο φόντο κάθε πλάνου μνήμης- με τη ζωή να προχωρά κερνώντας χαρμολύπη και εικόνες, νοσταλγία κι αποδοχή για ‘κείνα που δεν έγιναν και τ’ άλλα που έχασαν την πορεία τους, αγάπη για τα δώρα της λογοτεχνίας, της μεγάλης οθόνης, της τέχνης που έρχονται και παρηγορούν την πιο κατάλληλη στιγμή.
Ο κόσμος στο οξύ κι ευθύβολο βλέμμα του Χ. αλλάζει μένοντας ίδιος, βιώνει ήττες, ενηλικιώνεται, ακολουθεί κι ακολουθείται, καταγράφεται και γίνεται αντικείμενο προσοχής και μελέτης όπως κι όλα εκείνα μέσα στον κόσμο: τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα που ο Χ. τους δίνει διάσταση, υπόσταση, ζωή αιώνια και μέγεθος. Το βιβλίο «Ο Χ. είπε» δεν είναι ένα βιβλίο που έχει αρχή, μέση και τέλος. Κάθε άνοιγμα σε μια τυχαία σελίδα και κάθε έναρξη ανάγνωσης ενός τυχαίου κειμένου -με τον αναγνώστη παρόντα οπτικά, ψυχικά, σωματικά- είναι μια νέα αρχή, ένα παιχνίδι υπαινιγμών, αναφορών κι επεισοδίων που ξεκινά χωρίς να έχει τέλος κι ένας νέος δρόμος με το πολύτιμο αφηγηματικό όχημα -μέσω του Χ.- του Κώστα Μαυρουδή.









