Υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος,
αλλά είναι μέσα σ’ αυτόν εδώ.
William Butler Yeats
Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΟΜΟΝΟΙΑ – ΗΡΑΚΛΕΙΟ με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο είναι πιο βαρετή κι απ’ την ίδια την βαρεμάρα: τα γαλάζια πλακάκια –σαν παλιομοδίτικο WC– του σταθμού Βικτώριας· τα κίτρινα –σαν κουτσουλισμένα απ’ τα πουλιά– του σταθμού Αττικής· Άγιος Νικόλαος, Κάτω Πατήσια, Άγιος Ελευθέριος, Άνω Πατήσια, σαν τσίχλα που τραβάς έξω απ’ το στόμα με τα δάχτυλα· Περισσός, σαν τσιχλόφουσκα που σπάζει, καθώς κοιτάς το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Columbia: ναό αρχαίας πίστης ξεχασμένης, με πύλη καγκελόφραχτη για τους θνητούς, μιας κι από δω πέρναγαν οι θεοί· Πευκάκια, μια πεζογέφυρα που κάποτε «ώρα μεσάνυχτα» σκέφτηκα ν’ αυτοκτονήσω· φτωχομάνα Νέα Ιωνία· κι επιτέλους Ηράκλειο.
Εκεί με περίμενε ο φίλος μου ο ποιητής, για να διαπιστώσουμε «πόσο αληθινό» είναι «το δάκρυ πάνω στο μάγουλο μιας διαψευσμένης ελπίδας». Ήμασταν είκοσι δύο χρονών και είχαμε αναμνήσεις «από… τον καιρό των ερώτων».
Με τους στίχους του Κυριαζή στις ράγες του νου μου, έφτασε το τραίνο στον σταθμό της Ομονοίας. Το περίμενα καθισμένος σ’ ένα παγκάκι – «σ’ ένα παγάκι» προς το ορθότερον, με την ψύχρα που έκανε, αλλά «καθισμένος» και «ορθότερον» είναι ήδη αντίφαση.
Άφησα όλα τα βαγόνια να διαβούν και μπήκα στο τελευταίο. Εδώ, στο τέρμα των τερμάτων, «στο τέρμα… που δεν έχει παρακάτω», του Λάσκου. Δεν είμαι μόνος. «Ένας άνθρωπος παράξενος αντίκρυ μου / μού εξάπτει το ενδιαφέρον σε σημείον μέγα. / Κι ενόσω του ’χα δώσει σημασίαν “άλφα” στην αρχή, / τώρα, δεν ξέρω πώς, λαμβάνει σημασίαν “ωμέγα”».
Σκεφτόμουν συχνά με ποιήματα και γύρευα ανταποκρίσεις των στίχων στην πραγματικότητα. Φυσικά δεν υπάρχει πραγματικότητα. Για φανταστικά πράγματα έχω χτυπηθεί στα πατώματα και για πραγματικά γεγονότα δεν τρέχει κάστανο.
Όταν ερωτεύτηκα στο δημοτικό την δασκάλα μου, την έσωζα κάθε βράδυ απ’ τους Γερμανούς στην Κατοχή – κι ας ήταν η Κατοχή πριν την γέννησή μου. Σιγά μην ακολουθούσαν χρονολογική σειρά τα όνειρά μου. Συνήθισα, λοιπόν, τα όνειρα να τα μπερδεύω με την ζωή μου.
Κι ένας Κινέζος φίλος μου, που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Τσουάνγκ Τζου, είχε παρόμοια θέματα:
Ονειρεύτηκα ότι ήμουν μια πεταλούδα.
Τώρα που ξύπνησα δεν ξέρω πια
αν είμαι ένας άνθρωπος που ονειρεύτηκε
ότι ήταν πεταλούδα
ή είμαι μια πεταλούδα
που ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος.
Παρασύρθηκα, σαν την «ώρα» του Ελύτη «που ξεχάστηκε βραδιάζοντας», κι ίσα που πρόλαβα να δω πως κατέβηκε στην Βικτώρια ο «παράξενος άνθρωπος αντίκρυ μου. / Κι ενόσω του ’χα δώσει σημασίαν “ωμέγα”, / τώρα του δίνω σημασίαν μηδέν».
Δεν αντιλήφθηκα την γυναίκα που μπήκε στο βαγόνι και κάθισε απέναντί μου. Όταν την είδα πάγωσα – για την ακρίβεια, έλειωσα.Ήταν η κορωνίδα των πιο αφάνταστων φαντασιώσεων.

Σταύρωσε τα πόδια της, με την χαριτωμένη αδεξιότητα κάποιας που δεν ποζάρει. Οι μαύρες μπότες της μέχρι το γόνατο, περικνημίδες αρχαίας θεάς. Έσαξε την μακριά της καμπαρντίνα, όπως ένας άγγελος τα φτερά του, και κοίταξε έξω. Τα φώτα της πόλης έμοιαζαν σαν στολίδια χριστουγεννιάτικου δέντρου που πετάχτηκε στα σκουπίδια.
Μες στο βαγόνι εμείς οι δύο και μια κυρία τρεις θέσεις πίσω. Οι λέξεις μαζώχτηκαν στο στόμα μου και στριμωχνόντανε ποια θα ’βγει πρώτη – δεν βγήκε καμία…
Βγήκε μόνον η κυρία, που καθόντανε τρεις θέσεις πίσω, στον σταθμό Αττική. Μείναμε οι δυο μας πια στο βαγόνι, μα δεν μου ήταν βολετό να μιλήσω. Έπρεπε βέβαια κάτι να πω, για να μην «ξυπνήσω ένα πρωί με το στόμα μου γεμάτο αίματα, από τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν και αυτοκτόνησαν».
Στον Άγιο Νικόλαο μπήκανε τέσσερις επιβάτες. Στα Κάτω Πατήσια κατέβηκαν τρεις. Στον Άγιο Ελευθέριο μπήκανε πέντε. Στα Άνω Πατήσια κατέβηκαν δύο. Στον Περισσό μείναμε πάλι μόνοι μας. Κι ως το φεγγάρι να πηγαίναμε, δεν θα ’βρισκα το κουράγιο να της μιλήσω.
Τότε έβγαλε απ’ την τσάντα της ένα βιβλίο. Ήταν η Οδύσσεια! Πράγμα σπάνιο: να διαβάζει Όμηρο μια γυναίκα στο τραίνο, και μάλιστα απέναντι από έναν ποιητή.
Οι ατάκες νοερώς με κατέκλυσαν:
«Α, σας αρέσει η ποίηση!»
«Ω, διαβάζετε Οδύσσεια!»
«Προτιμάτε την μετάφραση του Πολυλά βλέπω, εγώ του Ζήσιμου Σιδέρη!»
«Ένα ποίημα διαβάζει ποίηση!»
…και άλλα τέτοια.
Τι βλακείες σκεφτόμουν! Κάτι απλούστερο έπρεπε να βρω. Και να συνδυάσω την ατάκα με μια ευκαιρία: μ’ ένα βλέμμα που θα έριχνε τυχαία προς το μέρος μου, σ’ ένα τράνταγμα του συρμού ενδεχομένως. Μα δεν συνέβαινε τίποτα. Διάβαζε προσηλωμένη την Οδύσσεια, λες και δεν έβλεπε την σελίδα αλλά την ίδια την μνηστηροφονία. Μύριζε ήδη αίμα το χαρτί, σκίζονταν από τα φονικά βέλη του Οδυσσέα, κι αυτή αμέριμνη. Ίσως δεν έφτασε ακόμα στο σημείο εκείνο, μπορεί να βρίσκονταν στο νησί της Καλυψούς, της Κίρκης ή των Λωτοφάγων, γι’ αυτό είχε ξεχάσει ακόμα και να κοιτάξει γύρω της, λες κι εγώ δεν υπήρχα αφού δεν ήμουν στο βιβλίο της.
Στα Πευκάκια μπήκε ένα παιδάκι, κρατώντας ένα πανέρι με λουλούδια. Μας εντόπισε κι έσπευσε να πουλήσει την πραμάτεια του, σαν σταλμένο απ’ τους θεούς, ενδεχομένως κι απ’ τον ίδιο τον Έρωτα. Ναι, θ’ αγόραζα ένα τριαντάφυλλο και θα το απέθετα στο ανοιχτό βιβλίο της. Εκείνη θα σήκωνε τότε τα μάτια και θα με κοίταζε όπως η Πηνελόπη τον Οδυσσέα μετά την αναγνώριση. Εγώ θα της χαμογέλαγα και θα απάγγελλα μερικούς στίχους απ’ την σκηνή αυτή ομοιοκατάληκτους, σε μετάφραση Ψυχουντάκη, που τους θυμόμουν:
«Από φιλντίσι, μάλαμα κι ασήμιν όλη γύρα·
λουριά από βόδι ετέντωσα π’ αστράφταν σαν πορφύρα.
Σ’ το ’πα το γνώρισμα κι αυτό, μα δεν κατέχω κάτι:
αν είν’ αμετατάραχτο, γυναίκα το κρεβάτι,
γη αν άλλος έκοψεν κανείς τον κούτσουρο στη μέση,
όπου στηρίζεντον, τσ’ ελιάς, και τ’ άλλαξεν τη θέση».
Τσ’ είπε. Κι εκείνης η καρδιά και γόνατα εκοπήκα
π’ αλάθευτα γνωρίσματα ’πό τον Δυσσέα γροίκα.
Κι ορμά σ’ αυτόν, τα μάθια της δάκρυα τρέχαν βρύση
και στου Δυσσέα τον λαιμόν τα χέρια της τυλίσσει.
Το παιδί ολοένα πλησίαζε…
Μέσα μου απάγγελλα τους στίχους που θα έλεγα απέξω μου. Εντέλει μπερδεύτηκα, τους μισοξέχασα:
Από φιλντίσι, μάλαμα κι ασήμιν όλη γύρα·
λουριά… π’ αστράφταν σαν πορφύρα.
Σ’ το ’πα… μα δεν κατέχω…
Το σενάριο άλλαξε βιαστικά. Θ’ αγόραζα ολόκληρο το πανέρι με τα λουλούδια. Θα τα σκόρπαγα στα πόδια της λέγοντας: «Θα πενθώ πάντα –μ’ ακούς;– για σένα, μόνος, στον Παράδεισο».
Όχι, όχι, βλακεία ο Ελύτης τώρα!
Το παιδί ήταν ήδη μπροστά μου, πρότεινε ένα λουλούδι απ’ το πανέρι. Έριξα μια ματιά στην θεά του τραίνου: ανέκφραστη όπως πάντα κοίταγε το βιβλίο της. Έγνεψα «όχι» στον μικρό.
Οι πόρτες άνοιξαν, το παιδί βγήκε, μπήκε ένα τσούρμο επιβάτες, η ατμόσφαιρα πήχτωσε: «Άγρια μαύρη θάλασσα χτυπιέται πάνω μου / η ζωή των άλλων». Ο Ελύτης επέστρεφε δριμύτερος.
Κοιτάχτηκα στο τζάμι: αξιολύπητος! Μου φάνηκα σαν εκατοχρονίτης γέρος, που έκανα μια ζωή την ίδια διαδρομή, με την ίδια γυναίκα απέναντί μου, κι ακόμα να της μιλήσω. Εκείνη πάντα νέα, πάντα όμορφη, πάντα διάβαζε, πάντα την Οδύσσεια. Κι εγώ γερνούσα, οι επιβάτες γερνούσαν, το παιδί γερνούσε, τα τριαντάφυλλα πάντα δροσερά. Μόνον αυτή και τα τριαντάφυλλα δεν γερνούσαν…
Ήμουν εγώ τόσο δειλός ή εκείνη τόσο όμορφη;
Νέα Ιωνία. Η γυναίκα έκλεισε το βιβλίο και το έσφιξε στο στήθος της, σαν να φοβόνταν μην της το πάρει η νύχτα. Σηκώθηκε να κατέβει. Σηκώθηκα κι εγώ να την αποχαιρετήσω με τα μάτια. Άνοιξαν οι πόρτες. Φάνηκε το διάκενο. Το πόδι της πάτησε έξω, η καμπαρντίνα της φτερούγισε μέσα. Την έβλεπα ν’ απομακρύνεται όπως ένα ποίημα που ήθελα ν’ αποστηθίσω.
Νέο Ηράκλειο. Ο Κυριαζής περίμενε. Μ’ είδε χλομό, ανησύχησε. Πήγαμε στην πλατεία, κάτσαμε σ’ ένα μαγαζί. Έφτασαν οι καφέδες. Έπιασα το ποτήρι.
«Απόψε / δεν θα διψάω μόνος μου / θα μοιραστώ την δίψα μου / μαζί με το νερό», συμπύκνωσα την απογοήτευσή μου σ’ έναν στίχο του.
Δεν είπε τίποτα.
Του τα είπα όλα.
Σιωπούσε…
«Δεν μιλάς;»
«Τι να πω;»
«Πες κάτι».
«Είναι η μοίρα μας», είπε.
«Να μην μιλάμε;»
«Να γράφουμε».
«Να γράφουμε όταν δεν μιλάμε;»
«Να γράφουμε γι’ αυτά που δεν μιλιούνται».
«Δεν πάμε πουθενά έτσι», μονολόγησα.
«Πώς δεν πάμε; Πάμε στην Ακρόπολη», πρότεινε.
«Τι να κάνουμε στην Ακρόπολη;» απόρησα.
«Ν’ αλλάξουμε τον όρκο».
«Ποιον όρκο;»
«Εκείνον που κάναμε πέρσι εκεί, όταν παρουσιάσαμε το “Αι Δίου κάλυκες, αρχή δια παντός”».
«Σε ποιους το παρουσιάσαμε, τρελάθηκες;»
«Στα δέντρα, στα μάρμαρα, στο φεγγάρι…»
«Α, στο καλό σου! Και νόμιζα πως σου ’στριψε, ρε!»
«Θυμάσαι τι ορκιστήκαμε τότε;»
«Να μην ξαναερωτευτούμε, αν δεν γνωρίσουμε μιαν Αθηνά Παλλάδα!»
«Α, μπράβο!»
«Και γιατί να τον αλλάξουμε;»
«Γιατί σήμερα γνώρισες την Παλλάδα και σήμερα την έχασες, γι’ αυτό!»
«Και θα κάνουμε νέο όρκο;»
«Εννοείται! Θα ορκιστούμε να πηδάμε ό,τι περπατάει, ό,τι πετάει κι ό,τι σέρνεται, πάμε…»
Σε τρία λεπτά μέσα φτάσαμε στον σταθμό. Και σταθήκαμε τυχεροί, γιατί μόλις έρχονταν το τραίνο. Χωθήκαμε στο τελευταίο βαγόνι –«οι τελευταίοι στο τελευταίο», αστειευτήκαμε– και κάτσαμε και στα τελευταία καθίσματα.
Στην Νέα Ιωνία οι πόρτες άνοιξαν. Μπήκε κόσμος. Στριμωχτήκαμε σαν σαρδέλες στο κουτί τους.
«Τι είναι ένα βαγόνι;» ρώτησα τον Γιάννη.
«Ένας λόγος να πεθάνεις από ασφυξία;» είπε, μαζεύοντας τα πόδια του να μην τον πατήσουν οι άλλοι.
«Ποιητικά, ρε! Τι είναι ποιητικά ένα βαγόνι;»
«Ε, τι είναι;»
«Ένα σιδερένιο κουτί γεμάτο ανθρώπινες ιστορίες», απάντησα παραποιώντας Πατρίκιο. Του άρεσε και το άφησα ορφανό από πατρότητα, έτσι ώστε να αιωρείται η υποψία πως το ’χα γράψει εγώ.
Ξάφνου, κέρωσα…
«Κοίτα, ευθεία μπροστά!» είπα στον φίλο μου.
«Κοιτάζω, ε, τι;» έκανε εκείνος.
«Η… Παλλάδα!» ψέλλισα.
Τώρα είχε κερώσει κι αυτός.
Απίστευτο! Στην αμέσως επόμενη διαδρομή μου με το τραίνο, να συναντάω την γυναίκα των ονείρων μου στον ίδιο σταθμό που την άφησα μια ώρα πριν.
«Είναι όντως θεϊκή!» θαύμασε ο Κυριαζής.
Και, σαν να ξύπνησε από λήθαργο, σχεδόν με διέταξε:
«Πήγαινε να της μιλήσεις, τώρα!»
Κινήθηκα σαν νευρόσπαστο, σαν κουρντισμένος. Την πλησίασα αργά, αλλά αποφασιστικά, και με το στιλέτο καρφωμένο στην πλάτη –το βλέμμα του Κυριαζή– κατάφερα να της πω:
«Πριν μια ώρα ξανασυναντηθήκαμε στο συρμό, αλλά σε αντίστροφη πορεία. Με θυμάστε; Καθόμουν απέναντί σας».
Εκείνη μισόκλεισε τα μάτια, λες και προσπαθούσε να θυμηθεί ή να εικάσει τις προθέσεις μου και νιώθοντας κάπως άβολα, είπε λίγο απότομα:
«Δεν σας θυμάμαι!»
«Μα, καθόλου;» ψέλλισα απογοητευμένος.
«Πώς να σας θυμηθώ; Πρώτη φορά παίρνω σήμερα το τραίνο!»
Ο συρμός τραντάχτηκε, οι πόρτες άνοιξαν. Φτάσαμε στα Πευκάκια. Κόσμος κατέβαινε, κόσμος ανέβαινε. Δυο θέσεις άδειασαν. Της έγνεψα να καθίσουμε.
«Είστε τόσο… εκθαμβωτικά όμορφη, που είναι αδύνατον να κάνω λάθος! Θα σας θυμόμουν ακόμα κι αν σας είχα συναντήσει πριν χίλια χρόνια!» τόλμησα να πω.
Μειδίασε ελαφρώς.
«Αν με είχατε συναντήσει πριν χίλια χρόνια, δεν θα με θυμόσαστε: θα είχα γίνει ένα υπεραιωνόβιο σκιάχτρο!» είπε. Κι ανοίγοντας την τσάντα της, έβαλε το χέρι μέσα.
«Μισό…» αναφώνησα. «Αν σας πω τι θα βγάλετε απ’ την τσάντα, θα πιστέψετε πως πριν μια ώρα συνταξιδέψαμε;»
«Τι θα βγάλω;» απόρησε.
«Την Οδύσσεια!» φώναξα θριαμβευτικά.
Εκείνη χλόμιασε. Κι έβγαλε ένα… μπουκαλάκι νερό. Ήπιε δυο-τρεις γουλιές και με κοίταξε ερευνητικά.
«Δεν υπάρχει καμία Οδύσσεια στην τσάντα μου, αν θέλετε μπορείτε να το διαπιστώσετε». Κι έτεινε την τσάντα προς το μέρος μου.
«Μα όχι, σας παρακαλώ!» είπα συγκαταβατικά.
«Κοιτάξτε με καλύτερα, φίλε μου! Ήμουν εγώ που είδατε;»
«Μα, ναι, σας ορκίζομαι! Μόνο…»
«Μόνο;»
«Μόνο που φορούσατε μαύρες μπότες και καμπαρντίνα, ενώ τώρα είναι άλλα τα ρούχα και τα παπούτσια».
Ο συρμός τραντάχτηκε, οι πόρτες άνοιξαν. Φτάσαμε στον Περισσό. Κόσμος κατέβαινε, κόσμος ανέβαινε. Η κοπέλα σηκώθηκε απότομα και κινήθηκε βιαστικά.
Έτρεξα πίσω της, δεν θα την έχανα δεύτερη φορά.
Βγήκε απ’ τον βαγόνι και κοντοστάθηκε.
«Δεν είδατε εμένα πριν μία ώρα. Ήταν η αδερφή μου…»
Οι πόρτες έκλεισαν, ο συρμός ξεκίνησε, στρίγγλισαν οι γραμμές…
Ο Κυριαζής πλησίασε κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου, λες κι έδινε κάποιον όρκο τρομερό, πριν καν φτάσουμε στην Ακρόπολη, σαν ν’ ακουμπούσε σ’ έναν βωμό, ενώ η τσίκνα της θυσίας ανακατεύονταν με το αρχαίο λιβάνι και τον πλάνταζε.
«Εντάξει; Της μίλησες; Θα την ξαναδείς;» ρώτησε, κι η φωνή του ακούστηκε ιερατική, σαν μόλις τώρα ο ιεροφάντης να εξέταζε την πλάτη από το σφάγιο για να διαβάσει τα μελλούμενα.
«Δεν ήταν αυτή, ήταν η αδερφή της…» είπα, χαμένος στον κόσμο μου.
«Η αδερφή της; Έχει αδερφή; Είναι δίδυμες; Υπάρχει, δηλαδή, Παλλάδα και για μένα;» συνέχισε τις απανωτές ερωτήσεις ο φίλος μου.
«Δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω τι μου γίνεται…» ψέλλισα, και σωριάστηκα ξέπνοος σ’ ένα κάθισμα.
Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν φτάσαμε στην Ακρόπολη. Ο ναός φωτισμένος.

«Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ. / Μα ωστόσο λάμπει», ψιθύρισα, μάλλον δυνατά, γιατί ο Γιάννης με άκουσε και θέλησε να με βγάλει απ’ το βύθισμά μου:
«Ρε, άσε τον Ελύτη στην ησυχία του και πιάσε… Κυριαζή!»
«Τι να κάνω λέει;»
«Να παίξουμε ένα παιχνίδι!»
«Δηλαδή;»
«Εγώ θα ρωτάω κι εσύ θ’ απαντάς».
«Τι θα ρωτάς;»
«Θα παραποιήσω ένα ποίημά μου, για να δω πόσο την θέλεις».
«Την θεά του τραίνου;»
«Ναι».
«Άντε, ξεκίνα!» είπα, με κάποιο κέφι.
«Αν χαστούκιζε τον Θεό, θα γινόσουν διάβολος για να την υπερασπιστείς;»
«Μωρέ, διάβολος με κέρατα!»
«Αν σου ’γραφε ένα ποίημα στον Άδη, θα πέθαινες για να το διαβάσεις;»
«Με την μία!»
«Αν χανόταν απ’ τα μάτια σου, θα τα ’χανες για να την βρουν;»
«Και τα δύο!»
«Αν γινόταν εσύ, θα γινόσουν αυτή για ν’ αγαπιόσαστε πάλι;»
«Και… αυτί και μάτι και μύτη!»
«Αν γινόταν η σκιά της, θα έκανες έρωτα με τους τοίχους;»
«Και με τους τέσσερις, μέχρι να με πάνε τέσσερις!»
«Αν γινόταν ο ήλιος που βασιλεύει, θ’ αγαπούσες τους βασιλιάδες;»
«Και τις βασίλισσες μαζί!»
«Αν την έχανες για να ζήσεις, θα πέθαινες που δεν θα την είχες;»
«Με νεκρό μιλάς ήδη!»
«Τέτοιο σαρκοβόρο ο έρωτας – κι όταν σε φάει, να τρέφεται από τις σάρκες του».
«Τι απαντάω τώρα;»
«Τίποτα, αυτό ήταν το επιμύθιο».
«Γιάννη, μου λείπει!»
«Ξέρω, η απουσία της είναι ανορθογραφία της ύλης στον χώρο».
Μελαγχολήσαμε…
Έστρεψα τα μάτια μου στο στερέωμα.
«Θα πρέπει να νιώθει πολλή μοναξιά ο Θεός», μουρμούρισα.
«Κοίτα την γούνα σου, καημένε», είπε ο φίλος μου. «Ο Θεός έχει την καλύτερη παρέα εκεί πάνω: την ανυπαρξία του!»
«Χάσαμε και τον Θεό, μετά… την θεά, δηλαδή;»
Ο Κυριαζής αγρίεψε:
«Πιστεύεις πραγματικά πως ο Θεός θα μας έπλαθε με τέτοια καρδιά και δεν θα δημιουργούσε κάποια που να μπορεί να μας αγαπήσει με τον ίδιο τρόπο;»
Σιωπήσαμε…
Και παρόλο που ήρθαμε να ορκιστούμε, δεν ορκιστήκαμε τίποτα. Κοιτάγαμε άπληστα τον ναό, λες κι απ’ τις κολόνες του θα ξεπρόβαινε η Παλλάδα και θα κατηφόριζε απ’ τα Προπύλαια προς το μέρος μας.
Ο Κυριαζής, λες και την έβλεπε κιόλας, ήδη την δόξαζε:
Παλλὰς, μάκαιρα θεά, πολεμόκλονε, ὀμβριμόθυμε…
Παράλληλα μετέφραζε:
Ω μακαρία Παλλάδα, πολεμοθόρυβη, κρατερόκαρδη…
Τον διέκοψα μ’ ένα νεύμα.
«Πάμε να…»
«…γαμήσουμε;» αστειεύτηκε αυτός.
«Όχι, να γαμηθούμε… στο φαΐ!» είπα σοβαρά.
«Και δεν πάμε;»
Καταλήξαμε για κεμπάπ στου Τέλη, Ευριπίδου 86, στο Μοναστηράκι. Φάγαμε του σκασμού, ήπιαμε τα κρασιά μας και πήραμε το μεσονύκτιο τραίνο της επιστροφής. Εγώ θα κατέβαινα στην Ομόνοια κι ο Κυριαζής θα συνέχιζε για Ηράκλειο.
Ο συρμός έφτασε αγκομαχώντας ακριβώς στις δώδεκα. Κοίταξα το μεγάλο ρολόι του σταθμού και είπα:
«Οι δείχτες, ο ένας πάνω στον άλλον».
«Συλλαμβάνεται η μέρα», συμπλήρωσε ο Γιάννης, υπονοώντας το προφανές: οι δείχτες σαν κορμιά που έκαναν έρωτα· η μέρα, που αλλάζει στις δώδεκα κι ένα δευτερόλεπτο, είχε ήδη συλληφθεί και θα κυοφορούνταν από την παρένθετη μητέρα νύχτα.
«Πω, πω! Μόλις γράψαμε ένα ποίημα!» αναφώνησα.
«Αλλά χάσαμε κι ένα ποίημα!» είπε.
«Την Παλλάδα!» σκέφτηκα, και μελαγχόλησα ξαφνικά.
«Δεν θα κατέβω στην Ομόνοια. Θα πάμε μαζί ως το Ηράκλειο και θα επιστρέψω μόνος μου», αποφάσισα.
Δεν είχα όρεξη για ύπνο, ήθελα να ξαναβρεθώ στους ίδιους σταθμούς, στα ίδια μέρη, «που ο ουρανός είναι βαθύς κι ανάλλαχτος. / Λίγο ακόμη, λίγο ακόμη, / μ’ όλους τους ήχους των ερώτων έτοιμους ν’ ανακρουστούν / στο ουράνιο αρχιπέλαγος».
Άφησα τον Κυριαζή στο Ηράκλειο. Χάιδεψα τρυφερά την Σταθμούλα, την υιοθετημένη γάτα του σταθμού –άσπρη, με μαύρα και πορτοκαλί μπαλώματα– και πήρα το τελευταίο τραίνο της επιστροφής.
Στην Νέα Ιωνία οι πόρτες άνοιξαν. Δεν μπήκε κανείς. Μόνον ένα ελαφρύ αεράκι εισέβαλε στο βαγόνι κι είχα την αίσθηση πως υποψία αρώματος ερέθισε τα ρουθούνια μου. Την νύχτα σταλάζουν οι ευωδιές απ’ τα μπαλκόνια, σέρνονται στους δρόμους, τρυπώνουν στους σταθμούς…
Οι πόρτες σφράγισαν. Ο συρμός ξεκίνησε. Αργά στην αρχή κι επιταχύνοντας κατόπιν. Ένιωσα να ζαλίζομαι. Έφταιγε η κούραση, το περασμένο της ώρας, μπορεί κι εκείνο το κρασί που ήπιαμε.
Ξάφνου, άρχισα να τρέμω, σαν να ’χα ρίγη πυρετού. Αυτό μας έλειπε τώρα, να με κολλήσει καμιά ίωση! Ακόμα χειρότερα, να πάθω καμιά δηλητηρίαση εδώ μέσα…
Τα μάτια μου έκαιγαν, τ’ ανοιγόκλεινα συνεχώς. Δεν βολευόμουν εδώ, αντίθετα στην πορεία του τραίνου. Κάθισα στην απέναντι θέση. Και τότε… την είδα!
Ήταν η Παλλάδα μου! Φορούσε την ίδια καμπαρντίνα, τις ίδιες μαύρες μπότες, κρατούσε στο χέρι της την Οδύσσεια και διάβαζε.
Κούνησα το κεφάλι πέρα-δώθε κάμποσες φορές, μήπως κοιμήθηκα και βλέπω όνειρο.
Ο συρμός τραντάχτηκε, οι πόρτες άνοιξαν. Φτάσαμε στα Πευκάκια. Μπήκαν ελάχιστοι επιβάτες κι ένα παιδάκι με λουλούδια σ’ ένα πανέρι. Το ίδιο που είχε μπει και την προηγούμενη φορά. Μας εντόπισε κι έσπευσε να πουλήσει την πραμάτεια του, σαν σταλμένο απ’ τους θεούς, ενδεχομένως κι απ’ τον ίδιο τον Έρωτα. Ναι, θ’ αγόραζα ένα τριαντάφυλλο και θα το απέθετα στο ανοιχτό βιβλίο. Εκείνη θα σήκωνε τότε τα μάτια της και θα με κοίταζε όπως η Πηνελόπη τον Οδυσσέα κατά την αναγνώριση. Εγώ θα της χαμογέλαγα και θα απάγγελλα μερικούς στίχους απ’ την σκηνή αυτή ομοιοκατάληκτους, σε μετάφραση Ψυχουντάκη, που τους θυμόμουν:
Από φιλντίσι, μάλαμα κι ασήμιν όλη γύρα…
Το παιδί ολοένα πλησίαζε…
Μέσα μου απάγγελλα τους στίχους που θα έλεγα απέξω μου. Εντέλει μπερδεύτηκα –όπως την προηγούμενη φορά– τους μισοξέχασα:
Από φιλντίσι, μάλαμα κι ασήμιν όλη γύρα·
λουριά… π’ αστράφταν σαν πορφύρα.
Σ’ το ’πα… μα δεν κατέχω…
Το σενάριο άλλαξε βιαστικά. Θ’ αγόραζα ολόκληρο το πανέρι με τα λουλούδια. Θα τα σκόρπαγα στα πόδια της λέγοντας: «Θα πενθώ πάντα –μ’ ακούς;– για σένα, μόνος, στον Παράδεισο».
Όχι, όχι, βλακεία ο Ελύτης τώρα – όπως την προηγούμενη φορά!
Το παιδί ήταν ήδη μπροστά μου, πρότεινε ένα λουλούδι απ’ το πανέρι. Έριξα μια ματιά στην θεά του τραίνου… άφαντη! Γύρισα στο παιδί… εξαφανισμένο! Κοιτάχτηκα στο τζάμι… αξιολύπητος! Μου φάνηκα σαν εκατοχρονίτης γέρος, που έκανα μια ζωή την ίδια διαδρομή, με την ίδια γυναίκα απέναντί μου, κι ακόμα να της μιλήσω. Εκείνη πάντα νέα, πάντα όμορφη, πάντα διάβαζε, πάντα την Οδύσσεια. Κι εγώ γερνούσα, οι επιβάτες γερνούσαν, το παιδί γερνούσε, τα τριαντάφυλλα πάντα δροσερά. Μόνον αυτή και τα τριαντάφυλλα δεν γερνούσαν…
*
Η δημοσιογράφος, Πηνελόπη Τρωαδίτη, άνοιξε την συσκευή ηχογράφησης και την απέθεσε μπροστά στην νέα γυναίκα.
«Θα σας ρωτήσω ευθέως: Πιστεύετε στα φαντάσματα; Πως, δηλαδή, φυλακίζεται η ψυχή σ’ ένα κενό του χωροχρόνου, αδυνατώντας να βρει τον δρόμο της προς το άπειρο, επειδή αποσπάσθηκε βιαίως από το σώμα μ’ ένα θάνατο άδικο και ακαριαίο, μην έχοντας ακόμα καταφέρει να εκπληρώσει το πεπρωμένο της σ’ αυτήν την γη;
»Θα το κάνω πιο συγκεκριμένο: Πιστεύετε πως η αδερφή σας, μετά το τραγικό τέρμα που έθεσε στην ζωή της, πέφτοντας στις γραμμές του τραίνου, περιπλανιέται στοιχειωμένη στους σταθμούς, κατά μαρτυρίες κάποιων επιβατών ή πως όλα αυτά δεν είναι τίποτ’ άλλο από φαντασιώσεις ψυχικά διαταραγμένων ατόμων;»
«Θα ήταν μια παρηγοριά αυτό για μένα. Αν η αδερφή μου μπορούσε να είναι με οποιονδήποτε τρόπο παρούσα σ’ αυτήν την ζωή, θα σήμαινε αυτομάτως πως υπάρχει συνέχεια, πως δεν τελειώνουν όλα εδώ. Λίγοι ξέρουν πως είμαστε δίδυμες, ολόιδιες από γεννησιμιού μας. Βλέπουν εμένα και με περνάνε γι’ κείνη. Ή βλέπουν εκείνη και την περνάνε για μένα…»
«Σας αναγνωρίζουν απ’ την φωτογραφία που δημοσίευσαν οι εφημερίδες;»
«Κι απ’ το γεγονός πως η αδερφή μου ήταν αρκετά γνωστή».
«Απ’ το θέατρο εννοείτε;»
«Μάλλον απ’ την δημοσιότητα που προέκυψε, μετά την μη επιλογή της για πρωθιέρεια των Αγώνων».
«Γιατί συνέβη αυτό;»
«Είχε ήδη επιλεγεί από άλλον».
«Τον θάνατο λέτε».
«Ας το πούμε όπως το είπατε».
«Αλήθεια, γιατί αυτοκτόνησε;»
«Για τον ίδιο λόγο που κι εμείς εξακολουθούμε να ζούμε: από ανοησία…»
«Το να ζεις ή το να μην ζεις είναι το ίδιο πράγμα δηλαδή; Απηχεί πυθαγόρειες αντιλήψεις αυτό».
«Δεν είμαστε καν σίγουροι ότι ζούμε στ’ αλήθεια. Τι μου ζητάτε; Να σας βρω την διαφορά μεταξύ δύο αβεβαιοτήτων;»
Την συνέντευξη αυτήν, του αποκρυφιστικού περιοδικού «Τρίτο Μάτι», την διάβασα στον σταθμό Πευκάκια – εκεί που υπάρχει η πεζογέφυρα στην οποία κάποτε «ώρα μεσάνυχτα» σκέφτηκα ν’ αυτοκτονήσω. Βρήκα το έντυπο στον συρμό, ενώ ένα παιδάκι με λουλούδια έμπαινε στο βαγόνι. Αγόρασα όλο το πανέρι και σκόρπισα τα τριαντάφυλλα στο άδειο κάθισμα απέναντί μου.
Οι επιβάτες με πέρασαν για τρελό. Κι ίσως να ήμουν, αφού μόνον εγώ, απ’ όλους εκεί μέσα, την έβλεπα να κλείνει την Οδύσσεια και να μου χαμογελάει καθώς απάγγελλα: «Θα πενθώ πάντα –μ’ ακούς;– για σένα, μόνος, στον Παράδεισο».
Την ίδια ώρα, ένιωσα ένα σκούντημα στον ώμο. Γύρισα και ήταν… αυτή! Κοίταξα μπροστά, η κοπέλα είχε εξαφανιστεί. Κοίταξα πίσω, η κοπέλα ήταν ακόμα εκεί.
Ο συρμός τραντάχτηκε, οι πόρτες άνοιξαν. Φτάσαμε στον Περισσό. Κόσμος κατέβαινε, κόσμος ανέβαινε. Δυο θέσεις άδειασαν. Της έγνεψα να καθίσουμε.
«Αν με είχατε συναντήσει πριν χίλια χρόνια, θα με θυμόσαστε, είπατε την προηγούμενη φορά», μου υπενθύμισε.
«Κι απ’ ό,τι βλέπω, δεν έχετε γίνει ένα υπεραιωνόβιο σκιάχτρο, όπως φοβόσαστε», της υπενθύμισα κι εγώ την απάντησή της.
«Μα δεν πέρασαν χίλια χρόνια!» διαμαρτυρήθηκε.
«Είστε τόσο… εκθαμβωτικά όμορφη, που και να πέρναγαν, δεν θα το καταλάβαινε κανείς, αρκεί να τα πέρναγε μαζί σας…»
_____________________
Σημείωση του συγγραφέα:
Το διήγημα είναι κατά το ήμισυ φανταστικό· η θεά του τραίνου, όμως, απολύτως αληθινή. Το κίνητρο για την συγγραφή του δεν ήταν η λογοτεχνική αποτύπωση του γεγονότος, αλλά η ενδόμυχη επιθυμία μου να το διαβάσει η ίδια και να επικοινωνήσει μαζί μου. Αναζητείται, λοιπόν, γυναίκα πανέμορφη, μελαχρινή, με μακριά μαλλιά, μάλλον ψηλή, που φορούσε καμπαρντίνα –ίσως και μαύρες μπότες– και διάβαζε την Οδύσσεια του Ομήρου στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, κάποια στιγμή μεταξύ 2012 και 2020. Για να προτιμά ένα τέτοιο ανάγνωσμα, ενδεχομένως να είναι καθηγήτρια, ηθοποιός ή λογοτέχνιδα. Κάθε πληροφορία δεκτή. Δίδεται αμοιβή: το τελευταίο μου βιβλίο, στο οποίο περιλαμβάνεται η ιστορία.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
«Στο όνομα του ελληνικού λαού»
Λευκάδα, 2026
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ – ΛΕΥΚΑΔΑ:
Αναστάσιος Λάζαρης
Βιβλιοπωλείο «Πορτολάνος»
Ιωάννου Μελά 181, Παλαιά Πόλη
Τ.Κ. 31100, Λευκάδα
Τηλ.: 26450 26007 – 6932143838
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ – ΑΘΗΝΑ:
Ελευθέριος Τζανακάκης
Βιβλιοπωλείο «Παρ’ Ημίν»
Χαρ. Τρικούπη 11Α
Τ.Κ. 10678, Αθήνα
Τηλ.: 210 3811201
ISBN: 978-618-86171-3-1









