Μίσχος

Φυτεύω μίσχο σε τρομαγμένο αλγόριθμο.
Εκρήξεις νάνων αστέρων,
έπαρση νάνο-ανθρώπων.
Ένας χρόνος νάρκισσος
Δολοφονεί τους υπόλοιπους χρόνους.

Προνόμια

Κοιτάς τις φλέβες σου
Κοιτάς τις φλέβες σου
Κοιτάς τις φλέβες σου
Ουφ! Ανακούφιση.
Άρχισε πάλι να κυλά και είναι κόκκινο και αυτή τη φορά.

Γράφω στον αλγόριθμο.
Πώς σε λένε; τον ρωτώ
“Αν με ονοματίσεις θα υπάρξω”
Δεν ξαναρωτώ,
φοβάμαι.
Όχι χθες, όχι αύριο.
Τώρα φοβάμαι.

Αλεξίσφαιρο

Θρυμματίζω απομεινάρια φωτός μέσα στη νύχτα,
να μη ξεχνώ πόσο έντονο είναι το σκότος.
Ξεπλέκω δάκτυλα να αφουγκραστώ τη φωτεινότητα,
μου τα κόβεις,
εσύ με την κλειστή αναπνοή
την κλειστή ανθρωπιά
την κλειστή συγγνώμη.
Συναρμολογώ αλεξίσφαιρα μέσα στο σκοτάδι

Σοβάς

Να ακουμπήσω κάπου τη μοναξιά μου,
Ξεφλουδίζει σοβάς και πέφτει από τα Τείχη.
Κάθεται σταυροπόδι στα σκαλίσματα των Θρησκειών,
-εκεί που σφυρηλατείται ο Πόλεμος-
Σκάβει συνεχώς να βρει μια αιτία σε παιδικούς τάφους.
Σκιάζεται με τις βεβαιότητες – αποκεφαλισμένα φαντάσματα
Κοιτάζει από τις γρίλιες τα καφασωτά σπίτια.
Απέξω προς τα μέσα κοιτά.
Κι ακουμπά στο βλέμμα, το, από μέσα προς τα έξω.
Η κόρη του ματιού φροντίζει την κόρη του ξένου ματιού
-αν την αφήσουν, αν αφεθεί-
Δεν μειώνεται η μοναξιά μου.
Ελπίζει μόνο κάπου να ακουμπήσει.
Σε λέξη δίχως λαβύρινθο
Σε χάδι δίχως αντάλλαγμα
Σε δίκιο δίχως θάνατο.
Έχω στην καρδιά μια απαιτητική μοναξιά.