Τις Κυριακές τ’ απογέματα είχαμε επισκέψεις

                             [ELS DIUMENGES A LA TARDA REBÍEM VISITES]

 

Αφήνανε τα παλτά τους στους καλογέρους

σα ν’ αφήναν εκεί του ίδιου του θανάτου το πετσί,

προκλητικά συνηθισμένο.

Η μάσκα καλά βαλμένη – το προσωπείο

τραγικό – έσπερνε το σπόρο

μιας συζήτησης από φωνόγραφο

στου σαλονιού

τον χάρτινο αέρα.

Η πλάκα, γρατζουνισμένη λιγάκι, κόλλαγε

κάθε τόσο. Έχασκαν χασμουρητά∙

και κλείναν

οι βεντάγιες.

Ήταν εκεί ο θείος, η θεια, οι ξαδέρφες

απ’ το σχολειό.

Του δειλινού το φως

σκοροφαγωμένο.

Κι εγώ, σε μια γωνίτσα, κατάμονος, δίχως να θωρώ

τις αχτίδες του θανάτου, έπαιζα

με στρατιωτάκια μολυβένια.

 

*****

           Αγάπη νιώθανε∙ και γνώριζαν…

       [“S’ESTIMAREN; SABEREN… ”]

     Se querían, sabedlo.

V.A.[1]

 

Αγάπη νιώθανε∙ και γνώριζαν

της συνουσίας την πιεστική ανάγκη, πώς οι φλέβες

μπορούνε διαμιάς να φουσκώσουν από νερό

αρμυρό, καλοκαιριάτικο ήλιο, ψάρια

που χοροπηδούν.

Κρυβόντουσαν

στα νυχτιάτικα πευκόδασα ή στις ζεστούτσικες

σκιερές γωνιές.

Αποκαρωμένοι, ακούγανε

το μουρμουρητό από τ’ αεράκι ή, μακρινό πολύ,

της πόλης τον βόμβο.

Ξυπνώντας την επομένη, της φαινότανε

πως ευώδιαζε ρόδα το καμαράκι,

ενώ εκείνος σκεφτότανε τον πρώτο στίχο από ένα ποίημα

που δε θα κατάφερνε ποτέ να γράψει.

 

Οι γάμοι τους ήσαν πρώτης τάξεως.

Ο γιος τους συμβολαιογράφος, κάπου στη χερσόνησο,

κι η κόρη λογοδοσμένη.

Είν’ από κείνους που τους αποκαλούνε σεβαστούς.

 

Γυρνώντας σπίτι με το σούρουπο, γεύονται

αποκαμωμένοι την ώρα τη βραδινή.

Με μιαν αδιόρατη λαχτάρα, τα μάτια

χάνονται λιγάκι ανάμεσα στα κλαδιά

απ’ τα δέντρα του δρόμου, σα να ψάχνουνε

ένα απομεινάρι από πρασινάδα – ή χάδι.

Κοιτούνε τα χρόνια, τον ουρανό, τις ώρες τις στεγνές,

τ’ ωρολόγι και τη σκόνη. Περπατούνε. Σιωπούν.

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Η καταληκτική φράση (Αγαπιόντουσαν. Να το ξέρεις.) του διάσημου ερωτικού ποιήματος του Ισπανού νομπελίστα ποιητή Vicente Aleixandre, «Αγαπιόντουσαν».

 

 

**********

                 Αγρύπνια

                                                [VIGILIA]

 

Μονοπάτι μαγικό, του μυστηρίου πύλη.

Ένας έρωτας σεπτεμβριάτικος ρίχνει τα φύλλα του

μες στο στόμα σου∙ κάρτες γενεθλίων, κυριακάτικες καμπάνες,

η απόλυτη ηδονή για ένα κορμί ρυτιδιασμένο.

Για σένα χόρευε ο ήλιος, γνώρισες την αγωνία,

τη λαχτάρα των θεών, των ημερών τα παιδικάτα∙

τα χείλια γνώρισες, μες στους σφυγμούς ένιωσες

ενός δειλινού τον παλμό, γυμνό κι επώδυνο.

Τώρα έφτασες στην ώρα σου, πήγαινε στην πύλη.

Τώρα ας έλθει πια του σύθαμπου η κυρά.

 

 

****************************************************************

 

   Josep Maria Llompart & Encarna Viñas

 

 

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Το έργο του ποιητή από τη Μαγιόρκα, Josep Maria Llompart de la Peña (1925-1993) είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Συχνά, λοιπόν, ανιχνεύονται εκεί σταθμοί της ζωής του: οι μεγάλοι σταθμοί της ανθρώπινης ζωής.

Το πρώτο ποίημα που μεταφράζουμε εδώ περιλαμβάνεται σε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του, με τον εύγλωττο τίτλο: Μνήμες κι εξομολογήσεις ενός εφήβου από καλό σπίτι (Memòries i confessions d’un adolescent de casa bona, 1974). Το σαρκαστικό βλέμμα του μοναχικού παιδιού απέναντι στους συγγενείς αντιστοιχεί πράγματι στα παιδικά χρόνια του ίδιου του ποιητή: ο Llompart μεγάλωσε τη δεκαετία του 1930, κλεισμένος στον εαυτό του, σε μια οικογένεια απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την άκαμπτη φρανκική πολιτική.

Είναι παράξενο ότι ο γόνος αυτός μιας συντηρητικής οικογένειας όπου, κατά τις επιταγές του καθεστώτος, η καταλανική γλώσσα (που μιλιέται και στη Μαγιόρκα) ήταν απαγορευμένη, εξελίχθηκε σε έναν από τους διασημότερους μελετητές της καταλανικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Αφιέρωσε τη ζωή του -και πλήθος έργων του- στην προβολή και καθιέρωση της γλώσσας αυτής, μεταφράζοντας επίσης ποίηση στα καταλανικά). Παράλληλα, αγωνίστηκε για τη δημοκρατία και την αυτονομία των Βαλεαρίδων.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του Llompart έπαιξε η Encarna Viñas Olivella, η οποία επίσης συνέβαλε, με πολύπλευρο έργο, στην προβολή του καταλανικού πολιτισμού (ιδίως των Βαλεαρίδων), ενώ ανέπτυξε και έντονη πολιτική δράση. Η Encarna ήταν για κείνον η γυναίκα της ζωής του: συνδέθηκε μαζί της κιόλας από την πρώιμη εφηβεία του, ενώ πολύ αργότερα την παντρεύτηκε. Και όμως, στο δεύτερο ποίημα, από την πρώτη κιόλας συλλογή του, Ποιήματα του Μοντραγκό (Poemes de Mondragó, 1961), η λαχτάρα του πρώιμου έρωτα μοιάζει καταδικασμένη να καταλήγει σ’ έναν συμβατικό γάμο, αποστεγνωμένο από τρυφερότητα.

To τρίτο ποίημα που μεταφράζουμε ανήκει στην τελευταία συλλογή του Llompart, Spiritual, που εκδόθηκε το 1992, μόλις έναν χρόνο πριν από την εκδημία του ποιητή. Κοιτώντας πίσω, στα ηρωικά χρόνια της νιότης, εμφανίζεται πια έτοιμος να υποδεχτεί την «Κυρά του Σύθαμπου». Ας σημειωθεί εδώ ότι στα καταλανικά, όπως και στις άλλες λατινογενείς γλώσσες, ο θάνατος είναι γένους θηλυκού: La mort._